Take a fresh look at your lifestyle.

O Κώστας Καζάκος αφηγείται περιστατικά απο την ζωή του

0 237

Δεν έχει νόημα ν’ αρχίσεις να μιλάς για τη λαμπρή, αξιοζήλευτη καριέρα του… Εξάλλου, καμία διάθεση αυτοδιαφήμισης δεν έχει. Για την τωρινή δουλειά του, όμως, τον «Πούντιλα», έχει να πει πολλά. Το έργο σκιαγραφεί έναν γαιοκτήμονα που όταν είναι νηφάλιος -πράγμα σπάνιο- είναι ωμός και κυνικός με όλους.

Στείλε μας το δικό σου άρθρο!!!

Όταν, ωστόσο, πίνει τον… Βόσπορο, γίνεται η χαρά του παιδιού και τον…μαζεύει ο «απαραίτητός» του, ο σοφέρ του, τον οποίο απολύει και επαναπροσλαμβάνει. Μέσα απ’ τη μπρεχτική ματιά προβάλλονται οι ταξικές σχέσεις, σε ένα έργο που μοιάζει λες και γράφτηκε σήμερα. Τόσο επίκαιρο είναι. Ο δε Καζάκος συγκλονίζει με τη φυσικότητά του. Ο βουλευτής του ΚΚΕ με το χαρακτηριστικό χιούμορ, κάτι που αν δεν τον γνωρίζεις καλά δεν αντιλαμβάνεσαι με το «καλημέρα», ανάβει τη μηχανή, πατάει το rewind και διηγείται τη ζωή του. Από τα πρώτα χρόνια των σπουδών του στην Ανωτέρα Κινηματογραφική Σχολή Σταυράκου έως τώρα, που έχει ζήσει ως το κόκαλο τη δόξα, χαρές, αγωνίες και φυσικά ξέφρενα γλέντια.

«Είμαστε στη διάθεση των τοκογλύφων»

Το θέατρο προφανώς το προτιμά απ’ οτιδήποτε. «Είναι πολιτική πράξη, παρεμβαίνει στην πραγματικότητα. Γεννήθηκα από οικογένεια αριστερών, αντισταθήκαμε στον κατακτητή, κυνηγηθήκαμε. Ποτέ δεν θα υπέβαλα εαυτόν σε αυτοεξορία, (σ.σ. Ο Μπρεχτ έγραψε το έργο στη Φινλανδία όπου αυτοεξορίστηκε) εάν δεν υπήρχε πολιτικός-στρατιωτικός λόγος. Το έργο είναι μεγάλη πολιτική σάτιρα, ευθύβολο, διασκεδαστικό. Είναι φούμαρα οι ανεξάρτητοι καλλιτέχνες. Η Τέχνη έχει τη δύναμη να διαμορφώνει συνειδήσεις, σκοπός της είναι η συμπαράσταση στα βάσανα του κόσμου». Και συμπληρώνει: «Με θλίβει το ότι έχουν φύγει 4.500 πτυχιούχοι για το εξωτερικό. Δουλειά, οικογένεια, προοπτικές πρέπει να τα απαιτείς όλα στον τόπο σου, να τα διεκδικείς. Άλλο πράγμα η φτωχολογιά και άλλο η οικειοθελής εγκατάλειψη». Και κάνει τη δήλωση-βόμβα: «Ζούμε σε Δικτατορία. Βρισκόμαστε στην απόλυτη διάθεση των “τοκογλύφων”. Mετέχουν και κυβερνήσεις και επιχειρηματίες σε αυτό που ζούμε. Όταν κάποιοι πλέον είναι άχρηστοι στους τοκογλύφους (σ.σ. Αναφέρεται στις περιπτώσεις Τσοχατζόπουλου, Λαυρεντιάδη, Κυριακίδη κ.λπ.) τούς καίνε, και είναι οι ίδιοι που τους ανέδειξαν. Πρόκειται για γρανάζια αλυσίδας, που ακόμα κι αν ορισμένοι κρίκοι της διαλύονται όταν γίνονται σαθροί, εκείνη δεν σπάει ποτέ».

Η «κόκκινη» επανάσταση κυλάει στις φλέβες του. Συζητάμε για τους αγανακτισμένους, για πορείες… «Πιστεύω ακράδαντα πως ο καπιταλισμός διανύει τα τελευταία του σκιρτήματα. Σκοπός, ωστόσο, δεν είναι να γίνονται πορείες με 20.000, αλλά με 1.000.000! Τότε μόνο θα έχουν αποτέλεσμα και θα φρενάρουν τη δικτατορία. Ο λαός έχει τη δύναμη στα χέρια του, όπως την είχαν ήρωες σαν τον Βελουχιώτη, τον Καραϊσκάκη, τον Ανδρούτσο. Ο κόσμος ανέχεται αλλά μέχρι ένα όριο. Ως πότε θα ζει σε αυτή την κατάντια; Οι δυνάμεις της πρωτοπορίας, λοιπόν, πρέπει να είναι έτοιμες για καθοδήγηση προκειμένου να μην επέλθει καταστροφή. Τα γιαουρτώματα και οι μούντζες δείχνουν ότι βρίσκονται σε νηπιακή φάση οι διαδηλωτές. Ο λαός πρέπει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Όταν γίνει αυτό, θα θαυματοποιήσει», προσθέτει και συμπληρώνει:

«Δυστυχώς η ξενοκρατία και η ξενομανία είναι ριζωμένες από την εποχή του Όθωνα. Ακόμα, στην ουσία, κυκλοφορούν με φράκο και… τσαρούχια! Αυτή ακριβώς ήταν η εικόνα όταν ήρθε ο Όθωνας στο Ανάπλι» (σ.σ. το Ναύπλιο)». Όσο για τον «Πούντιλα», διευκρινίζει: «Είμαστε 21 πρωταγωνιστές και δεν υπάρχει κανένα παραγέμισμα, οι ρόλοι είναι ίσα μοιρασμένοι» (στο ρόλο του μουσικού αφηγητή ο Διονύσης Τσακνής, ο οποίος πρόσφατα, μετά από παραπάτημα, έπαθε διάστρεμμα).

«Τα ταξίδια με την Τζένη»

«Το ’48 φύγαμε για Αθήνα. Πουλήσαμε το σπίτι της μάνας μου, ό,τι είχαμε και δεν είχαμε… Θυμάμαι, ένα γραμμόφωνο Columbia από την Αμερική, τις εγκυκλοπαίδειες του Πυρσού και 25 “τομίδια” με αρχαία συγγράμματα και τραγωδίες. Στρατιώτης πήγα το ’61 και ποτέ δεν ξέχασα αυτά τα “παπυράκια” που με γέμιζαν ήδη σε τρυφερή ηλικία. Έτσι, δημιουργήθηκε η εξοικείωση με το γραπτό λόγο. Αυτά με έκαναν να αισθάνομαι ο πλουσιότερος».

Με τη Τζένη Καρέζη ταξίδεψε πολύ, έζησαν ευτυχισμένοι. «Ένα από τα ωραιότερά μας ήταν στην Αίγυπτο, όταν ο Κωνσταντίνος ήταν μικρός, με ένα φιλικό μας ζευγάρι, τον Κώστα Σταματίου και τη σύζυγό του. Ήταν από τις ωραιότερες εμπειρίες της ζωής μου», περιγράφει. Όπως εξάλλου και τα ταξίδια τους στη Ρωσία. «1984, Μόσχα… Κόκκινη Πλατεία. Είχαμε πάει πολλές φορές γιατί συνεργαζόμασταν με τον Διευθυντή Θεάτρου Τέχνης της Ρωσίας, τον Εφραίμο».

Πάντα υπάρχουν και απρόοπτα… Πληροφοριακά, «στην Αμερική κινούνται βάσει των ρευμάτων του…τουρισμού, δεν θα βρεις Ίψεν», λέει αναφερόμενος στο λατρεμένο του θέατρο και εξηγεί: «Γίνονται οff Broadway παραστάσεις, π.χ., στον 3ο όροφο πολυκατοικίας. Έχει τύχει στη Νέα Υόρκη να ανέβω να δω έργο, αλλά ήταν… κλειστό. Στην Ελλάδα είμαστε τυχεροί. Όσα και να βγάζουμε -κι απ’ το θέατρο κανείς ποτέ δεν έβγαλε λεφτά- ανεβάζουμε έργα που θέλουμε, παίζουμε ρόλους που θέλουμε. Πολλοί από εμάς κιόλας στους δικούς μας χώρους. Στο εξωτερικό δύο, άντε τρεις μήνες παίζεται το ίδιο έργο, γιατί δεν αντέχει το κοινό, δεν είναι τόσο θεατρόφιλοι όσο οι Έλληνες. Είναι κάτι αδιανόητο για εκείνους, ακόμα και για τεράστια ονόματα, αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα».

Τα γλέντια και οι φίλοι του

Με την αείμνηστη Αλίκη Βουγιουκλάκη, που άλλωστε ήταν επιστήθια φίλης της αξέχαστης Τζένης Καρέζη, με τον Mister «μεταξένιες φαβορίτες» Σταμάτη Κόκοτα, τον Νίκο Ξυλούρη, τον Βασίλη Τσιτσάνη («το ενσταντανέ είναι από το “Χάραμα”, αρχές του ’70»), τη Σωτηρία Μπέλλου (επίσης η φωτό «από γλέντι στο “Χάραμα” το ’80, ήταν πολύ φίλη μας»), καθώς και με συντοπίτες του, ανέκαθεν γλεντούσε! Και διατηρεί μακροχρόνιες φιλίες. «Ευγνωμονώ όσους έχω γνωρίσει, με έκαναν πλουσιότερο», λέει και απολαμβάνει το τσιγάρο του στο καμαρίνι του, όπως εδώ και τόσες δεκαετίες…

Για περισσότερα νέα, Βιογραφίες, Παρασκήνια, Βίντεο και Παιχνίδια, επισκεφτείτε το νέο μας site greekoldcinema.gr/

Η κουβέντα αναπόφευκτα πάει ξανά στην Καρέζη. «Γλεντούσαμε πολύ με τη Τζένη. Έζησε μια ζωή γεμάτη ευτυχισμένες στιγμές. Δοξάστηκε, αγαπήθηκε, τιμήθηκε»… Ο χαμός της ήταν η χειρότερη στιγμή της ζωής του. Στέκεται στη φωτογραφία με τον Ξυλούρη. «Είναι την εποχή του “Μεγάλου μας τσίρκου” με τον Σπύρο Κωνσταντόπουλο και τη Τζένη. Θρυλικά γλέντια!» θα πει με νοσταλγία και θα καταλήξει σε μια συλλεκτική φωτό: « Είναι με φίλους, στρατιώτες, το ’61, σε έξοδο από το στρατόπεδο της Κορίνθου».

Η οικογένεια και η αγάπη του για τη νεολαία

«Είμαι Πυργώνης, είχαμε σπίτι στον Άγιο Χαράλαμπο»… Ξεκινάει την οικογενειακή αφήγηση… «Τη βλέπεις αυτή τη φωτογραφία; Είναι τραβηγμένη το 1939. Είμαι τεσσεράμισι ετών. Δεξιά είναι η μητέρα μου Γεωργία, αριστερά η θεία Μέλπω, αδελφή του πατέρα μου και ο σύζυγός της, αστυνομικός, ο Δημοσθένης… Σκοτώθηκε επί το έργον, διαμελίστηκε το κορμί του και τον αναγνώρισαν απ’ τη βέρα… Σοκαρίστηκε όλη η οικογένεια».

Το «θεμέλιο» της ζωής του είναι χωρίς συζήτηση τα παιδιά του. Από τους δύο του γάμους -με τη Τζένη Καρέζη και στη συνέχεια με τη Τζένη Κόλλια- απέκτησε τέσσερα: Τον Κωνσταντίνο, τον 15χρονο Αλέξανδρο, τη 10χρονη Ηλέκτρα και την 4χρονη Μάγια. «Αισθάνομαι πραγματική ευτυχία. Κάθε πρωί πηγαίνω τα μικρά στο σχολείο. Τα παιδιά σου δίνουν τεράστιες χαρές, αλλά σε κάνουν ν’ αγωνιάς κιόλας πολύ. Από αυτά παίρνεις κουράγιο για να κάνεις το οτιδήποτε», λέει και αναπολεί τους γονείς του, κοιτάζοντας αγαπημένο ενσταντανέ. «Είναι αρχές ’50 και βρίσκονται στο Σούνιο»… Αμέσως μετά το βλέμμα του στρέφεται σε μια φωτό, όταν ακόμη ήταν μαθητής: «1951. Είμαι στην 7ηΓυμνασίου, στο Νυχτερινό Γυμνάσιο Παγκρατίου, μπροστά στην πόρτα του δημοτικού σχολειού Αγίας Τριάδος», θυμάται νοσταλγικά.

Επανέρχεται στις τέσσερις λατρείες του… «Δεν θα μπορούσα να χειραγωγήσω ποτέ τα παιδιά μου, τ’ αφήνω ελεύθερα να επιλέξουν το επάγγελμα και τη ζωή τους. Μ’ ενδιαφέρει ν’ αποκτήσουν προσωπικότητα. Ο Αλέξανδρος θα γίνει σίγουρα μουσικός. Παίζει πιάνο, κιθάρα, είναι ροκάς! Ούτε την Ηλέκτρα τη βλέπω να ξεφεύγει απ’ τα καλλιτεχνικά, παρότι στην οικογένειά μου δεν είχαμε καμία καλλιτεχνική παράδοση. Η μικρή παίζει πιάνο». Ο Κωνσταντίνος είναι το μεγαλύτερο ηλικιακά καμάρι του, λέει, το στόμα του στάζει μέλι και μας παρουσιάζει τη φωτογραφία από τη βάφτισή του με τους νονούς Αλέξη Μινωτή και Κατίνα Παξινού το Νοέμβριο του 1969.

Η αγάπη του για τη νεολαία είναι κάτι σαν… σήμα-κατατεθέν. «”Χώθηκα” κατευθείαν στη θεατρική εκπαίδευση, στις σχολές. Kαι τώρα με τον Θεόδωρο Γράψα έχουμε τη σχολή “Πράξις 7”. Η παρακολούθηση και η διδασκαλία νέων παιδιών – είναι μεγάλη υπόθεση το δασκαλίκι- με βοηθάει να είμαι ζωντανός. Είναι λάθος να λέμε ότι η σημερινή γενιά δεν είναι ισάξια με τις προηγούμενες. Και πιο πληροφορημένη είναι και πιο έξυπνη. Όμως έχουμε ξεπέσει, γιατί έχει γίνει χαμηλή η “απαιτητικότητα”».

Ηθοποιία και όνειρα

Τι ονειρεύεται; «Πρέπει να έχεις πολλές ζωές για να πραγματοποιήσεις τα όνειρά σου, να παίξεις όλους τους ρόλους που θα ‘θελες. Oνειρευόμουν να παίξω Προμηθέα, Οιδίποδα, Οθέλο, Λιρ -θυμάμαι χαρακτηριστικά το ’95 το ανεβάσαμε με τον Κωνσταντίνο, τη Φιλαρέτη Κομνηνού και τη Λυδία Φωτοπούλου- στο “Θάνατο του Εμποράκου”, στη “Βιρτζίνια Γουλφ”, στο “Θείο Βάνια”, στον “Βυσσινόκηπο”…». «Το ’88», περιγράφει, «ενώ παίζαμε στον “Βυσσινόκηπο” με τη Τζένη άρχισε η αρρώστια της», λέει και συγκινείται κοιτάζοντας σχετική φωτογραφία. Αυτομάτως αλλάζει θέμα. «Με επηρέασε πολύ ο Αγαμέμνονας, τον έπαιξα πολλές φορές… Θυμάμαι επίσης μια τρομερή παράσταση το ’76 με τον Μίκη Θεοδωράκη, όταν ανεβάζαμε το “Εχθρός λαός” του Καμπανέλλη».

Τον ρωτάω για τη φωτογραφία όπου κρατάει μια… πέτρα και κάνει μπαμ ότι πρόκειται για θεατρικό. «Α, αυτή έχει ιστορία. 1958. Υμηττός. Εδώ δεν είμαι καν ηθοποιός, ήμουν βοηθός σκηνοθέτη και φωτιστής στην παράσταση “Η γυναίκα της νιότης”».

Επιστροφή στις μέρες μας και στο πεζό θέμα του αντίτιμου για να δεις ένα έργο. «Θεωρώ πως έχουμε πολύ καλές παραστάσεις -και δεδομένων των άθλιων οικονομικών συνθηκών- αλλά το κόστος έχει ξεφτιλιστεί. Κοστίζει 15 ευρώ το εισιτήριο και για το σινεμά 10. Υπάρχουν, μάλιστα, και περιπτώσεις που είναι ίδιο το αντίτιμο και για την παρακολούθηση ταινίας».

Ανταπόκριση; «Έρχεται μεν κόσμος, αλλά τα έξοδα είναι υπέρογκα. Η πτώση ξεκίνησε πριν δύο τρεις δεκαετίες». Εξηγεί: «Η συρρίκνωση του κοινού από το 2008 και έπειτα είναι από 15%-20% κάθε χρόνο. Μας κρατάει η αγάπη του κόσμου. Το Παρίσι και το Λονδίνο μαζί δεν έχουν τέτοια δραστηριότητα. Το ελληνικό κοινό ήταν, είναι και θα είναι το καλύτερο. Και αλλού, για παράδειγμα, στη Γερμανία, τα θέατρα είναι κλειδαμπαρωμένα… Αν τύχει και περάσει κανείς απέξω, τα ανοίγουν. Και μιλάμε για τεράστιους χώρους, με καστρόπορτες με 15 αμπάρες, ακόμα και στο τελευταίο χωριό. Επίσης, έχει τρομερό δυναμικό η Ελλάδα, σε όλες τις τέχνες έχουμε ονόματα παγκόσμιας ακτινοβολίας. Θα μπορούσαμε να λάμπουμε διεθνώς. Δεν φτάνει, όμως, μόνο η παράδοση, πρέπει να θελήσει και ο κόσμος να υπάρξει καλλιτεχνική συνέχεια, παραγωγή πολιτισμού»!

Επεξεργασία ηθοποιών


Επεξεργασία παρασκηνίου

Σχόλια
Loading...