Ο Γιάννης Βόγλης θυμάται την περιπέτεια των γυρισμάτων μιας από τις πιο γνωστές ταινίες του, η οποία περιέχει και μία από τις πιο θρυλικές ατάκες του ελληνικού σινεμά, το «στάσου, μύγδαλα»
Ο Γιάννης Βόγλης και η Αν Λόμπεργκ, πρωταγωνιστές της ταινίας «Κορίτσια στον ήλιο»
Το πιο παράξενο γεγονός σχετικά με την cult ελληνική ταινία «Κορίτσια στον ήλιο» τουΒασίλη Γεωργιάδη, που γυρίστηκε το καλοκαίρι του 1967 στην Ανδρο και συγχρόνως αποτελεί τον πιο χαρακτηριστικό τίτλο στη φιλμογραφία του πρωταγωνιστή της, Γιάννη Βόγλη (με την εξαίρεση ίσως του «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο», επίσης του Γεωργιάδη), είναι το ότι οφείλει την ύπαρξή της σε μια άλλη ταινία. Στην κυριολεξία. Το ακόμη πιο παράξενο δε είναι ότι η ταινία στην οποία οφείλει την ύπαρξή της εκ πρώτης δείχνει να έχει ελάχιστη σχέση μαζί της.
«Ολα ξεκίνησαν στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης» θυμάται σήμερα ο Γιάννης Βόγλης που μας υποδέχθηκε στο σπίτι του, στην Παλλήνη, για μια κουβέντα που εν τέλει ξεπέρασε τις δύο ώρες. «Ο “Τζίμης ο τίγρης” του Παντελή Βούλγαρη, που αναφερόταν στη σχέση μιας ξένης με έναν Ελληνα στην Αθήνα, είχε πάρει το πρώτο βραβείο. Εκείνη την εποχή όμως ήταν επίσης στη μόδα οι ιταλικές σπονδυλωτές ταινίες που αποτελούνταν από σκετς. Η ιδέα λοιπόν του παραγωγού Κλέαρχου Κονιτσιώτη ήταν να κάνει μια σπονδυλωτή ταινία με θέμα τον ελληνικό τουρισμό που επίσης, τότε, αναπτυσσόταν με ραγδαίους ρυθμούς». Αυτό που σχεδιάστηκε ήταν μια ακόμη μικρού προς μεσαίου μήκους ταινία σκηνοθετημένη από τον Βασίλη Γεωργιάδη και μια από τον Ερρίκο Ανδρέου. Ο Βούλγαρης συμφώνησε με την ιδέα, ο Κονιτσιώτης πρότεινε στον Ιάκωβο Καμπανέλλη τη συγγραφή του σεναρίου του σκετς του Γεωργιάδη και η γερμανίδα ηθοποιός Αν Λόμπεργκ, την οποία ο Γεωργιάδης είχε ήδη δει σε μια ταινία, θα πρωταγωνιστούσε στον ρόλο μιας ξένης, της Αναμπελ, που γνωρίζεται με έναν έλληνα βοσκό, τον ήρωα του Βόγλη. «Η Αν άρεσε πάρα πολύ στον Βασίλη που εν τέλει την ερωτεύτηκε» είπε χαρακτηριστικά ο ηθοποιός.
Παπούτσι από τον τόπο σου
Εμενε να βρεθεί ο χώρος των γυρισμάτων, στόχος ήταν ένα απόμακρο, κάπως ερημικό χωριό. Ιδέα του Βόγλη ήταν το Μπατσί της Ανδρου όπου τελικά το φιλμ γυρίστηκε. «Η μητέρα μου ήταν από την Ανδρο, από το Πάνω Κόρθι» είπε «και έτσι γνώριζα πολύ καλά το νησί αλλά και τους κατοίκους του. Επί χρόνια κάθε καλοκαίρι παραθέριζα στο Μπατσί, στο σπίτι της φίλης, Βίκυς Σαμαρίνα, στο “σπίτι του παππού” όπως το αποκαλούσε, σε ένα εκπληκτικό σημείο με εκπληκτική θέα». Ομως τα χρήματα της παραγωγής ήταν ελάχιστα, οπότε το «Κορίτσια στον ήλιο» εξελίχθηκε σε «οικογενειακή υπόθεση». Χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες του ο Βόγλης φρόντισε για τη φθηνή διαμονή του συνεργείου και των ηθοποιών στα ξενοδοχεία, ενώ για λόγους οικονομίας στην ταινία έπαιξε τόσο ο Γεωργιάδης όσο και ο Κονιτσιώτης. Η καταπληκτική φωτογραφία του Νίκου Γαρδέλη έγινε «μόλις με δυο φώτα σε ένα νησί που δεν είχε σχεδόν καθόλου φωτισμό!». Μάλιστα, ο Γεωργιάδης επέμενε στο ασπρόμαυρο φιλμ, παρά την επιμονή πολλών να γυριστεί έγχρωμο.
Ο λόγος ήταν απλός. Ο «Τζίμης ο Τίγρης» είναι επίσης γυρισμένος σε ασπρόμαυρο.
Ολα πήγαν θαυμάσια στα γυρίσματα, ακολούθησε το μοντάζ και η πρώτη δοκιμαστική προβολή στο στούντιο Αλφα, παρόντος του Σταύρου Ξαρχάκου, ο οποίος θα έγραφε τη μουσική. «Μετά την προβολή, από το στούντιο Αλφα ως τη διασταύρωση της λεωφόρου Αλεξάνδρας με την Κηφισίας δεν μιλούσε κανείς μέσα στο αμάξι» θυμάται ο Βόγλης. «Ωσπου κάποια στιγμή ο Κονιτσιώτης λέει “Τώρα πείτε μου, τι είδαμε;”. Είχε κάτι αυτή η ταινία που δεν μπορούσαμε να προσδιορίσουμε. Ο ίδιος ο Βόγλης, τότε, την είχε παρομοιάσει με ένα ποτήρι σαμπάνια. «Ευχάριστο όταν το πίνεις αλλά μετά σου αφήνει μια μικρή πίκρα».
Αφού μπήκε η μουσική, προέκυψε ένα πρόβλημα που θα καθόριζε τη μοίρα της ταινίας. Η διάρκεια, κάτι λιγότερο από μία ώρα, ήταν μεγαλύτερη από τον χρόνο που έπρεπε ώστε να συμπεριληφθεί ως ένα από τα τρία σκετς στη σπονδυλωτή ταινία που είχαν ως τότε όλοι στο μυαλό τους. «Να την κόψουμε; Δεν σήκωνε. Τι να κόψεις; Να γίνουν δύο τα σκετς αντί για τρία; Και αυτό δεν θα ήταν καλό. Οπότε ο Καμπανέλλης, νομίζω, έριξε την ιδέα της επιμήκυνσης της ταινίας ώστε να γίνει μεγάλου μήκους. Ετσι λοιπόν το υπόλοιπο μέρος, όπου η ιστορία ολοκληρώνεται, γυρίστηκε χειμώνα στην Αθήνα». Ο Βόγλης θυμάται καλά και αυτά τα γυρίσματα γιατί στη διάρκειά τους έγινε και το βασιλικό πραξικόπημα, η αποτυχημένη προσπάθεια του βασιλιά Κωνσταντίνου να ανατρέψει τη χούντα των Συνταγματαρχών.
Παράδοση εναντίον «ευρωπαϊσμού»
Ο Γιάννης Βόγλης στενοχωριέται που το Μπατσί σήμερα δεν είναι όπως τότε. «Το σημείο στο οποίο γυρίσαμε την ταινία» θυμάται, «ήταν πρωτόγονο, ερημικό και απολύτως γραφικό. Το ίδιο σημείο σήμερα είναι γεμάτο σπίτια και βίλες». Ο ηθοποιός συμφωνεί με την άποψη ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Βασίλης Γεωργιάδης γύρισε τα «Κορίτσια στον ήλιο» βγάζει κάτι το βαθιά μελαγχολικό, σχεδόν «αντιτουριστικό». «Για εμένα» μας είπε «η κακή αντίληψη του τουρισμού στην Ελλάδα είναι ότι προσπαθήσαμε να ευρωπαΐσουμε όλους αυτούς τους χώρους. Οι ξένοι έρχονταν για αυτό που έβλεπαν και σήμερα, με μια τάση νεωτερισμού,οιτουριστικοί χώροι πλην εξαιρέσεων έχουν εκφυλιστεί». Ο ηθοποιός έφερε ως παράδειγμα ένα χωριό του Κοσόβου που όπως διάβασε προσφάτως έχει απίστευτη τουριστική ανάπτυξη χωρίς να έχει πειραχτεί απολύτως τίποτε πάνω του. «Τουναντίον αναπτύχθηκε πάνω στην ίδια την παράδοση του τόπου, χωρίς τζάμι και μπετόν».
16474f1c1dd3aa1b725639793d42cce6 Η θρυλική ατάκα του Βόγλη που τον κυνήγησε σ’ όλη του τη ζωή
Η θρυλική ατάκα του Βόγλη
Είναι λίγο ειρωνικό που η πιο γνωστή ατάκα της ταινίας «Κορίτσια στον ήλιο», το «στάσου, μύγδαλα!» που φωνάζει ο βοσκός στην Αναμπελ, δεν είναι σκηνή γυρισμένη στην Ανδρο αλλά στην Αθήνα. Η σκηνή προστέθηκε στην ταινία στην επιμήκυνσή της. Ο Γιάννης Βόγλης θυμάται με πολύ ζωηρά χρώματα αυτό το γύρισμα: «Φορούσα την κάπα και ήταν πολύ βαριά. Το γυρίζαμε πάνω-κάτω συνέχεια. Κάποια στιγμή μπάφιασα και είπα στον Γεωργιάδη: “Ελα, ρε Βασίλη, αφού το ‘χουμε το πλάνο, βαρέθηκα πια, στάσου μύγδαλα, στάσου μύγδαλα”. Κι εκείνος γυρνά και μου λέει: Βόγλη! Αυτή η φράση θα σε κυνηγάει σ’ όλη σου τη ζωή”. Και είχε δίκιο. Γιατί ο Βασίλης είχε μια εκπληκτική αίσθηση για τα πράγματα. Δεν νομίζω ότι υπήρχε άλλος σκηνοθέτης που να έχει την αίσθηση της λαϊκής ποιότητας, της ποιότητας δηλαδή που μπορούσε να ακουμπήσει τον κόσμο».