Στο Φεστιβάλ των Καννών το Μάιο του 1955 θεωρείτο φαβορί για το βραβείο της καλύτερης γυναικείας ηθοποιού για την ερμηνεία της στη “Στέλλα” του Μιχάλη Κακογιάννη, όμως εκείνη τη χρονιά καμία ηθοποιός δε βραβεύτηκε, επειδή η επιτροπή είχε διχαστεί ανάμεσα σ’ εκείνη και στην Αμερικανίδα Μπέτσι Μπλερ.
Τότε, η Ιταλίδα ηθοποιός Ίζα Μιράντα της έκανε δώρο μια μεγάλη κούκλα, για να την παρηγορήσει. Πέντε χρόνια μετά, η Μελίνα Μερκούρη πήρε κατά κάποιον τρόπο τη ρεβάνς, όταν έφυγε από τις Κάννες νικήτρια για την ερμηνεία της ως “Ίλια” στην ταινία-σταθμός “Ποτέ την Κυριακή” του Ζυλ Ντασσέν, με τον οποίο είχαν πρωτογνωριστεί στις Κάννες πέντε χρόνια νωρίτερα.
Η μεγάλη νικήτρια των Καννών, η δεύτερη Ελληνίδα ηθοποιός που κέρδιζε διεθνές βραβείο για την ερμηνεία της μετά την Κατίνα Παξινού, παραχώρησε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο δημοσιογράφο Εμμανουήλ Βερμισσώ, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ στις 30 Ιουλίου 1960. Σε μια συνέντευξη-ποταμό η Μελίνα μίλησε με ενθουσιασμό για το “Ποτέ την Κυριακή”, έπλεξε το εγκώμιο του Ζυλ Ντασσέν, αποκάλυψε ότι ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν το γούρι της, έκανε μια αποκάλυψη για το Εθνικό θέατρο, ενώ απάντησε και στους επικριτές της.
Ήδη από την αρχή της συνέντευξης της προς το δημοσιογράφο, η Μελίνα έδειξε πόσο πολύ θαύμαζε τον Ντασσέν. “Αφού μιλάμε για επιτυχία, βγάλε με για λίγο εμένα από τη μέση και γράψε κάτι για τον Ντασσέν. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο του αξίζει, πόσο λίγα θα είναι αυτά που θα γράψεις για εκείνον. Και ξέρεις γιατί; Γιατί η ταινίας μας, η “Ίλια” (σ.σ.: αυτός ήταν ο αρχικός τίτλος της ταινίας “Ποτέ την Κυριακή”), έχει τόση χαρά της ζωής, έχει τόση ειλικρίνεια και είναι τόσο έξυπνα φτιαγμένη, που όλα αυτά είναι το δώρο του Ντασσέν για μας, για την Ελλάδα: και για μένα, που βραβεύτηκα, και για όλους τους άλλους που διακρίθηκαν και πέτυχαν και φάνηκαν από την ταινία”.
Ο δημοσιογράφος σχολίασε, “Εννοείται και τον Χατζιδάκι;” και η Μελίνα απάντησε: “Α, τον Μάνο τον αγαπώ κι έχει γράψει ασύγκριτη μουσική, που θα ήταν κοινοτοπία να σας πω πάλι τα ίδια. Αλλά ναι, μια και με ρωτάτε, και γι’ αυτόν μιλάω. Θα πήγαινε χαμένος, αν δεν ήταν ο Ντασσέν, παρ’όλη την εξαίσια μουσική του. Να σας εξηγήσω γιατί. Ο Ντασσέν ήξερε να μας προβάλει. Ήξερε, φυσικά, να προβάλει και τη μουσική. Μη σου φανεί παράξενο. Την τοποθετούσε εκεί που έπρεπε κι όταν έπρεπε. Μήπως και η “Στέλλα” με την οποία διεκδίκησα το πρώτο βραβείο, δεν είχε μουσική του Χατζιδάκι; Ακούστηκε τίποτα;” (σ.σ.: αναφερόταν στο εξωτερικό).
Δοθήσης της ευκαιρίας, ο Βερμισσώ επιχείρησε ν’ αποσπάσει ένα σχόλιο για την ψυχρολουσία που είχε υποστεί με τη μη βράβευση της για τη “Στέλλα”, παρόλο που εμφανιζόταν ως φαβορί. Η Μελίνα περιορίστηκε ν’ απαντήσει αινιγματικά ότι “φαίνεται πως αυτό οφείλεται σε μερικά πράγματα, τα οποία δεν μπορούν να λεχθούν”, αλλά δεν ήθελε να μιλήσει για το παρελθόν. Εκείνο που την είχε συναρπάσει ήταν η ταινία του Ντασσέν και ο ρόλος της “Ίλιας”.
“Γι’ αυτήν πρέπει να σου μιλήσω. Το θέλω πολύ. Το ξέρεις ότι το σύνθημα, σήμερα, στη Γαλλία είναι μια φράση του Ντασσέν, που έβαλε στην ταινία; Τη φράση: “Όλοι στο τέλος πηγαίνουν στην ακρογιαλιά”. Κυκλοφορεί σ’ όλα τα χείλη, όπως κυκλοφορεί και η μουσική του Μάνου”.
Ήταν πραγματικά απεριόριστος ο θαυμασμός της Μελίνας για τον Ντασσέν, για τον οποίο ανέφερε χαρακτηριστικά ότι έπρεπε “να πάρει μετάλλιο. Γιατί έκανε “της μόδας” την Ελλάδα. Γιατί η ταινία του είναι ένα ανοιχτό γράμμα αγάπης για την Ελλάδα. Πήρε ανθρώπους απλού, του λαού, πονεμένους, και κατάφερε να τους κάνει αγαπητούς σ’ όλο τον κόσμο. Και πώς! Μ’ ένα θέμα τόσο σκαμπρόζικο, που μόνο που τ’ ακούς, λες τι είναι αυτό. Ε, σου λέω εγώ ότι είναι το πιο αγνό θέμα που έγινε ποτέ. Η Ίλια είναι – μην το γελάς – το πιο αγνό πρόσωπο. Έτσι τα κατάφερε ο Ντασσέν. Γι’ αυτό πήραμε το βραβείο. Γι’ αυτό άρεσε η μουσική. Και κάτι ακόμη θα σου πω, που πρέπει. Η ευγενική ψυχή του Ντασσέν συγκινήθηκε από την καλή δουλειά και την ευσυνειδησία των Ελλήνων τεχνικών και γι’ αυτούς μίλησε πολύ και αυτούς ευχαριστώ κι εγώ. Όλοι στην ταινία ήταν Έλληνες, εκτός από το διευθυντή φωτογραφίας, το διάσημο Ζακ Νατώ, που κι αυτουνού η μάνα είναι Ελληνίδα”.
Συνέντευξη χείμαρρος της Μελίνας Μερκούρη
Πόσο, όμως, είχε στοιχίσει η ταινία και πόσο συνέβαλε το ελληνικό Δημόσιο; Η απάντηση διά στόματος Μελίνας Μερκούρη: “Στοίχισε 120.000 δολάρια. Δραχμή, φράγκο που λένε, δεν πήραμε από το ελληνικό Δημόσιο. Μια πίστωση μας άνοιξαν μόνο στην τράπεζα, δύο εκατομμυρίων δραχμών, από τα οποία δεν πήραμε, όπως σου είπα πιο πάνω, φράγκο. Κάποιοι έξυπνοι κάτι είπανε κι εμάς δεν μας άρεσαν αυτά. Την εκμετάλλευση της ταινίας την πήρανε οι “Ηνωμένοι Καλλιτέχνες” (σ.σ.: η ξένη εταιρία United Artists), που έδωσε και τα λεφτά και κινηθήκαμε. Αν ήταν δική μας η ταινία, σου τονίζω, θα βγάζαμε το κόστος από την πρώτη μέρα της προβολής της και θα είχαμε και κέρδος 300 εκατομμύρια φράγκα”
Δεν ήταν υπερβολική η απάντηση της, καθώς η επιτυχία του “Ποτέ την Κυριακή” ήταν εντυπωσιακή. “Είναι η μόνη ταινία, αν θες να το πιστέψεις, που χειροκροτείται κάθε βράδυ, τρεις μήνες τώρα που παίζεται στο Παρίσι. Τη χειροκροτούν. Μπορεί να το συλλάβει ο νους σου;”
Η Μελίνα Μερκούρη είχε βρεθεί στην Ελλάδα, γιατί ετοιμαζόταν να παίξει στη Θεσσαλονίκη – μόνο για δύο εβδομάδες – την παράσταση “Γλυκό πουλί της νιότης” με το Θέατρο Τέχνης. Μετά έπρεπε να πάει στη Βενετία για την εκεί πρεμιέρα της ταινίας, από εκεί στη Βιέννη για να ηχογραφήσει ένα δίσκο με γερμανικά τραγούδια και μετά στη Νέα Υόρκη – πάλι για την ταινία. Αναπόφευκτη ήταν η ερώτηση του δημοσιογράφου, “Και πού θα κατοικήσετε;”.
“Εδώ είναι το ερώτημα, στ’ αλήθεια”, αναρωτιόταν η Μελίνα. “Πού θα μείνω; Αυτό θα εξαρτηθεί από τις ταινίες μου, πού, πότε, ποιές και πόσες θα γυρίσω”. Αποκάλυψε ότι διάβαζε πολλά σενάρια για ταινίες – αμερικανικές, γαλλικές και ιταλικές – ενώ εξέφραζε ότι θα έδινε προτεραιότητα στον Ντασσέν, αν υλοποιούσε ένα σχέδιο που ήθελε να προτείνει στον Έλληνα Υπουργό Πολιτισμού.
Και αφού εξαντλήθηκε η συζήτηση περί “Ίλιας”, ο Βερμισσώ αναφέρθηκε σ’ ένα άλλο πολυαγαπημένο πρόσωπο της ηθοποιού, το Μάνο Χατζιδάκι, για τον οποίο η Μελίνα υπενθύμισε, “Όλες μου οι επιτυχίες είναι συνυφασμένες με το Μάνο Χατζιδάκι. Του φέρνω, φαίνεται, και μου φέρνει τύχη”. Ο Χατζιδάκις είχε γράψει τραγούδια για όλες τις μεγάλες θεατρικές της επιτυχίες μέχρι εκείνη τη στιγμή (“Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα” και τα “Φθινοπωρινά βιολιά” με το θίασο της Κατερίνας, το “Λεωφορείον ο Πόθος” με το Θέατρο Τέχνης), αλλά και με τις δύο μεγάλες της κινηματογραφικές επιτυχίες, τη “Στέλλα” και το “Ποτέ την Κυριακή”.
Όμως, ο Βερμισσώ πρόσεξε ένα σχόλιο που είχε κάνει η Μελίνα Μερκούρη για το Εθνικό Θέατρο γεμάτη πικρία και εκείνη διευκρίνισε τι είχε συμβεί: “Τότε, μου είχαν δώσει ένα ρολάκο στον “Άνθρωπο και υπεράνθρωπο” του Μπέρναρ Σω. Τώρα πάλι, ο γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, όταν, νομίζω, έπρεπε να ξέρει πως “κάτι” είχα προσφέρει, ήρθε να με δει. Ξέρετε τι μου πρότεινε; Να παίξω στο Εθνικό με τον… πέμπτο μισθό. Τον ευχαρίστησα…. θερμά και αρνήθηκα μια τόσο δελεαστική πρόταση. Μη με κατηγορήσετε για έλλειψη σεμνότητας, αλλά 100.000 θεατές διώξαμε από το Θέατρο Τέχνης, γιατί δεν είχε θέση, όταν έπαιζα στο “Γλυκό Πουλί της Νιότης”…. Θίασο δεν έκαμα, δεν θέλω να κάμω, κι αν κάποτε γίνει αυτό, δεν θα το ονομάσω θίασο Μερκούρη”.
Μοιραία η κουβέντα ήρθε και στους Έλληνες συναδέλφους της Μελίνας. Της εξέφρασαν “εκδηλώσεις αβρότητος” για την επιτυχία στις Κάννες; “Πάρα πολλές”, ήταν η απάντηση. “Μου έστειλαν συγχαρητήρια τηλεγραφήματα, ανάμεσα στα οποία και ένα της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Με συγκίνησε κι αυτό, γιατί δεν ήξερα την κοπέλα. Δεν ήταν καν φίλη μου, γιατί δεν έτυχε να γνωριστούμε”.
Η τελευταία ερώτηση του δημοσιογράφου ήταν πιο προσωπική, αναφερόμενος στις αδυναμίες της Μελίνας Μερκούρη. “Μ’ αρέσει ο έρωτας, η αγάπη για οτιδήποτε, για όλα τα πράγματα. Μισώ την ζήλια και το φθόνο. Δεν υπάρχουν χειρότερα πράγματα στον κόσμο απ’ αυτά. Εκείνο που επιθυμώ είναι να γίνω καλύτερη ηθοποιός. Και θα προσπαθήσω γι’ αυτό”.
Παράλληλα, αναφέρθηκε σε ορισμένα δημοσιεύματα ελληνικών εφημερίδων, που την πίκραναν πολύ, βάζοντας τα πράγματα στη θέση τους. “Θυμάμαι το άρθρο “κάποιου”, με τίτλο “Κατσιβέλλα”, που μ’ έβριζε σε ήχο πλάγιο τέταρτο και τα βαζε με το… γλέντι που έγινε στις Κάννες. Αυτό το γλέντι, όμως, μας διαφήμισε πολύ. Και δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Είμαστε τόσο λίγοι εμείς που παρουσιάζουμε το ελληνικό όνομα στο εξωτερικό, που πετυχαίνουμε, όπως η Κάλλας, ο Μητρόπουλος, η Παξινού, εγώ, καθένας στον τομέα του, ώστε θα πρεπε όλοι να χουν υπερηφάνεια, όχι να λοιδορούν. Εγώ ένιωσα πικρία γι’ αυτόν τον κύριο, που απέτυχε στην Αμερική. Αυτός την πικρία τη δική μου, για τον εαυτό του, τη μετέτρεψε σε χολή για μένα. Τι άλλο να πω”.