«Και ήταν όλοι τους εκεί, η Σοφία κι ο Σταμάτης Πάνος, Στάθης και Καιτούλα…» τραγουδούσαν τα «Ημισκούμπρια» μαζί με την Ελπίδα, αποτυπώνοντας μια μεγάλη αλήθεια.

Ήταν οι άνθρωποι που είχαν μεγαλώσει μια ολόκληρη γενιά την δεκαετία του ’80. Καθένας με τον δικό του, ξεχωριστό και μοναδικό, τρόπο. Ήταν οι ηθοποιοί που έμοιαζαν με πραγματικούς ροκ σταρ σε κάθε τους πέρασμα από την νυχτερινή ζωή της Αθήνας εκείνα τα χρόνια.

Όλοι ήθελαν να τους ακουμπήσουν. Να πάρουν ένα κομμάτι από τα ρούχα τους. Κάτι. Οτιδήποτε. Ήταν εκείνοι που αγαπήθηκαν όσο λίγοι από τον κόσμο. Και το αξιοπερίεργο; Εξακολουθούν να αγαπιούνται και να τους αγαπούν σήμερα και παιδιά τα οποία ούτε καν είχαν γεννηθεί εκείνη την εποχή.

Το Gazzeta Weekend Journal συνάντησε το… απόλυτο είδωλο την δεκαετία του ’80 και γύρισαν μαζί τον χρόνο σ’ εκείνη την εποχή. Ο Σταμάτης Γαρδέλης, οι ατάκες και τα τραγούδια του οποίου έγιναν σήμα… κατατεθέν και εξακολουθούν να ακούγονται μέχρι και σήμερα, παραχώρησε μια εκ βαθέων συνέντευξη για τα χρόνια που βρέθηκε στο απόγειο της δόξας και της καθολικής αποθέωσης!

Θυμήθηκε τις ταινίες. Τα ευτράπελα. Τα γυρίσματα. Τις τρέλες. Τα όσα συνέβαιναν στην χρυσή εποχή των 80’s ενώ στάθηκε και στις σημερινές του ασχολίες και τη «μουσική συνέντευξη» που παρουσιάζει σε όλα τα μήκη και πλάτη της Ελλάδας!

Απόσπασμα της συνέντευξής του στο gazzetta.gr

Πού σε πετυχαίνουμε αυτήν την περίοδο; Ποιες είναι οι κύριες ασχολίες σου;
«Προς το παρόν βρίσκομαι σε κατάσταση αναμονής. Περιμένω να ανοίξουν και πάλι τα πάντα ώστε να συνεχίσω αυτό που είχαμε ξεκινήσει με επιτυχία μαζί με τους συνεργάτες μου. Περιοδεύαμε σε όλη την Ελλάδα με μια μουσικοθεατρική παράσταση που την ονομάζω «μουσική συνέντευξη». Έχουμε παίξει σε Κρήτη, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη, Ξάνθη, Καλαμάτα, Σπάρτη, αλλά μας τα έκλεισε όλα ο κορονοϊός. Ελπίζω να ανοίξουν πάλι. Τώρα κάτι κλείνουμε για Πρέβεζα, Ηγουμενίτσα, Κέρκυρα, Λευκάδα. Στις αρχές Ιούλη. Θα έρθουμε όμως και Αθήνα μετά.

Στην παράσταση υπάρχει μια ηθοποίος-τραγουδίστρια που υποδύεται τη δημοσιογράφο η οποία με ρωτάει διάφορα και εγώ της απαντώ μέσα από τραγούδια που αγαπάω. Και μιλάμε επί παντός επιστητού. Για τους σύγχρονους προβληματισμούς, για το που πάει η ζωή, για το πώς ήταν παλιά τα πράγματα, για το πώς είναι σήμερα… Είναι μια συνέντευξη εφ’ όλη της ύλης με ερωτήματα τα οποία εγώ θα έθετα στον εαυτό μου».

Θα ήθελες να κάνεις και πάλι ελληνικό κινηματογράφο ή τηλεόραση;
«Ναι βέβαια θα το ήθελα πολύ. Η τηλεόραση μου αρέσει. Υπάρχουν σειρές που βλέπω και παράλληλα θαυμάζω ερμηνείες νεαρών παιδιών. Έχω δει και αντίθετα πράγματα βέβαια. Όμως είναι κάτι που θα ήθελα να κάνω».

Ποια είναι η γνώμη σου για τον σημερινό κινηματογράφο και τη σημερινή τηλεόραση;
«Βλέπουμε κάποιες αξιόλογες ταινίες και σειρές. Όμως δεν είναι ίδια αγορά σε σχέση με τότε που κάναμε εμείς ταινίες. Τότε δεν υπήρχε ιδιωτική τηλεόραση. Μόνο 2 κανάλια όλα και όλα. Ο κόσμος ήταν έξω, πιο επικοινωνιακός και οι ταινίες γνώριζαν μεταγαλύτερη επιτυχία. Για παράδειγμα ‘Τα Τσακάλια’ στην πρώτη εβδομάδα είχαν κόψει 600.000 εισιτήρια, ενώ τώρα αν μια ταινία κόψει 50.000 εισιτήρια στο σύνολο θεωρείται επιτυχία. Ήταν άλλα τα μεγέθη. Άλλες οι ζυμώσεις και διαφορετική η συμπεριφορά του κόσμου».

Σε φοβίζει το γεγονός ότι αν παίξεις σε μια ταινία τώρα, θα υπάρχει πάντα η σύγκριση με τα 80’s και το πώς σε είχαν συνδυάσει τότε στο μυαλό τους;
«Το σκοτάδι με φοβίζει. Αυτά δεν με φοβίζουν. Τώρα θα ήθελα να κάνω δράμα. Μου αρέσει το σοβαρό. Έχω την αίσθηση ότι την κωμωδία, την παίζουμε σαν να μην είναι κωμωδία. Δεν μου αρέσει η συμπεριφορά και ο χαρακτήρας των ανθρώπων που δεν αναγνωρίζονται. Καταλαβαίνω τα ευτράπελα και τις χιουμοριστικές καταστάσεις, αλλά δεν καταλαβαίνω το υπερβολικό το παίξιμο, το οποίο δεν το βλέπεις πουθενά στην πραγματικότητα. Το υπερβολικό δεν βγάζει το αστείο. Εμένα δεν μου αρέσει το εμφανές αλλά να το ανακαλύπτει άλλος. Μιας και είπες για φόβο. Πέρυσι ήμουν σε μια θεατρική παράσταση με την Άννα Βαγενά, την ‘γλυκυτάτη γαία πατρίς’ όπου είχα έναν από τους μεγαλύτερους ρόλους που έχω κάνει. Τον στρατηγό Γεώργιο Σολωμό ο οποίος μιλούσε στην καθαρεύουσα. Ένα κείμενο απίστευτα βαθύ όπου καταλάβαινες το εύρος και το κύρος της ελληνικής γλώσσας.»

Για τον λόγο του ότι δεν έχεις αλλάξει εμφανισιακά σε σχέση με την εποχή που έγινες γνωστός στο ευρύ κοινό και ο κόσμος σε λάτρεψε μέσα από τις ταινίες των 80s, εξακολουθεί και σήμερα να σε σταματάει στον δρόμο και να θέλει να μοιραστεί μαζί σου κάποιες κουβέντες ή να βγάλει μια φωτογραφία;
«Παίζονται οι ταινίες μου στα κανάλια, ζω μέσα από τις επαναλήψεις και η αλήθεια είναι ότι ο κόσμος που έχει μεγαλώσει μαζί μου, δείχνει και πολύ ζεστός απέναντί μου. Και αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι δέχομαι αυτήν την αγάπη και από παιδιά που δεν είχαν ζήσει εκείνη την εποχή. Όμως όπως είπα, από τις ταινίες που παίζονται στην τηλεόραση, προφανώς με έμαθε και η νέα γενιά. Και τους κάνω κλικ».

Βλέπω με συγκίνηση τις παλιές ταινίες

Εσύ παρακολουθείς τις παλιές ταινίες σου;
«Αναλόγως. Αν είμαι σπίτι και πετύχω κάποια στην τηλεόραση, μπορεί να καθίσω και να την παρακολουθήσω. Και τις βλέπω με συγκίνηση. Οπως θα συγκινηθεί και κάποιος που θα δει παλιές του φωτογραφίες. Και εγώ παρακολουθώντας τις ταινίες, μου έρχονται στο μυαλό οι αναμνήσεις από τότε. Το παρασκήνιο, τι είχε γίνει στο γύρισμα, που να είναι τα παιδιά σήμερα. Και τις βλέπω με νοσταλγία. Όμως, συστηματικά, δεν θα καθίσω να τις δω.»

Σου έχει λείψει εκείνη η εποχή; Του ελληνικού σινεμά έτσι όπως το έζησες εσύ, όπως επίσης και η εποχή της βιντεοκασέτας;
«Αν πω ότι μου έχει λείψει κάτι, αυτό είναι στο σύνολό της η εποχή! Όμως είναι και λίγο ουτοπικό. Σαν να λες ότι σου λείπουν τα παιδικά σου χρόνια. Ε, σε όλους λείπουν. Και αν επιμείνεις εκεί, χάνεις το σήμερα το οποίο είναι πολύ συναρπασικό. Να δεις τι θα γίνει. Με συγκινεί, με ανησυχεί και με συναρπάζει το τώρα. Ζούμε κοσμογονικές αλλαγές.

Πριν μου πεις πώς σε βρήκε ο Γιάννης Δαλιανίδης για να πρωταγωνιστήσεις σε ηλικία 21 ετών στα «Τσακάλια», έχω μια άλλη απορία… Τα τραγούδια όπως για παράδειγμα το «Come with me για να τη βρεις» ή το «Άντε σπασε ρε μαλάκα», ήταν δικά σου; Εσύ έγραφες στίχους και έφτιαχνες τη μουσική;
«Όχι. Κάποια από αυτά τα είχε μελοποιήσει ο Κατσαρός, κάποια άλλα ο Θεοδοσιάδης, κάποια άλλα ο Θανάσης Μπίκος και εγώ απλά τα εκτελούσα βάσει του ρόλου. Οι στίχοι για παράδειγμα ήταν του Δαλιανίδη. Και το Ωδείο Αθηνών που τελείωσα, δεν ήταν κάποιο μουσικό. Τη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών τελείωσα. Και εκεί με είδε ο Δαλιανίδης όπου είχα κάνει μια οντισιόν με πάρα πολλά παιδιά. Και με επέλεξε για τα ‘Τσακάλια’. Αυτή ήταν η πρώτη ταινία, ενώ είχε προηγηθεί και ένα θέατρο με τον δάσκαλό μου. Και σιγά-σιγά μπήκα στον χώρο».

Από αυτά τα τραγούδια, είχες κάποιο ως το αγαπημένο σου;
«Όλα είναι στην ίδια κλίμακα. Όμως το ‘άντε σπάσε’ το χρησιμοποιώ και στην ‘μουσική συνέντευξη’ που κάνω.»

Μπαίνοντας τότε στον χώρο, είχες στο πίσω μέρος του μυαλού σου ότι μελλοντικά θα γνώριζες μια τέτοια επιτυχία;
«Όχι. Αυτό είναι κάτι που μονίμως θα με ξαφνιάζει…»

Αν και εφόσον είχες κάνει ένα διαφορετικό ξεκίνημα, με τελείως διαφορετικούς ρόλους, θεωρείς ότι θα είχες ακολουθήσει και ανάλογο μοτίβο ή ο ρόλος του ωραίου έφηβου, του αντιδραστικού, του εντός εισαγωγικών «αλήτη», του ρομαντικού επίσης, σου ταίριαζε περισσότερο και αργά ή γρήγορα θα τον ακολουθούσες;
«Όταν έκανα, ‘Τα Τσακάλια’ και είχα κάνει όνομα χωρίς να το ξέρω και εγώ ο ίδιος και ζούσα εκδηλώσεις λατρείας από τον κόσμο, είχα δώσει οντισιόν στον Χατζηδάκι. Στην ‘Πορνογραφία’. Είχα πάει με έναν φιλαράκο συμφοιτητή μου από τη σχολή και καθόμασταν ανάμεσα σε 200 άτομα πίσω-πίσω. Τότε ήταν ο Φλερύ και έδειχνε κάποιες χορογραφίες ενώ εγώ με τον φίλο μου κάναμε πλάκα. Αμέσως ο Χατζηδάκις σηκώθηκε και μας έβγαλε έξω από την αίθουσα. Όμως στο τέλος με πήρε! Και όχι μόνο με πήρε, αλλά με έκανε και πρωταγωνιστή. Η Νοταρά έκανε τον πατέρα μου, εγώ έκανα μια κινέζα αυτοκρατόρισσα, ενώ ο Χάρης Ρώμας έκανε τον βασιλιά.»

Και ύστερα πήγες εν μία νυκτί στην Αμερική;
«Ναι, είχα φύγει για την Αμερική με μια κοπελίτσα μηχανόβια, όταν έκανα την Ρόδα Τσάντα και Κοπάνα. Ξεκινήσαμε βόλτα και φτάσαμε έως το Λος Άντζελες. Τότε δεν σκεφτόμουν καριέρα, ούτε ότι θα βιοποριστώ από αυτήν την ιστορία, ούτε θα επενδύσω, ούτε τίποτα. Όλα ήταν μια τρέλα τότε. Και νομίζω ότι χαρακτήριζε και την εποχή. Πήγα λοιπόν στην Αμερική και δούλευα σε μπεργκεράδικα στο Μπέβερλι Χιλς για έξι μήνες. Μετά χωρίσαμε, γνώρισα μια Εβραία, ήταν να παντρευτώ και να πάρω την υπηκοότητα, αλλά είδα τον αμερικάνικο τρόπο ζωής και δεν μου άρεσε. Φάνηκα πολύ Έλληνας εκεί! Οπότε επέστρεψα και άρχισα τις ταινίες. Αμέσως μετά με πήρε ο Καραγιάννης και μου έκανε συμβόλαιο για πέντε χρόνια για να μην μπορώ να φύγω. Όταν έκανα ‘Τα Τσακάλια’ δεν είχα συμβόλαιο. Ήμουν απλά ένα παιδάκι από την Δραματική Σχολή και με είχε επιλέξει ο Δαλιανίδης ανάμεσα σε 400 άτομα…»

Ομολογώ ότι περιμένα να σε δω και σε ταινίες όπως οι «Χούλιγκαν» ή η «Θυρα 7» που ήταν επίσης της εποχής και αφορούσε νέα παιδιά. Δεν έτυχε να σου γίνει κάποια πρόταση;
«Δεν μπορούσα να παίξω σε άλλες ταινίες γιατί είχα συμβόλαιο με τον Καραγιάννη…»

Ασχολιόσουν καθόλου τότε με τα αθλητικά;
«Όχι. Όμως είμαι Παναθηναϊκός. Βέβαια έχω μείνει ακόμα στα παλιά και το πώς ήταν ο αθλητισμός τότε. Δεν μου αρέσει τώρα αυτό που γίνεται με τους πολλούς ξένους παίκτες, όπως επίσης δεν μου αρέσει και η όλη ιστορία με τους οργανωμένους οπαδούς. Κρύβει πολύ χουλιγκανισμό και όχι πολιτισμό. Το ποδόσφαιρο από την άλλη είναι εξαιρετικό…»

Πήγαινες γήπεδο;
«Ναι, πήγαινα παλιά. Μάλιστα έχω κάνει και ένα σίριαλ με την Φιλίνη. Το ‘O κανονιέρης και η βεντέτα’ όπου υποδυόμουν έναν ποδοσφαιριστή!»

Ταινίες όπως τα «Τσακάλια» ή «Όταν οι Ρόδες Χορεύουν» ή «Σατανάδες στα Σχολεία» που είχαν ως θέμα τα ναρκωτικά, σε επηρέαζαν και στην κανονική σου ζωή; Ως προς το πώς αντιμετώπιζες την καθημερινότητα και αυτά τα φαινόμενα;
«…επίσης να συμπληρώσω τις μηχανες και το πώς ένας νέος ήθελε να κάνει εύκολη τη ζωή του. Αυτή ήταν η φιλοσοφία κάποιων παιδιών τότε αλλά δεν αντιπροσώπευε όλους όσους σπούδαζαν και ήταν πιο σοβαροί και οργανωμένοι. Για να απαντήσω σε αυτό, δεν επηρέαζε την ζωή μου, αλλά τον ρόλο μου. Αυτό που έπαιζα εκείνη τη στιγμή ήταν αποσπασματικό αλλά επειδή είμαι ηθοποιός, ταυτιζόμουν με τον ρόλο».

Τι σου ταίριαζαν περισσότερο; Τέτοιους είδους ταινίες ή πιο ανάλαφρες και για το τηλεοπτικό κοινό όπως η Ρόδα Τσάντα και Κοπάνα, ή Καμικάζι αγάπη μου ή το Βασικά Καλησπέρα σας ή το Έλα να γυμνωθούμε ντάρλινγκ;
«Τις διασκέδασα όλες τις ταινίες. Καθεμία είχε να σου δώσει κάτι ξεχωριστό. Η ανάλαφρη κωμωδία είχε το αλέγκρο, το ανέμελο, ενώ η δραματική ήταν πιο σοβαρή και έπρεπε οι εκφράσεις σου να είναι πιο βαθιές, πιο ανθρώπινες και πιο υποκριτικές. Αυτό που έμαθα στην πορεία των 40 χρόνων είναι ότι οτιδήποτε και αν κάνει κανείς, πρέπει να γίνεται με σοβαρότητα. Να ασχολείται σοβαρά. Για παράδειγμα έχω αντιμετωπίσει με την ίδια σοβαρότητα τον Σαίξπηρ, τον Φώσκολο, τον Δαλιανίδη, τον Κασόλα. Κάθε συγγραφέας είναι σημαντικός στο κομμάτι του και σε αυτό που κάνει. Και αυτό είναι μια γενική αρχή. Είτε είναι κάποιος καλλιτέχνης, είτε τεχνοκράτης, είτε οτιδήποτε…»

Κάναμε πολύ παρέα με τον Στάθη, την Καίτη και την Σοφία

Πέρα από αυτό, ποιοι ήταν οι αγαπημένοι σου ηθοποιοί από αυτούς με τους οποίους συνεργάστηκες εκείνη την εποχή; – Κάνατε παρέα και εκτός γυρισμάτων; – Έχεις κρατήσει επαφή;
«Το διαχωριστικό έξω από τη δουλειά ήταν αφανές. Για παράδειγμα τελείωνε η δουλειά, τα γυρίσματα και διασκεδάζαμε μετά μεταξύ μας. Αυτή η φρεσκάδα που βγαίνει στις ταινίες ήταν και προέκταση της προσωπικής μας ζωής. Και μπορώ να πω ότι το τραγούδι που έβγαλαν τα ‘Ημισκούμπρια’ με την Ελπίδα, ‘στην παλιά ντισκοτέκ’ που λέει ‘κι ήταν όλοι τους εκεί η Σοφία κι ο Σταμάτης, Πάνος, Στάθης και Καιτούλα’ ισχύει 100%! Κάναμε πολύ παρέα με τον Στάθη τότε. Εκείνου του άρεσαν τα μπουζούκια, αλλά εγώ ήμουν της ντισκοτέκ…»

Δεν μπορώ να μην σε ρωτήσω εάν και εφόσον υπήρξε κάποιο ειδύλλιο τότε με κάποια από τις συμπρωταγωνίστριές σου…
«Ε, βγαίναμε τετράδα. Ο Στάθης με την Καίτη και εγώ με την Σοφία (σ.σ. Αλιμπέρτη). Δηλαδή και στην προσωπική μας ζωή σε σχέση με τις ταινίες, ήταν ένα και το αυτό…»

Και πότε είχε προκύψει το ειδύλλιο με την Σοφία;
«Μετά το ‘Καμικάζι Αγάπη μου΄ με το γνωστό ‘Με λένε Αλέξη, σε λένε Σοφία’. Όμως όπως σου είπα ήταν ασαφή τα όρια. Ποιος ήταν ο ρόλος σου, ποια ήταν η πραγματικότητα. Μπορεί να ζήλευες στην πραγματικότητα και έναν ρόλο που ήταν ανταγωνιστής σου».

Ζήλια υπήρχε αν έπρεπε για παράδειγμα να φιλήσει κάποιον άλλον πρωταγωνιστή;
«Ναι, υπήρχε. Σου λέω, δεν ήταν ξεκάθαρα τα όρια μεταξύ δουλειάς-ζωής. Ζούσαμε περίπου ίδια. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησα τις διαφορές. Για παράδειγμα. Στην Δραματική Σχολή που ήμουν είχα έναν μονόλογο. Του Κοκτώ. Και ο οποίος διάλογος αναφερόταν σε έαν ζευγάρι που είχε γνωριστεί σε ένα πανηγύρι και είχε ερωτευτεί. Εκείνο το διάστημα εγώ είχα χωρίσει με μία πιτσιρίκα που ήμουν και μέσα από το βίωμά μου, έλεγα τον διάλογο και ζούσα το προσωπικό μου, τότε, δράμα. Είχε σπάσει η φωνή μου και είχα δακρύσει. Ζούσα την πραγματικότητα. Και αφού τελείωσα περίμενα από τον δάσκαλό μου, τον Μυράτ, να μου πει μπράβο και αντίθετα μου είπε: ‘Σκ…α!’ Χάλια!’ Και είδε δίκιο. Πάντα πρέπει να υπάρχει αυτή η απόσταση γιατί αλλιώς δεν υπάρχει έλεγχος. Πρέπει να ελέγχεις το συναίσθημά σου.»

Αν θα σου έλεγα να επιλέξεις ένα ΤΟΡ-3 των ταινιών από τότε; Ποιες θα έβαζες ως αυτές που είτε σου αρέσουν περισσότερο, είτε για κάποιους δικούς σου λόγους, τις τοποθετείς ψηλότερα;
«Δεν τις ξεχωρίζω ποιοτικά, αλλά μόνο σημαδιακά στην ζωή μου. Για παράδειγμα η πρώτη ήταν ‘Τα Τσακάλια’ η οποία και με έβγαλε στον χώρο κατά κάποιον τρόπο. Όλες οι άλλες είναι στην ίδια κλίμακα. Όπως για παράδειγμα στον «Μελισσοκόμο» του Αγγελόπουλου είχα κάνει ένα μικρό, αλλά εντυπωσιακό ρόλο στην Τσαριτσάνη. Εμπειρία πανάκριβων γυρισμάτων. Όμως αυτές οι ταινίες που έκανα εγώ δεν ήταν τόσο ακριβές, όσο κάποιες άλλες που είχαν πολύ υψηλό μπάτζετ. Όμως η χρηματική διαφορά δεν κάνει και την ποιοτική διαφορά. Ήταν μια εμπειρία για μένα όπως επίσης και «η Ζούγκλα της Αθήνας» του Παπαγιαννίδη. Είχα κάνει και αρκετές κουλτουριάρικες…»

Οι γιοι σου τι σου λένε για εκείνες τις ταινίες; Πώς σε κριτικάρουν;
«Δεν ξέρω αν τις βλέπουν. Προφανώς και θα τις βλέπουν. Με τους γιους μου, μας αρέσει να λέμε και να φτιάχνουμε ιστορίες…»

Υπήρχε κάποια ταινία που θα ήθελες να παίξεις αλλά δεν σου έγινε ποτέ πρόταση;
«Όχι αλλά υπήρχαν ταινίες που έφτασαν στο παρά πέντε και μου έφαγαν άλλοι τον ρόλο. Υπήρχαν συμφέροντα από κάτω και συγγενικές σχέσεις. Ας μην αναφερθούμε σε ονόματα. Έχω δει πολλά σε αυτόν τον χώρο, αλλά έχω μάθει να τα διαχειρίζομαι. Δεν είναι αγγελικός και τόσο ξεκάθαρος ο χώρος.»

Κάποιο απωθημένο που σου έχει μείνει ίσως;
«Πριν από πολλά χρόνια, όταν είχα πρωτοβγεί και ήμουν σταράκι, εμπορικός και παιδί του Δαλιανίδη, είχα δώσει οντισιόν στο Εθνικό Θέατρο για να παίξω τον Ρομέο. Ο σκηνοθέτης με ήθελε αλλά τελικά δεν με πήρανε για… βεβαρυμένο παρελθόν όπως ήταν η δικαιολογία του Εθνικού Θεάτρου. Επειδή ήμουν εμπορικός ηθοποιός! Και ότι δεν γινόταν ένας ηθοποιός του Δαλιανίδη να παίξει εκεί…»

Το γεγονός ότι είχες ταυτιστεί με έναν συγκεκριμένο τύπο ρόλων, σου έκοβε τον δρόμο για κάτι άλλο;
«Βέβαια! Φυσικά! Είμαστε αλαζονικός και περίεργος λαός. Κολλημένος…»

Πώς σου φαίνεται ότι μια ατάκα σου σε μια κινηματογραφική ταινία και μάλιστα στην πρώτη σου, παραμένει μέχρι και σήμερα πασίγνωστη, ακόμα και σε άτομα πολύ μικρής ηλικίας; Και όχι επειδή την συνηθίζουν να λένε, αλλά επειδή είναι δική σου.
«Ναι, μπορεί. Ίσως να ήταν και η στιγμή της. Μάλιστα ήταν κάτι που φοβόταν ο Γιάννης (σ.σ. Δαλιανίδης). Του είχα πει: ‘Να μπω μέσα και να πω ”με θυμάσαι ρε π….η’;”’ Όμως ήταν διστακτικός γιατί ήταν κάτι δικό μου. Όμως στο τέλος γύρισε και μου είπε ‘τέλος πάντων, άντε πες το’. Και τελικά ήταν το κάρμα της για να μείνει αυτή τη ατάκα. Όπως επίσης και από το τραγούδι. Το ‘άντε σπάσε ρε μαλ…α’».

Στις περισσότερες ταινίες της εποχής ακούγαμε φράσεις του στυλ «θα γίνουμε μπίλιες, μην μου τη σπας, μην μου τη βγαίνεις με κόκκινο» και πολλές άλλες παρόμοιες. Ήταν βάσει σεναρίου ή βάζατε και τις δικές σας πινελιές;
«Η φρασεολογία ήταν της εποχής και του σεναρίου. Εκτός από τους χαρακτήρες, ο Δαλιανίδης είχε την ευφυΐα να αποτυπώνει και την φρασεολογία. Ήταν ο πιο νέος απ’ όλους. Γι’ αυτό και κάναμε τόσο πολύ παρέα. Μας έλεγε συνέχεια να βγούμε έξω, να πάμε στην ντίσκο και ήταν ήταν εκείνος που μας ξεκούναγε! Έβλεπε, άκουγε, παρατηρούσε, αντέγραφε. Και γι’ αυτό ήταν τόσο καλό και αντιπροσωπευτικό το αποτέλεσμα. Αποτύπωνε μια ολόκληρη εποχή!»

Θυμάσαι κάτι ευτράπελο, κάτι αστείο ή αναπάντεχο που συνέβη στα γυρίσματα;
«Στα ‘Τσακάλια’ την μισή ταινία την έκανα με σπασμένο χέρι. Ήμουν κάπου με την κοπελιά μου τότε, είχαμε πάρει κάτι στο χέρι και είχα ένα μικρό μηχανάκι. Ήρθε ένα αυτοκίνητο δίπλα μου, πάτησα μπροστινό φρένο, έπεσα κάτω και έσπασα το αριστερό χέρι μου. Στη μισή έχω μπανταρισμένο το χέρι, αλλά δεν φαίνεται. Μου είχε βάλει τις φωνές τότε ο Δαλιανίδης, με έριξε στο φιλότιμο και άρχισα να σπάω τον γύψο ώστε να μπορώ να παίξω. Και δεν έθρεψε ποτέ καλά το χέρι μου. Ακόμα και την παραμονή του Dancing with the Stars είχα γλιστρήσει σε κάτι κοστούμια και είχα σπάσει το δεξί μου χέρι. Όλο κάτι μου συμβαίνει. Να χτυπήσω ξύλο!»

Τα γυρίσματα στις ταινίες κρατούσαν δύο μήνες περίπου

Αν ανατρέξεις σε όλες τις σκηνές… Ποια είναι η αγαπημένη σου;
«Μία αγαπημένη σκηνή είναι στους Επικίνδυνους. Ήμασταν μαζί με την Σοφία και τρέχαμε με την μηχανή, αλλά πέσαμε κάτω και εκείνη χτύπησε. Την είχα πάρει στα χέρια αγκαλιά, ήταν αναίσθητη και φώναζα βοήθεια. Όμως δεν σταματούσε κανείς.»

Και στο «Βασικά Καλησπέρα σας» είχατε κάνει πράγματι «ντου» με μηχανές σε μαγαζί;
«Ναι! Δεν ήταν σε κάποιο στούντιο το γύρισμα, αλλά σε κανονικό μαγαζί! Και μπήκαμε μέσα με τις μηχανές!»

Πόσο διαρκούσαν τα γυρίσματα μίας ταινίας;
«Περίπου 50-60 μέρες. Δύο μήνες δηλαδή. Μετά βέβαια υπήρχε το μοντάζ, το οποίο μου άρεσε πολύ να παρακολουθώ. Σήμερα υπάρχει η ευκολία από τη στιγμή που είναι όλα ψηφοποιημένα. Τότε ήταν δύσκολα. Έπρεπε να δεις το φιλμ, να κόψεις, τα πάντα. Τότε έκανα παρέα με τον Γιάννη Δαλιανίδη και πήγαινα μαζί του στο στούντιο και παρακολουθούσα το μοντάζ. Είχε πολλά μυστικά για το πώς θα παρουσιάζονταν οι σκηνές».

Αν μπορούσες να γυρίσει τον χρόνο πίσω, θα άλλαζες κάτι στην καριέρα σου; Να έκανες κάτι το διαφορετικό;
«Όχι. Στην καριέρα μου, όχι. Όμως κάποια άλλα ναι. Όπως το να μην στεναχωρήσω κάποιους ανθρώπους. Και καποια πράγματα να μην τα έβλεπα τόσο επιπόλαια τότε. Όμως δεν μαθαίνεις εάν και εφόσον δεν κάνεις κάποια λάθη».

Ήταν καλά τα χρήματα τότε από τις ταινίες;
«Ναι, ήταν. Βέβαια τα πάντα εξαρτιόνταν από τις ανάγκες που είχες. Δεν ήταν ευκαταφρόνητα τα χρήματα. Ήταν και η εποχή πιο εύκολη. Μπορούσες να την βγάλεις ωραία. Δεν ήταν αστρονομικά τα ποσά όπως τη δεκαετία του ’60, αλλά ήταν καλά. Για παράδειγμα ο Παράβας μου έλεγε ότι έκανε μια ταινία και ύστερα αγόραζε και ένα διαμέρισμα. Σε εμάς δεν ήταν τόσα. Και φαντάζομαι ότι τώρα δεν είναι τόσα, όσα ήταν με τη δική μας εποχή».

Πώς ήχησε στα αυτιά σας η αυτοκτονία της Ρένας Παγκράτη;
«Είχαμε μια πολύ γλυκειά σχέση. Ήμασταν μαζί στο θέατρο και στις ταινίες. Ήμασταν φιλαράκια. Βγαίναμε και έξω. Τελευταία την είχα χάσει γιατί είχε κλειστεί πολύ στον εαυτό της. Με ξάφνιασε η αυτοκτονία της Ρένας. Είναι πράγματα που δεν μπορείς να ερμηνεύσεις. Στον θάνατο λες είναι μοιραίο και θα συμβεί. Όμως όταν προέρχεται από προσωπική σου επιλογή, στα ανατρέπει όλα. Σε ξαφνιάζει! Ήταν τόσο γλυκό παιδί, γεμάτη με όρεξη για ζωή. Δεν μπόρεσα να το ερμηνεύσω ποτέ. Και επίσης έφυγε και το πολύ καλό μου φιλαράκι, ο Κώστας Ευριπιώτης. Ας μην το βαρύνω όμως».

Πώς ήταν η εμπειρία σου από το Dancing with the Stars και το Your Face Sounds Familiar;
«Εξαιρετική. Θα έλεγα ανεπανάληπτη και αξέχαστη. Και ξέρεις υπήρχε πριν βγουμε στη σκηνη αγωνία: ‘θα τα πεις τα λόγια σου; Θα κάνεις αυτά που πρέπει;’ Το Your Face είχε πάρα πολλή δουλειά και ήταν δύσκολο. Έμπαινες σε άλλον χαρακτήρα και τον μελετούσες. Αυτό που κάναμε ήταν άθλος εκεί σε διάστημα μίας εβδομάδας. Και στο Dancing έπρεπε να κάνεις σωστά τα χορευτικά.»

Για τον λόγο του ότι είσαι συνειδητοποιημένος άνθρωπος και με άποψη, έχεις σκεφτεί ποτέ το ενδεχόμενο να ασχοληθείς και με την πολιτική;
«Μου είχε γίνει πρόταση. Θέλω να έχω καθαρή την σκέψη μου. Να έχω την κρίση μου και την επιλογή μου. Δεν θέλω να μπαίνω σε καλούπια. Ένας από τους λόγους που μου αρέσει που είμαι ηθοποιός, δημιουργός και καλλιτέχνης γενικότερα, είναι αυτό το πράγμα. Εχω αυτήν την ελευθερία…»

Φωτογραφίες / Βίντεο: Χρήστος Λώλος

Πηγή: gazzetta.gr