Αποτελεί ίσως την πλέον γνωστή ταινία του παλιού, καλού, ασπρόμαυρου κινηματογράφου, η οποία έχει προβληθεί πάρα πολλές φορές από τα ελληνικά τηλεοπτικά κανάλια και συνεχίζει να προβάλλεται χωρίς διακοπή.

Και πάντα σημειώνει υψηλές τηλεθεάσεις. Πρόκειται για την ταινία με τίτλο «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», η οποία γυρίστηκε το 1965 από την εταιρεία Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης, σε σκηνοθεσία Γιώργου Τζαβέλλα, με πρωταγωνιστές τους Γιώργο Κωνσταντίνου (στο ρόλο του «μυθικού» Αντωνάκη) και την Μάρω Κοντού (στο ρόλο της Ελενίτσας).

Η ταινία έμεινε στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου για τον εξαιρετικά ρεαλιστικό – και ενίοτε ωμό- τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τα προβλήματα της μικροαστικής τάξης στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1960.

Σε μια κοινωνία, που μετά την λαίλαπα του πολέμου αρχίζει να πατάει καλύτερα στα πόδια της, ωστόσο παραμένει βαθύτατα συντηρητική.

Έτσι, παραμένει κοινωνικά κατακριτέο το να συζεί ένα ζευγάρι χωρίς να είναι παντρεμένο. Κι αυτό το ζήτημα είναι ένα από τα πολλά που θίγονται στην ταινία, μαζί με άλλα, όπως η πεποίθηση ότι ο άνδρας είναι ο αρχηγός της οικογένειας, η γυναίκα εξουσιάζεται από αυτόν, η ίδια απαγορεύεται να εργάζεται και να φέρνει έσοδα στο σπίτι και άλλα πολλά. Αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση του Αντωνάκη και της Ελενίτσας, οι οποίοι συζούν 10 χρόνια, αλλά δεν είναι παντρεμένοι.

Η κοινωνική πίεση θα τους αναγκάσει να το κάνουν, αλλά αποδεικνύεται ότι κανείς από τους δύο δεν ήταν έτοιμος για το βήμα αυτό και κυρίως ο Αντωνάκης, ο οποίος γίνεται εν τέλει υποχείριο των φιλενάδων της γυναίκας του, αλλά και των ίδιων του των φίλων.

Απίστευτα κωμικές σκηνές πλημμυρίζουν την ταινία, οι οποίες προκαλούν γέλιο, αλλά και προβληματισμό για τα ακραία και μη συμβατά με τη σημερινή πραγματικότητα ήθη και έθιμα της ελληνικής κοινωνίας της εποχής.

Για τον Γιώργο Κωνσταντίνου, ο ρόλος του Αντωνάκη θεωρείται ο καλύτερος της καριέρας του, ή τουλάχιστον εκείνος που τον καθιέρωσε ανεπιστρεπτί στο πάνθεον των μεγάλων ελλήνων ηθοποιών.

Δίπλα του η Μάρω Κοντού προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες, αλλά ο Κωνσταντίνου έχει μπει τόσο δυνατά στο ρόλο του που δεν της αφήνει κανένα περιθώριο, υποκριτικά πάντα.

Αξέχαστες οι ατάκες του Κωνσταντίνου «παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω» και «λόγω της ημέρας».

Μαζί τους, πλειάδα κορυφαίων ηθοποιών ενισχύουν τη δυναμική της ταινίας: Δέσπω Διαμαντίδου, Σταύρος Ξενίδης, Κατερίνα Γώγου, Δημήτρης Καλιβωκάς, Λιλή Παπαγιάννη, Νίκος Φιλιππόπουλος, Καίτη Λαμπροπούλου, Νάσος Κεδράκας, Τασσώ Καββαδία, Κώστας Δούκας, Δέσποινα Νικολαΐδου, Λουκιανός Ροζάν, Μπέτυ Μοσχονά, Άγγελος Αντωνόπουλος κ.α.

Η ταινία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» είναι μεταφορά θεατρικού έργου που είχε ανέβει το 1958 από τον Γιώργο Τζαβέλλα, με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Λογοθετίδη. Μάλιστα ήταν και ο τελευταίος θεατρικός ρόλος του μεγάλου Έλληνα ηθοποιού, αλλά και η τελευταία ταινία που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Τζαβέλλας, ο οποίος άφησε μια σημαντική παρακαταθήκη στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, με ταινίες όπως «Η κάλπικη λίρα», «Ο μεθύστακας», «Μια ζωή την έχουμε» κ.α.

Οι πληροφορίες λένε ότι ο αρχικός τίτλος που σκεφτόταν να δώσει ο Τζαβέλλας για την ταινία του αυτή ήταν «Η αστεφάνωτη», όμως άλλαξε γνώμη όταν έμαθε ότι ένας συνάδελφός του σκηνοθέτης, ο Νίκος Αβραμέας την ίδια περίοδο γύριζε μια ταινία με τον ίδιο τίτλο.

assets_LARGE_t_420_54458845 Η αστεφάνωτη και το σπίτι της οικίας Κοκοβίκου

Έτσι ο τίτλος άλλαξε και έγινε «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», ταινία που ο ίδιος ο Τζαβέλλας θα χαρακτηρίσει αργότερα «ρωμαϊκή σάτιρα με βαθιές ανθρώπινες ρίζες».

Το σπίτι που στην ταινία εμφανίζεται ως η οικία Κοκοβίκου, υπάρχει ακόμα στην οδό Τριπόδων 32 και Ραγκαβά, στην περιοχή της Πλάκας και χρονολογείται από το 1800, όταν στέγαζε τη στρατιωτική διοίκηση των Τούρκων.

Στο οικόπεδο του κτιρίου ωστόσο, οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν τη βάση ενός χορηγικού μνημείου, σε σχήμα τριπύλου. Βρέθηκαν ακόμα αρχαίες βεσπιανές τουαλέτες, πράγμα που αποδεικνύει ότι ο χώρος χρησιμοποιήθηκε για δημόσια ουρητήρια.

tripodon2 Η αστεφάνωτη και το σπίτι της οικίας Κοκοβίκου

Με έναν νόμο της Μελίνας Μερκούρη που στόχο είχε να μη γεμίσει η Αθήνα με πολυκατοικίες, το σπίτι προστατεύτηκε και κρίθηκε διατηρητέο και μετά από πολλά χρόνια πέρασε προς αξιοποίηση στο ΤΑΙΠΕΔ.

Η πώληση σε ιδιώτη διακόπηκε προσωρινά, καθώς βρέθηκαν αρχαία από κάτω του. Γρήγορα όμως ξεπεράστηκε αυτό το εμπόδιο και μαζί με άλλα 11 νεοκλασικά της περιοχής θα δοθεί κι αυτό σε κάποιον ιδιώτη.

Η ταινία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες Αθήνας-Πειραιώς-Προαστίων το 1965 και έκοψε 297.273 εισιτήρια, καταλαμβάνοντας τη 13η θέση από της 93 ταινίες της περιόδου.

Προβλήθηκε και στο εξωτερικό, αποτέλεσε επίσημη συμμετοχή της Ελλάδας στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίου, ενώ απέσπασε και βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ του Σικάγου, με εξαιρετικές κριτικές.

Η μουσική ήταν του Κώστα Καπνίση.

Κάτι ακόμα που αξίζει να σημειωθεί για την ταινία είναι ότι το κινηματογραφικό ζεύγος Κοκοβίκου «ξαναζωντάνεψε» πριν μερικά χρόνια, όταν ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης το περιέλαβε στο σενάριο της ταινίας «Αν», την οποία σκηνοθέτησε ο ίδιος.

Το ζεύγος ήταν και πάλι ο Γιώργος Κωνσταντίνου και η Μάρω Κοντού και στην ταινία υποδύονταν τον παππού και τη γιαγιά της πρωταγωνίστριας.

πηγή