Με αδιευκρίνιστη καταγωγή αλλά χριστιανικό όνομα, το κομπολόι έχει σταθεί για αιώνες πιστός σύντροφος του ανθρώπου.

Οι χριστιανοί άγγιζαν απαλά έναν έναν τους κόμπους λέγοντας προσευχές, οι μουσουλμάνοι στριφογύριζαν τα εντυπωσιακά κομπολόγια τους με μαεστρία επιδεικνύοντας τη θέση τους στην ιεραρχία, οι μάγκες χτύπαγαν με δύναμη τις χάντρες για να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, ενώ οι εραστές του καλού κομπολογιού τις χαϊδεύουν τελετουργικά απολαμβάνοντας την αφή, τον ήχο και τη μυρωδιά του πολύτιμου υλικού τους. Το κομπολόι έχει μεγάλο παρελθόν.

Οι συλλέκτες και δημιουργοί κομπολογιών Κωσταντής Παπουτσόγλου και Σπύρος Παπαδάκης μας ταξιδεύουν στο 500 π.Χ. όπου σύμφωνα με την παράδοση κάπου στη Βόρεια Ινδία, οι Βουδιστές μοναχοί πέρασαν 108 χάντρες σε ένα σχοινί για να μετρούν τις προσευχές τους.

«Η ιστορία λέει ότι μετά την Ινδία εξαπλώθηκε στην υπόλοιπη Ασία, στη Μέση Ανατολή και μετά ήρθε στην Ευρώπη.» Σύμφωνα με άλλες πηγές ένα αντίστοιχο «κομπολόι» χρησιμοποιούσαν και οι αρχαίοι Ελληνες κυρίως κατά τη διάρκεια των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Μέχρι τη σύγχρονη Ελλάδα έφθασε το κομπολόι που κατασκεύαζαν οι μοναχοί στο Αγιον Ορος με 33 μάλλινους κόμπους για να μετρούν τις προσευχές τους. Τα ελληνικά κομπολόγια σήμερα αποτελούνται από 17 μέχρι 33 χάντρες, πάντα μονές στον αριθμό. Ο μονός αριθμός των χαντρών έχει να κάνει με την αισθητική, την ισορροπία και το παίξιμο του κομπολογιού.

Το κομπολόι των ισλαμιστών [Ισλαμικό προσευχητάρι] αποτελείται από 99 χάντρες, που λόγω όγκου έγιναν 33 για να μετρούν επί 3 φορές τις 99 ιδιότητες του Αλλάχ. Το κομπολόι των καθολικών [ροζάριο] αποτελείται από 50 χάντρες χωρισμένες ανά 10 και 5 στην κορυφή για να μετρούν τις προσευχές τους.

Το ελληνικό του όνομα, κομπολόι, αποκαλύπτει και τον λόγο της ύπαρξής του. Προκύπτει από τις λέξεις «κόμπο» και «λέγει» επειδή σε κάθε κόμπο, σε κάθε χάντρα λέμε μια ευχή. Ακόμα κι αν το άγγιγμά του δεν ακολουθούν προσευχές, είναι πλέον βέβαιο ότι ηρεμεί το πνεύμα, βοηθάει στην απομάκρυνση του άγχους, μας δίνει χρόνο για σκέψη, αποτρέπει τις κακές συνήθειες (τσιγάρο, ονυχοφαγία) αποτελεί κόσμημα αλλά και φυλαχτό και φυσικά κειμήλιο όταν είναι κληρονομιά από αγαπημένο πρόσωπο.

Τώρα πια όπως μας λέει ο Κώσταντής Παπουτσόγλου το κεχριμπαρένιο κομπολόι πρέπει πάντα να είναι δεμένο με νήμα, για να μη φθείρονται οι χάντρες, και διακοσμημένο με εξαρτήματα και στολίδια από ασήμι η και χρυσό. Παλαιότερα το παίξιμο του κομπολογιού ήταν αντρικό προνόμιο. Σήμερα οι γυναίκες το αγοράζουν ακόμα και σαν αξεσουάρ, ενώ πολλές φορές το φορούν κολιέ.

 
Χάντρες φορτωμένες αναμνήσεις  Χάντρες φορτωμένες αναμνήσεις

Κι αν αυτό που σας ανησυχεί είναι η τιμή του, ο Σπύρος Παπαδάκης μας καθησυχάζει: «Το καλό κεχριμπαρένιο κομπολόι δεν είναι ακριβή συνήθεια δεδομένου ότι μας προσφέρει θετική ενέργεια, ηρεμία και γαλήνη. Η τελική τιμή έχει σχέση με τον όγκο, το χρώμα, τον ήχο, την αφή και τα εξαρτήματα κατασκευής του. Μπορεί κάποιος να αγοράσει ένα ωραίο κομπολόι από κεχριμπάρι με ασημένια εξαρτήματα και από 45 ευρώ».

ΚΕΧΡΙΜΠΑΡΙ
Το πολύτιμο απολιθωμένο ρετσίνι

Η λέξη ηλεκτρισμός προέρχεται από το «ήλεκτρον» δηλαδή το κεχριμπάρι. Ο Θαλής κι ο Αριστοτέλης θεωρούσαν το κεχριμπάρι έμψυχο επειδή ηλεκτριζόταν με την τριβή κι είχε την ιδιότητα να έλκει μικρά αντικείμενα

Το κεχριμπάρι ή ήλεκτρο είναι ορυκτή ρητίνη που σχηματίστηκε από την απολίθωση διάφορων ρητινοφόρων δέντρων σε παλιότερες εποχές. Γι αυτό και μέσα της έχει κλείσει όλη τη ζωή ενός δέντρου. Φύλλα, χώμα ακόμα κι έντομα φυλακίζονται στην κολλώδη ρητίνη των δέντρων και μένουν για πάντα «στολίδια» του κεχριμπαριού και μάρτυρες του τόπου και του χρόνου. Το νεότερο κεχριμπάρι είναι ηλικίας 20 εκατομμυρίων χρόνων και το παλαιότερο περίπου 70 εκατομμυρίων χρόνων.

Η παλέτα των χρωμάτων του περιλαμβάνει από ανοιχτό κρεμ, χρυσοκίτρινο, κροκί, καφέ, κονιάκ και πολύ σπάνια μπλε, πράσινο, κόκκινο και μαύρο. Μπορεί να είναι διάφανο αλλά και αδιαφανή. Τα περισσότερα κεχριμπάρια περιέχουν εγκλείσματα. Φυσαλίδες, κλαράκια, φυλλαράκια, ζωύφια αλλά ακόμα και υπολείμματα ορυκτών. Δυστυχώς συχνά τα κομπολόγια που ονομάζονται «κεχριμπαρένια» δεν είναι αληθινά. Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή κι εμπιστοσύνη στον πωλητή για να αποκτήσετε το ιδανικό για σας κομπολόι με χάντρες από κεχριμπάρι. Είναι σχεδόν αδύνατο να διακρίνετε μόνοι σας αν το κεχριμπάρι σας είναι ατόφιο. Σήμερα τα περισσότερα κεχριμπάρια προέρχονται από τις ακτές της Βαλτικής θάλασσας.

Τα παλιά κεχριμπαρένια κομπολόγια που συναντάμε στις Αραβικές Χώρες είναι κατασκευασμένα από Βασιλικό κεχριμπάρι που το αγόραζαν από τις χώρες της Βαλτικής και με προσμείξεις άλλων υλικών κατασκεύαζαν κομπολόγια προσευχής τα περίφημα Καχραμάν που έχουν το χρώμα του κρόκου. Σύμφωνα με την παράδοση, ένας Αιγύπτιος με το όνομα Φατουράν, ανάμειξε λεπτή σκόνη κεχριμπαριού με λιβάνι, μαστίχα, βακελίτη και νέφτι για να φτιάξει ένα πιο ανθεκτικό υλικό που πήρε και το όνομά του. Καχραμάν και Φατουράν παλαιά έχουν μόνο συλλέκτες.

ΤΟ ΜΠΕΓΛΕΡΙ
Γρήγορα ο αρχικός χαρακτήρας του κομπολογιού άλλαξε. Ο θρησκευτικός του χαρακτήρας μετατράπηκε αρχικά σε σύμβολο πλούτου κι εξουσίας. Από τα ακριβά σαλόνια όμως, το κομπολόι κατέβηκε και στα σκοτεινά σοκάκια κι έγινε απαραίτητο αξεσουάρ κάθε «μάγκα» που ήθελε να κάνει αισθητή την παρουσία του από μακριά. Από τις 33 χάντρες έμεινα μόλις 16 ή και λιγότερες, η φούντα και ο παπάς αφαιρέθηκαν και η μικρή γιρλάντα που στριφογύριζε στον αέρα και μπαινόβγαινε ρυθμικά ανάμεσα από τα δάκτυλα ονομάστηκε μπεγλέρι. Στη δεκαετία του 80, το μπεγλέρι έμεινε μόλις με 2 χάντρες δεμένες στις άκρες ενός μικρού σχοινιού, ώστε να «παίζεται» με ευκολία ανάμεσα στα δάχτυλα του ενός χεριού.

ΤΑΝΙΑ ΜΑΡΚΟΥΤΣΑ
[email protected]

ethnos.gr