Take a fresh look at your lifestyle.

Τέτα Κωνσταντά: Στη Ρόδα τσάντα και κοπάνα σχεδόν δεν υπήρχε σενάριο, όλοι αυτοσχεδιάζαμε

3,569

Τέτα Κωνσταντά

Η Τέτα Κωνσταντά, κατά κόσμον Ελισσάβετ Κωνσταντοπούλου, γεννήθηκε στην Αθήνα. Η μητέρα της εργαζόταν ως ταξιθέτρια σε θέατρα, όπου εμφανίζονταν σπουδαίοι πρωταγωνιστές. Έτσι, το νεαρό τότε κορίτσι ήρθε από νωρίς σε επαφή με τον χώρο της υποκριτικής, γνώρισε την… μαγεία της σκηνής και των παρασκηνίων και ενώ ένα από τα πράγματα που την εντυπωσίασαν ήταν το γεγονός ότι οι ηθοποιοί είχαν τη δυνατότητα να μεταμορφώνονται και να ανεβαίνουν στο σανίδι ακόμη και σε μεγάλη ηλικία. Το… σαράκι του ηθοποιού είχε μπει μέσα της από πολύ μικρή ηλικία.

Η Τέτα Κωνσταντά αγαπήθηκε πολύ από το κοινό κυρίως λόγω των κινηματογραφικών ταινιών (πάνω από 70 στο σύνολο), στις οποίες πρωταγωνίστησε. Μαζί με ηθοποιούς όπως ο Σταμάτης Γαρδέλης, η Σοφία Αλιμπέρτη, τα αδέλφια Ντούζου, ο Παύλος Ευαγγελόπουλος και ο Πάνος Μιχαλόπουλος αποτέλεσαν την ελίτ των νεανικών -κωμικών ή κοινωνικών- φιλμ της εποχής της. «Άγρια νιάτα», «Τα τσακάλια», «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα», «Ο Παπασούζας φαντομάς» και «Ο ροζ γάτος» ήταν μερικές από τις παραγωγές που μέχρι και σήμερα τις αγαπάει ο κόσμος από την δεκαετία του ’80. Καλλιτεχνικός «νονός» της ήταν ο Όμηρος Ευστρατιάδης, ο οποίος «έκοψε» το Ελισσάβετ Κωνσταντοπούλου (σ.σ. όπως ήταν το κανονικό της ονοματεπώνυμο) σε Τέτα Κωνσταντά.

Η μεγάλη άγαπη της Τέτας Κωνσταντά  με τον επίσης ηθοποιό αλλά και ζωγράφο και σκηνογράφο Γιάννη Ματαράγκα, την οδήγησε στο να αφοσιωθεί στην οικογένειά της. Ο γιος της, Γιώργος, μάλιστα ακολουθεί σήμερα τα βήματα των γονιών του. Μερικές από τις ταινίες που έχει μετάσχει είναι:

Άγρια νιάτα (1982), Αδέξιος εραστής (1985), Αδελφή μου αγάπη μου (1987), Θηλυκό θηριοτροφείο (1984), Θηριοτροφείο αρρένων εναντίον θηλέων (1985), Και κλάμα στα σχολεία (1984), Ο Παπασούζας φαντομάς (1983), Ο άνθρωπος που το ‘παιζε πολύ (1983), Ο ροζ γάτος (1985), Ρόδα τσάντα και κοπάνα (1982), Τα καμάκια (1981), Τα σαϊνια (1982), Τα τσακάλια (1981), Το μεγάλο ρουθούνι (1981), Το παίζω και πολύ άντρας (1983), Ένα τρελό τρελό μούτρο (1986), Ένας παράξενος έρωτας (1989), Έπαθα την πλάκα μου (1987), Έρωτας στα κύματα (1988), Δύο φορές ψεύτης (1989), Είσαι το λαχείο μου (1990), Εδήλωσα τρελός δεν πάω στο στρατό (1988), Επαγγελματίας οπαδός (1985), Επιστροφή στη ζούγκλα (1988), Ερωτιάρης γάτος (1989), Ερωτικές κόντρες (1987), Ευρωκόπανοι (1988), Η καρδιά του πατέρα (1990), Η ντίβα και ο πρωτάρης (1988), Και κλάμα ο ξενοδόχος (1985), Καλοκαιρινές αταξίες (1989), Κατάσκοποι της συμφοράς (1987), Κλασσική περίπτωση βλάβης (1987), Μανούλια στο φροντιστήριο (1989), Μια τρελή τρελή νύχτα (1989), Ο εραστής της γυναίκας μου (1986), Πάρτυ για τρεις (1986), Ραδιοπειρατή αγάπη μου (1988), Το κορίτσι του μπάτσου (1987) και Τρελοί κομπιναδόροι απίθανα κορίτσια (1986).

Η Τέτα Κωνσταντά είχε να πει πολλά και ενδιαφέροντα. Ας την απολαύσουμε:

– Ζήσατε μία εποχή ρομαντική και με άλλες λογικές στον κινηματογράφο και την ηθοποιία. Πόσο πολύ την νοσταλγείτε σήμερα;

Η εποχή της γενιάς μου – στον χώρο της δουλειάς και στην ζωή μας – δεν θα έλεγα ότι ήταν και τόσο ρομαντική. Ήταν αρκετά σκληρή και δύσκολη όμως είχε περισσότερες ευκαιρίες και αισιοδοξία από την σημερινή. Ήμασταν μια γενιά “επαναστατών” που πιστεύαμε ότι θα φέρναμε κάτι καινούριο και ότι θα αλλάζαμε το παλιό και το κατεστημένο. Τελικά – κι ενώ σίγουρα άλλαξαν πολλά – δεν νομίζω ότι καταφέραμε να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο. Αφήσαμε όμως καταγεγραμμένη μέσα στις ταινίες μας την δυναμική εκείνης της εποχής όπου όλα ήταν έντονα. Ο έρωτας, η ταχύτητα, η μουσική και ο χορός. Τότε δεν ξέραμε πόσο μονότονη και δύσκολη θα γινόταν η ζωή στο μέλλον, οπότε σίγουρα νοσταλγώ εκείνη την εποχή, το χρώμα και το άρωμά της.

Αυτό που θυμάμαι από το “Ρόδα τσάντα και κοπάνα” είναι ότι σχεδόν δεν υπήρχε σενάριο. Όλοι αυτοσχεδιάζαμε και βάζαμε λόγια και σκηνές. Πράγματα δικά μας.

– Ρόδα, τσάνα και κοπάνα. Μία ταινία που έχει γράψει την δική της ιστορία και αποτελέσατε και εσείς κομμάτι της. Πως εισπράξατε τότε όλη την δημοσιότητα αλλά και διαχρονικά; Πόσο σας σημάδεψε η ταινία και τι θυμάστε από εκείνη και τα γυρίσματά της;

Η ταινία αυτή δεν ήταν η πρώτη ούτε και η πιο αγαπημένη μου, σίγουρα όμως είχε μεγάλη επιτυχία και αποδοχή από το κοινό. Δεν νομίζω ότι εκείνη την εποχή που συνέβαιναν όλα αυτά – δημοσιότητα, αγάπη και αποδοχή από το κοινό – καθόταν κανείς μας να εκτιμήσει και να αξιολογήσει τα κέρδη μας. Οι ταινίες γυρίζονταν απανωτές. Εμείς συμμετείχαμε βάζοντας ο καθένας το στίγμα του. Η φήμη και η αγάπη του κόσμου μας έδειχναν ότι είμαστε σε σωστό δρόμο. Αυτό που θυμάμαι από το “Ρόδα τσάντα και κοπάνα” είναι ότι σχεδόν δεν υπήρχε σενάριο. Όλοι αυτοσχεδιάζαμε και βάζαμε λόγια και σκηνές. Πράγματα δικά μας.

– Μπίλιας, Χάλιας και άλλα προσωνύμια από το Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα. Θυμάστε το πως βγήκαν και γιατί; 

Όπως είπα και πριν, τα ονόματα όπως και ολόκληρες σκηνές του έργου φτιάχτηκαν κυρίως από τους ίδιους τους ηθοποιούς. Μεγάλη συμβολή είχε σε αυτό ο Γιώργος Ρήγας, κατά την ταινία “Χάλιας”. Το πιο σημαντικό που πρόσφερε σε εμάς αυτή η ταινία ήταν η συνεύρεση με τεράστιους ηθοποιούς μιάς προηγούμενης γενιάς που υπήρξαν για εμάς δάσκαλοι και το κομμάτι της ηθοποιίας αλλά κυρίως ως προς το ήθος που οφείλει να έχει ένας ηθοποιός!

– Άγρια νιάτα (1982) και Τα τσακάλια (1981). Δύο ταινίες επίσης σημεία αναφοράς και άλλης οπτικής, στις οποίες είχατε παρουσία. Πόσο δύσκολο ηταν να περάσετε από την κωμωδία στο δράμα;

Η συνεργασία μου με τους δυο μεγαλύτερους σκηνοθέτες του κινηματογράφου, τον Ν. Φώσκολο και τον Γ. Δαλιανίδη ήταν τεράστια τύχη και τιμή και σχολείο για μένα. Δεν θεωρώ καθόλου δύσκολο το πέρασμα από την κωμωδία στο δράμα. Αυτή είναι η δουλειά μας όπως έτσι είναι και η ζωή μας. Άλλωστε η τέχνη αντιγράφει τη ζωή.

– Έχετε βρεθεί δίπλα σε μεγάλους πρωταγωνιστές της εποχής σας, όπως οι Μιχαλόπουλος, Ψάλτης, Γαρδέλης και πολλοί άλλοι. Ακόμα και ο Στιβ Ντούζος. Με ποιους εξ αυτών συνεργαστήκατε καλύτερα; Ποιές ήταν οι κορυφαίες σας συνεργασίες;

Με όλους τους ηθοποιούς της γενιάς μου είχα και έχω – αν και βλεπόμαστε σπάνια – πολύ καλές σχέσεις και άψογες συνεργασίες. Άλλωστε βρισκόμασταν συνέχεια από την μια ταινία στην άλλη και ποτέ δεν ένιωσα ανταγωνισμό από κανέναν. Οι ευτυχέστερες συνεργασίες μου ήταν με τους μοναδικούς και υπέροχους ηθοποιούς που πραγματικά μας δίδαξαν κινηματογράφο, όπως οι Μουστάκας, Ηλιόπουλος, Βουτσάς, Βλαχοπούλου, Καραγιάννη, Φωτόπουλος, Ρίζος…

Διαβάστε επίσης: Έφη Πίκουλα: Αρνήθηκα να δουλέψω με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, γιατί ήμουν ήδη στην οικογένεια

– Τέτα Ντούζου, Σοφία Αλιμπέρτη, Καίτη Φίνου, Ελένη Φιλίνη και τόσες άλλες γυναικείες παρουσίες. Ποιά ξεχωρίζετε από εκείνη την εποχή και γιατί;

Χμμ… Όλες τις ξεχωρίζω για διαφορετικούς λόγους την κάθε μία. Η Τέτα είναι ένα γλυκύτατο πλάσμα και από τις λίγες που κάναμε και παρέα τότε. Η Σοφία ένα ταλαντούχο πλάσμα με έντονη προσωπικότητα και αυτό που λέμε “γεννημένη σταρ”. Η Καίτη ίσως το πιο ωραίο κορίτσι της γενιάς μας – που δυστυχώς είχε πολλές ατυχίες – και η Ελένη Φιλίνη διαχρονική αξία αυτό που αναφέρω, το απόλυτο θηλυκό! 

– Πόσο δύσκολο ήταν για εσάς το γεγονός πως αυτή η εποχή της δεκαετίας του ’80 τελείωσε και έπρεπε να προσαρμοστείτε σε νέα δεδομένα; Πολλοί συνάδελφοί σας δεν κατάφεραν να συνεχίσουν στον χώρο, αντιμετωπίζοντας ακόμα και σοβαρά προβλήματα επιβίωσης. Εσείς πως το αντιμετωπίσατε όλο αυτό;  

Οι ηθοποιοί της γενιάς μου πραγματικά δεν συνέχισαν την πορεία τους όχι από δική τους ανικανότητα αλλά γιατί πραγματικά υπήρξε μια απαξίωσή τους από σκηνοθέτες και παραγωγούς που δραστηριοποιήθηκαν στον χώρο της ιδιωτικής τηλεόρασης κυρίως. Μια ολόκληρη γενιά πραγματικά ταλαντούχων και αγαπημένων από το κοινό ηθοποιών, θεωρηθήκαμε “καμμένα χαρτιά” και αυτό σε συνδυασμό με το τέλος σχεδόν του ελληνικού κινηματογράφου, μας έβγαλε στην άκρη. Φτάσαμε έτσι στην εποχή των ηθοποιών “μιας χρήσης” που χρησιμοποιούνται για μια σεζόν σε κάποιο σίριαλ και την επόμενη χρονιά δεν τους θυμάται κανείς. Εγώ όπως και πολλοί άλλοι συνάδελφοί μου εξακολούθησα να υπάρχω στον χώρο σε λιγότερο προβεβλημένες δουλειές, διδάσκοντας, κάνοντας μεταγλωττίσεις και δικές μου θεατρικές δουλειές, κυρίως παιδικό θέατρο. Σήμερα που όλα τα επαγγέλματα βρίσκονται σε σοβαρή κρίση, οι ηθοποιοί έχουμε το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας και όσοι δουλεύουν είναι απλήρωτοι ή κακοπληρωμένοι. Πραγματικά το επάγγελμά μας έχει γίνει χόμπυ και δύσκολα ζει πλέον κανείς απ’ αυτό.

– Πόσο εύκολη ή δύσκολη μία συνύπαρξη με ένα άλλο άτομο που κινείται στον ίδιο χώρο στο ίδιο σπίτι; Το ρωτώ αυτό με δεδομένο πως κάνατε επιλογή να φτιάξετε οικογένεια με τον επίσης ηθοποιό κύριο Ματαράγκα.

Μάλλον πιο εύκολο είναι να ζεις με έναν άνθρωπο που κινείται στον ίδιο χώρο με σένα. Με τον σύζυγό μου Γιάννη έχουμε τον ίδιο τρόπο σκέψης και την ίδια νοοτροπία και καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο. Δύσκολο είναι να είσαι με κάποιον που δεν είναι καλλιτέχνης και δεν συμμερίζεται την τρέλα σου: αν και καμιά φορά χρειάζεται να είναι και κάποιος προσγειωμένος μέσα στο σπίτι.

– Κατά την άποψή σας ποιοί ήταν οι σημαντικότεροι δημιουργοί και σκηνοθέτες με τους οποίους δουλέψατε;

Ανέφερα και πριν τους Ν. Φώσκολο και Γ. Δαλιανίδη που υπήρξαν δυο μεγάλοι δάσκαλοι δυο τελείως διαφορετικών σχολών για μένα. Επίσης ο Όμηρος Ευστρατιάδης που μου έδωσε τον πρώτο μεγάλο ρόλο στον κινηματογράφο αλλά και το ψευδώνυμο “Κωνσταντά” και ο αγαπημένος μου δάσκαλος, Νίκος Βασταρδής, που ουσιαστικά με δίδαξε θέατρο και με έβγαλε στη σκηνή με μεγάλους ρόλους ενώ ακόμα ήμουν στην σχολή. 

– Τι ανεκπλήρωτο όνειρο έχετε από το πέρασμά σας από το σινεμά και την ηθοποιία;
Στον κινηματογράφο θα ήθελα να βρεθώ σε μια καλή παραγωγή με τους συναδέλφους της γενιάς μου σε κάτι τελείως διαφορετικό από όσα έχουμε κάνει. Νομίζω και ο κόσμος θα το ήθελε πολύ αυτό. Στο θέατρο θα ήθελα να είχα τα χρήματα να ανεβάζω μια πολύ μεγάλη παραγωγή, ένα μιούζικαλ με πολλά νέα ταλαντούχα παιδιά που έχουν την ατυχία να βγαίνουν στον χώρο μας στην χειρότερη εποχή. 

 – Κοιτάζοντας πίσω ποιές ήταν οι κορυφαίες και ποιές οι πιο δύσκολες στιγμές σας;

Κορυφαία στιγμή έχει μείνει στο μυαλό μου η πρεμιέρα της ταινίας ‘Άγρια νιάτα”, όπου μας ανήγγειλαν και μας ανέβασαν στην σκηνή για να μας παρουσιάσουν στο κοινό ο Ν. Φώσκολος με την Μαίρη Χρονοπούλου. Τεράστια τιμή για πρωτόβγαλτους ηθοποιούς ειδικά αν είσαι ακόμα ένα παιδί στα 18. Οι πιο δύσκολες στιγμές ήταν ίσως όταν έπρεπε απλήρωτοι και τσακωμένοι με τον επιχειρηματία να ανέβουμε στη σκηνή για να μην απογοητεύσουμε τον κόσμο που είχε έρθει στο θέατρο για να μας δει.

– Ποιά είναι η σημερινή σας ενασχόληση; Θα θέλατε να παίξετε ξανά κινηματογράφο ή τηλεόραση;

Σήμερα και για την ακρίβεια εδώ και 10 χρόνια, με έναν δικό μας θίασο ανεβάζουμε παραστάσεις κυρίως για παιδιά. Επίσης διδάσκω θεατρική αγωγή σε σχολεία και ασχολούμαι με την μεταγλώττιση. Ακόμα, επειδή με ενδιαφέρει και αυτό το επάγγελμα και το μέλλον των νέων κυρίως συναδέλφων μου, ασχολούμαι με το σωματείο μας, όπου εκλέγομαι εδώ και πολλά χρόνια. Ο κινηματογράφος που είναι η μεγάλη μου αγάπη πραγματικά μου λείπει. Η τηλεόραση από την άλλη δεν μου αρέσει και πολύ. Νομίζω πως όσο πάει γίνεται όλο και λιγότερο ενδιαφέρουσα.

 

– Ο γιος σας Γιώργος, έχει ακολουθήσει τον δικό σας… δρόμο, απ’ ότι διαβάζουμε. Τι συμβουλές του έχετε δώσει; Τι προσδοκίες έχετε από εκείνον;

Ο γιός μου ο Γιώργος πραγματικά έχει γίνει ηθοποιός και δυστυχώς πολύ καλός. Δυστυχώς, γιατί οι πραγματικά καλοί ηθοποιοί είναι απαιτητικοί από τον εαυτό τους και από τις δουλειές που επιλέγουν και σπάνια καταφέρνουν να βρουν αυτό που θέλουν και όπως το θέλουν.

Η συμβουλή μου στον Γιώργο όπως και σε κάθε νέο παιδί, είναι να μην προδώσει ποτέ τα όνειρά του: να παλέψει γι’ αυτά, να έχει δύναμη και υπομονή και κυρίως να ξέρει ότι η πραγματική ζωή δεν είναι το επάγγελμά μας αλλά είναι οι δικοί μας άνθρωποι. Όσοι αγαπάμε και μας αγαπούν.

Επιμέλεια: Δημήτρης Τομαράς

Για περισσότερα νέα, Βιογραφίες, Παρασκήνια, Βίντεο και Παιχνίδια, επισκεφτείτε το νέο μας site greekoldcinema.gr/

gazzetta.gr

Σχόλια
Loading...