Ο Γιάννης Βογιατζής γεννήθηκε το 1927 στο Αιτωλικό, αλλά την παιδική και εφηβική του ηλικία την πέρασε σε διάφορες πόλεις επειδή ο πατέρας του ήταν δικαστικός και η οικογένειά του τον ακολουθούσε στις μεταθέσεις του. Έτσι, ο Γιάννης Βογιατζής έζησε ως παιδί στο Αλιβέρι της Εύβοιας, στα Λεχώνια της Μαγνησίας και στο Πλωμάρι της Λέσβου.

Στο Αλιβέρι είδε για πρώτη φορά θέατρο από τον θίασο Παλαιολόγου, ενώ ο δάσκαλός του τού έδωσε τον πρώτο του ρόλο: τραγουδούσε “Μηχανικός θέλω να γίνω/αυτό πολύ με συγκινεί./Μα αν πάλι σέκος απομείνω/αν με πλακώσει η μηχανή;”…

Στον Ταχυδρόμο το 2010 ανέφερε δυο περιστατικά που έμειναν στη μνήμη του από εκείνη την περίοδο.

Το πρώτο ήταν μια αντιστασιακή εκδήλωση μαθητών γυμνασίου της Κέρκυρα που τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο και φώναζαν “Κάτω οι Ιταλοί” ώσπου τους διέλυσαν οι Ιταλοί κλωτσώντας τους (ο Βογιατζής σώθηκε μπαίνοντας τυχαία σε ένα σπίτι, τους ιδιοκτήτες του οποίου ευχαριστούσε συγκινημένος χρόνια αργότερα όταν επισκέφτηκε με θίασο το νησί).

Το δεύτερο περιστατικό ήταν το κάψιμο του Δημοτικού Θεάτρου της Κέρκυρας στη διάρκεια ενός γερμανικού βομβαρδισμού το 1943. Ο πατέρας του Βογιατζή του έλεγε να τρέξουν στο καταφύγιο για να σωθούν, αλλά εκείνος κοιτούσε με δέος το φριχτό θέαμα της καταστροφής.

Ίσως είχε ήδη αποφασίσει ότι θα γίνει ηθοποιός, για αυτό και τον σημάδεψε η καταστροφή του θέατρου.Ο πατέρας του διαφωνούσε βέβαια με την επιλογή αυτή (για πολλά χρόνια αρνούνταν να παραδεχτεί ότι ο Γιάννης Βογιατζής ήταν γιος του όταν τον ρωτούσαν–αρνούνταν επίσης να παραδεχτεί ότι ήταν συγγενής του και ο τραγουδιστής Γιάννης Βογιατζής) αλλά η μητέρα του ήταν σύμμαχός του.

Ο Βογιατζής είχε είδωλο τον Δημήτρη Χορν. Θυμάται ότι μια μέρα πήγε και του είπε: “αν κάνω για το θέατρο, θα γίνω ηθοποιός. Αν δεν κάνω, πάλι θα γίνω.” Ο Χορν του απάντησε: “Κάνεις!” και ο Βογιατζής πήγε στη σχολή. Φοίτησε πάντως και στην Ανωτάτη Εμπορική.