Ήταν μια από πιο συγκινητικές ταινίες της Finos Film, αλλά και του ελληνικού κινηματογράφου.

Η ερμηνεία κυρίως του Ορέστη Μακρή, αλλά και των σπουδαίων συμπρωταγωνιστών του, όπως της Αντιγόνης Βαλάκου, του Βασίλη Αυλωνίτη, του Στέφανου Στρατηγού, του Βασίλη Διαμαντόπουλου, του Παντελή Ζερβού, της Γεωργίας Βασιλειάδου και πολλών άλλων έδωσαν στο «Αμαξάκι» μια θέση στο πάνθεον των κορυφαίων ταινιών του ελληνικού κινηματογράφου.

Η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά στις 4 Φεβρουαρίου του 1957 και έκοψε 138.620 εισιτήρια. Μάλιστα, ήταν πρώτη ταινία εισπρακτικά από το σύνολο των 30 ελληνικών ταινιών εκείνης της χρονιάς.

Η δυναμική της ήταν τέτοια που οδήγησε τους δημιουργούς της να την στείλουν για συμμετοχή στο 11ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Karlovy Vary της Τσεχίας, στο οποίο ξεχώρισε η μοναδική ερμηνεία του Ορέστη Μακρή, στο ρόλο του αμαξά, που βλέπει το επάγγελμά του να ξεπερνιέται από την εποχή και ο ίδιος να μην μπορεί να την παρακολουθήσει.

Όπως μας ενημερώνει η Finos Film, «το επάγγελμα του αμαξά περνάει μεγάλη κρίση, λόγω της εμφάνισης των ταξί και δύο φίλοι αμαξάδες αντιδρούν με διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Ο μεν πρώτος γίνεται ταξιτζής (Βασίλης Αυλωνίτης), αλλά ο δεύτερος (Ορέστης Μακρής), πιο ρομαντικός, συνεχίζει σαν αμαξάς. Πέρα όμως από την κρίση στο επάγγελμά του, αντιμετωπίζει και οικογενειακά προβλήματα, όταν ο χαρτοκλέφτης γιος του (Στέφανος Στρατηγός) ξεγελά μια κοπέλα (Αντιγόνη Βαλάκου), την παρατάει και φεύγει στο εξωτερικό.

Μετά από λίγο καιρό, ο αμαξάς, κουρασμένος και εξουθενωμένος καθώς πουλάει τσιγάρα στους δρόμους, πεθαίνει. Ο γιος του γυρίζει μετανιωμένος, παντρεύεται την κοπέλα και ζητάει συγχώρεση πάνω από τον τάφο του πατέρα του».

Στην ταινία κάνει ένα σύντομο πέρασμα ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, όπου μαζί με τον Στέφανο Στρατηγό αναπολούν σε μια καθηλωτική σκηνή, την Ελλάδα και τα χωριά τους.

Ήταν το ίδιον των μεγάλων ηθοποιών, να καθηλώνουν τον θεατή ακόμα κι αν εμφανίζονται σε μια ταινία για λίγα μόνο λεπτά.

Στο «Αμαξάκι» εμφανίζεται και η μεγάλη πρωταγωνίστρια του ελληνικού θεάτρου για πάνω από 60 χρόνια, Χριστίνα Καλογερίκου, στον ρόλο της γριάς αρχόντισσας. Η σκηνοθεσία ήταν του Ντίνου Δημόπουλου, σε σενάριο Ιάκωβου Καμπανέλλη.

Η μαγευτική μουσική ήταν του Μάνου Χατζιδάκη. Χωρίς καμία διάθεση να υποτιμήσει κανείς τις ερμηνείες των υπολοίπων ηθοποιών, η ταινία «απογειώθηκε» κυρίως λόγω του Ορέστη Μακρή.

Και να σκεφθεί κανείς ότι ο Φίνος είχε πολλές επιφυλάξεις για τις ικανότητες του Μακρή!

Μάλιστα, όταν είχε προταθεί να είναι αυτός ο πρωταγωνιστής του μυθικού «Μεθύστακα» είχε αρνηθεί!

Ακόμα και όταν ο Τζαβέλλας απαίτησε και πήρε τον Μακρή, ο Φίνος στέκονταν πολύ επιφυλακτικά απέναντι σε αυτή την απόφαση.

Μάλιστα, παρακολουθούσε τον Γιώργο Τζαβέλλα να εξηγεί τον ρόλο του Μεθύστακα και τις ατάκες στον Ορέστη Μακρή και κάποια στιγμή δεν άντεξε και είπε στον Τζαβέλλα:

«Μα τι επιμένεις χριστιανέ μου, τι παιδεύεσαι, δεν βλέπεις ότι ο άνθρωπος είναι κάφρος;».

Ο Μακρής άκουσε το σχόλιο αυτό, αλλά δεν απάντησε, αντίθετα βγήκε κανονικά στο πλατό για να συνεχιστεί το γύρισμα.

Και όταν αυτό άρχισε, ο Μακρής διακόπτει τον ρόλο του ξαφνικά και γυρνώντας προς το Φίνο, τον κοίταξε και του είπε: «εμένα είπες κάφρο ρε;».

Η ιστορία όμως έχει και συνέχεια:

Ο Μακρής έδειξε ιδιαίτερο ζήλο στις σκηνές της ταινίας «Ο μεθύστακας» και σε μια από αυτές λογόφερε σκληρά με τον Δημήτρη Χορν.

Όταν ολοκληρώθηκε το πλάνο οι δύο ηθοποιοί συνέχισαν να βρίζονται με χυδαίο τρόπο που στη συνέχεια μετατράπηκε σε σπαρταριστά γέλια.

Ο Ορέστης Μακρής όμως έγραψε τη δική του ιστορία και στο θέατρο.

Υπάρχει και ένα ενδιαφέρον γεγονός που αξίζει να μείνει στην ιστορική μνήμη:

Το 1959, όταν ήρθαν στην Αθήνα τα μπαλέτα Μπολσόι για παραστάσεις στο Ηρώδειο, ο Μακρής εργαζόταν στο Περοκέ και για να σατιρίσει το διάσημο χορευτικό σχήμα, έστησε τη δική του χορογραφία με θέμα την «Λίμνη των κύκνων».

Οι μπαλαρίνες κύκνοι όμως ήταν ο Βασίλης Αυλωνίτης, ο Νίκος Σταυρίδης και ο Σταύρος Παράβας.

Όπως δε μας πληροφορεί η Μηχανή του Χρόνου, «όσο για το ρόλο της πριμαντόνας που δεν ήταν άλλος από έναν τεράστιο και αλλοπρόσαλλο φτερωτό κύκνο, τον είχε κρατήσει για τον εαυτό του ο Μακρής, ξεσηκώνοντας και πάλι το κοινό».