Ο καθηγητής της ιατροδικαστικής Γρηγόριος Κάτσας ήτανε μανιώδης συλλέκτης και ερευνητής. Είχε δημιουργήσει μάλιστα μια δική του ιδιαίτερη συλλογή με τα μαχαίρια των νταήδων της Αθήνας και του Πειραιά. Το 1963 περιγράφει στην εφημερίδα «Εμπρός» τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τη φιλοσοφία του νταή:
Ο νταής είχε μια ιδιόρρυθμη περιβολή: σακκάκι μαύρο, χρωματιστό ριγέ παντελόνι τζογέ, πολύ εφαρμοστό και στενό στο κάτω μέρος. Από τη μέση μέχρι ψηλά στο στήθος είχαν τυλιγμένο ένα ζωνάρι της φωτιάς ή γκρενά και μέσα στις πτυχές του (πτυχώσεις του),αναπαυόταν η αμφίστομη μάχαιρα και τα πιστόλια τους μαζί με το ταμπάκο, το τσακμάκι, τα φύλλα του τσιγαρόχαρτου που ήταν πάντα λαθραία και το μαντήλι τους. Οι πιο ασήκιδες έβαζαν το μαντήλι στο μανίκι του αριστερού χεριού και άφηναν τις δυο άκρες του να κρέμονται απ’ έξω.
Τα παπούτσια τους ήταν στιβάλια με ψηλό τακούνι, στενά και μυτερά πολύ με τη μύτη λίγο ανασηκωμένη. Τα παπούτσια του νταή που είχαν στα πλάγια ένα λάστιχο για να μπαινοβγαίνουνε εύκολα, έπρεπε απαραιτήτως να τρίζουνε. Όσο περισσότερο τρίζανε τόσο πιο λεβέντικο φαινότανε το βάδισμα το νταή. Έτσι ήταν ντυμένοι οι φημισμένοι νταήδες όπως ο Ντουρντής, ο Νικητάς, ο Μπατάγιας, ο Σκριβάνος, ο Κουσέτης, ο Νώντας, ο Παρίσης, ο Κεραμάς, ο Κωστάκος και οι εκατοντάδες των «Μεγάλων Μαχαιριών». Όταν ο κάθε νταής καθόταν στο καφενείο, έβγαζε το ένα παπούτσι του και τοποθετούσε το γυμνό πόδι του, ορθογώνια πάνω στο γόνατο ή στο μηρό του συνομιλητή του…
Το σακάκι το φορούσαν μόνο με το αριστερό μανίκι κι άφηναν το άλλο ριχτό στον ώμο για να είναι πάντα έτοιμοι να τραβήξουν την κάμα και να υπερασπιστούν την υπόληψη τους.
Στο βάδισμά τους ήταν ιδιόρρυθμοι: βάδιζαν πάντοτε μονόπαντα. Έφτυναν σφυριχτά εκσφενδονίζοντας το σάλιο τους ανάμεσα από τους κοπτήρες. Ήταν ζόρικοι και καταστόλιστοι και έτρεφαν μια ιδιαίτερη αγάπη για τα μαχαίρια τους. Ειδικοί τεχνίτες χάραζαν πάνω στις λάμες τους διάφορα τετράστιχα ή παραστάσεις όπως ένα περιστέρι με κλαδί ελιάς στο ράμφος του, καρδιές λαβωμένες, τα ονόματα αυτών που είχαν σφάξει. «Τα στήθη μου κατάντησαν βασάνων κατοικία, που κατοικούν οι λέοντες και τ’ άγρια θηρία».
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μαχαίρια της εποχής, που αποτέλεσε αποδεικτικό στοιχείο και φυλασσόταν στο εγκληματολογικό μουσείο, είχε χαραγμένα πάνω στη λάμα του τα εξής λόγια:
«Προς τους πάντας. Μη δυνάμενος να εύρω ο ίδιος δίκαιον παρά της ελληνικής δικαιοσύνης ηναγκάσθην να τονίσω το δίκαιον της Παρδάλως ή μαχαίρας.
 Όθεν η ύψιστος αυτή λειτουργός της ανάρθρου δικαιοσύνης ονόματι Παρδάλα έχει από σήμερον τον λόγον προς πάντας τους απειθούντας και απίστους.
Η λειτουργία αυτής έσεται πάντοτε ειλικρινής και ουδέποτε θέλει λησμονήση τα ιερά καθήκοντα προς απονομήν του δικαίου».
zenithmag.wordpress.com