Take a fresh look at your lifestyle.

Ο Αλέξανδρος Αντωνόπουλος μιλάει για την γιαγία του, Κατίνα Παξινού και αποκαλύπτει όσα είχαν συμβεί πριν χρόνια στην ΕΡΤ

1,341

Αλέξανδρος Αντωνόπουλος

Αλέξανδρος Αντωνόπουλος. Ο μεγάλος ηθοποιός που μας έχει χαρίσει απίστευτες στιγμές στο θέατρο και στην τηλεόραση, μιλά στον Χρήστο Κωνσταντίνου για τον ρόλο του στην σειρά “Επιστροφή” του Ant1, την γιαγιά του Κατίνα Παξινού, ενώ αποκαλύπτει όσα είχαν συμβεί πριν χρόνια στην ΕΡΤ. 

Κύριε Αντωνόπουλε πως πήρατε την απόφαση να γίνετε ηθοποιός; Έπαιξε ρόλο το ότι η γιαγιά σας ήταν η Κατίνα Παξινού;
Πρέπει να έπαιξε αλλά αυτό δεν το ξέρω σίγουρα γιατί κι ο αδερφός μου πήγαινε και έβλεπε την γιαγιά του στο θέατρο μα δεν έγινε ηθοποιός.ν Εγώ από μικρό παιδί τρελαινόμουν να πηγαίνω και να βλέπω τις πρόβες περισσότερο κι απ’την ίδια την παράσταση. Κι όταν πια μεγάλωσα γύρω στα 13-14 μια μεγάλη μου ευχαρίστηση ήταν να κάνω υποβολείο στην γιαγιά μου, κάτι που όποιος δεν είναι στον χώρο δεν ξέρει πόσο βαρετό πράγμα είναι να κρατάς ένα κείμενο και να λες στον άλλον τα λόγια του. Μ’άρεσε όμως πάρα πολύ και προφανώς από αυτό σιγά σιγά κατάλαβα την αγάπη μου για την υποκριτική παρόλο που μπήκα στην Νομική. Άλλα παράλληλα είχα πάει στην δραματική σχολή και μόλις την τελείωσα εγκατέλειψα και εντελώς την νομική που σχεδόν είχα τελειώσει, έχω δηλαδή πάρει τα 6 από τα 9 μαθήματα του πτυχίου. Μου έμειναν άλλα τρία άλλα φαντάζομαι δεν θα τα πάρω ποτέ. 

Οι γονείς σας δεν αντέδρασαν σε αυτή σας την απόφαση;
Όπως κάθε σώφρων γονιός έτσι κι αυτοί δεν ήθελαν να γίνω ηθοποιός, το ίδιο και η Παξινού με τον Μινωτή άλλα εγώ επέμενα. Κι ο επιμένων νικά. 

Θυμάστε την πρώτη παράσταση που είδατε;
Αν θυμάμαι καλά γιατί ήταν κι ο πρώτος μου εφιάλτης, πρέπει να ήταν ο “Οιδίπους τύραννος” γύρω στα 6. Θυμάμαι ξύπνησα γιατί έβλεπα εφιάλτη, τον παππού μου μέσα στα αίματα επειδή είχε βγάλει τα μάτια του. Έπαιζε κι η γιαγιά μου, αυτή Ιοκάστη κι ο Μινωτής Οιδίπους.

Τι αναμνήσεις έχετε από την γιαγιά σας;
Μόνο καλές. Η γιαγιά μου ήταν η γιαγιά μου, άσχετα αν ήταν η Παξινού, ήταν μια κανονική γιαγιά όπως όλες οι γιαγιάδες του κόσμου. Πως λέει η φράση “του παιδιού μου το παιδί δύο φορές παιδί μου”, έτσι ήμουν κι εγώ για την γιαγιά μου, το παιδί της. Μου έκανε όλα τα χατίρια, με χαρτζιλίκωνε, με κάλυπτε όταν έκανα αταξίες, και ήξερε ότι κάπνιζα και μου έκανε δώρο αναπτήρες ενώ στο σπίτι μου δεν το ήξεραν. Αυτή ήταν η γιαγιά μου. Επίσης κάναμε απίστευτα ταξίδια στο εξωτερικό, κι από αυτή μυήθηκα στη μουσική. Γιατί δεν ξέρω αν είναι πολύ γνωστό άλλα η Παξινού ξεκίνησε να γίνει τραγουδίστρια της όπερας και γνωρίζοντας τον Μινωτή αποφάσισε να γίνει ηθοποιός. Το πάθος της όμως το οποίο δεν τελείωσε ποτέ ήταν η μουσική και καθόμασταν με τις ώρες στο δωμάτιο μου όταν ερχόταν στο σπίτι, όπου μου είχε αγοράσει ένα πολύ ωραίο στερεοφωνικό και ακούγαμε από Βαλκυρία, μέχρι Κάρμεν, Τραβιάτα, Μπετόβεν, Μότσαρτ κι άλλους σπουδαίους μουσικούς. 

Ποιο ταξίδι από αυτά που κάνατε μαζί της θυμάστε πιο έντονα;
Όλα, μα ένα πιο πολύ, πήγαμε στο Σάλτζμπουργκ στην έναρξη του φεστιβάλ σε μια παράσταση που είχε σκηνοθετήσει ο Κάραγιαν και διεύθυνε την ορχήστρα φυσικά με πάρα πολύ μεγάλους τραγουδιστές εκείνης της εποχής. Αυτή ήταν μια παράσταση του Τροβατόρε που εξαιτίας της φιλίας της γιαγιάς με τον Ζαχαρίου που συμμετείχε την είδα από την πλατεία, και από τις κουίντες σε ένα μεγαλειώδες θέατρο εκεί. Αυτό είναι από τα πολύ αξέχαστα ταξίδια μου μαζί της. 

Γενικά σαν άνθρωπος πώς ήταν η Κατίνα Παξινού;
Ήταν μοναδική δεν το συζητώ, απίστευτη προσωπικότητα, απίστευτη μαγείρισσα, απίστευτη κηπουρός και πάνω απ’όλα μια απίστευτη γιαγιά που τύχαινε να είναι και η σπουδαία Κατίνα Παξινού. 

Εσείς γνωρίζατε πόσο διάσημη ήταν;
Βεβαία, αφού όταν περπατάγαμε στον δρόμο στην Ιταλία την φωνάζανε “la mama di Rocco” και την πιάνανε και την αγκαλιάζανε. Όσο για την Αθήνα όταν κυκλοφορούσε δεν το συζητώ, την αγκάλιαζαν όλοι. Εδώ σταματάνε εμένα, την Παξινού που ήταν διεθνής σταρ δεν θα σταματούσανε.

Εκεί λοιπόν το κοινό σηκώθηκε όρθιο σαν να έμπαινε μέσα μια βασίλισσα, αν και ήταν η βασίλισσα της Επιδάυρου.

Ισχύει ότι την τελευταία φορά που επισκέφθηκε την Επίδαυρο σηκώθηκε όλο το θέατρο και την χειροκρότησε;
Ναι μαζί πήγαμε, όμως ήταν βαρύτατα άρρωστη, και το ζήτησε γιατί καταλάβαινε πως έρχεται το τέλος της.  Ήταν Ιούλιος και πέθανε Φεβρουάριο, 6 μήνες μετά. Πήγαμε να δεί την Ηλέκτρα με την Αντιγόνη Βαλάκου, το έργο με το οποίο η ίδια είχε ανοίξει την Επίδαυρο το 1938 και έμελλε να ήταν το τελευταίο που θα έβλεπε εκεί. 
Εκεί λοιπόν το κοινό σηκώθηκε όρθιο σαν να έμπαινε μέσα μια βασίλισσα, αν και ήταν η βασίλισσα της Επιδάυρου. Μάλιστα κάποιος ξένος που δεν καταλάβαινε ρώτησε ποιά είναι αυτή κι αν είναι όντως βασίλισσα. 

Γνώριζε τη σοβαρότητα της κατάστασης της;
Ναι βέβαια και τη γνώριζε άλλα όχι πάντα,  γιατί λόγω ότι ήταν στον εγκέφαλο πάθαινε διαλείψεις, και πολλές φορές έλεγε δεν είμαι καλά, δεν είναι δυνατόν εγώ να τα χάνω, δηλαδή είχε συναίσθηση ότι τα  έχανε. Και είναι απίστευτο τη δύναμη έχει η σκηνή για έναν ηθοποιό, ήταν ήδη άρρωστη έναν χρόνο και την “Μάνα κουράγιο” την έπαιξε με φριχτούς πόνους.

Σας είχε προλάβει εσάς στο θέατρο;
Με είδε άλλα δεν καταλάβαινε, με είχε πάρει ο Μινωτής και είχα παίξει ένα μικρό ρολάκι, 5 ατάκες δηλαδή,  3 μήνες πριν πεθάνει. Την έφεραν στο θέατρο άλλα δεν νομίζω πως κατάλαβε πολλά πράγματα,  είχε ήδη αρχίσει να αποσύρεται από την ζωή, δεν επικοινωνούσε πολύ. Οπότε δεν νομίζω να με είδε,  άλλα και να με είδε αυτό που έκανα ήταν το τίποτα, ήμουν πολύ αγγούρι τότε.

Όταν της ανακοινώσατε πως θα γίνετε ηθοποιός σας έδωσε κάποια συμβουλή;
Μου έδωσε συμβουλή να μη γίνω ηθοποιός, μα ταυτόχρονα μου λέει την ίδια συμβουλή που μου έδωσαν και στο δικό μου το σπίτι άλλα εγώ έγινα. Άρα κι εγώ να σου δώσω αυτή τη συμβουλή δε θα την ακούσεις, και μου έδωσε την περίφημη αλυσίδα που μου έκλεψαν πέρισυ στην Επίδαυρο  και η οποία ήταν της μητέρας της και την είχα φυλαχτό επάνω μου μέχρι που μου την έκλεψαν. 

Πως ήταν η σχέση σας με τον Μινωτή μετά τον θάνατο της γιαγιάς σας;
Πολύ κακή. 

Έτσι ήταν και πρίν;
Από την ενηλικίωση μου και μετά δεν ήταν σπουδαία η σχέση μας. Ήταν σχέση αγάπης και το αντίθετό της. Όταν ζούσε η Παξινού τα μπάλωνε, μα όταν πέθανε ήρθαμε σε πολύ μεγάλη ρήξη και είναι πολύ δυσάρεστο αυτό γιατί ήρθαμε σε ρήξη για λεφτά το οποίο θεωρώ φρικαλέο. Ο Μινωτής ήταν και νονός μου, έχω το όνομα του, ήταν ένας μεγάλος καλλιτέχνης, και ίσως ο μεγαλύτερος που έχει περάσει ποτέ απ’την Ελλάδα, όχι όμως αναγνωρισμένος όσο θα έπρεπε. Μια πολύ μεγάλη φυσιογνωμία του θεάτρου, άλλα δυστυχώς ήταν ένας άνθρωπος που έφερε το βάρος της Παξινού στην πλάτη του πολύ άσχημα. Ήταν συμπλεγματικός ως προς αυτό κι αυτό τον οδήγησε σε άσχημες πράξεις.

Θεωρείτε πως ήταν νοερά αντίζηλος της Παξινού;
Την λάτρευε άλλα την ζήλευε και φριχτά γιατί η Παξινού ήταν πολύ λαοφιλής ενώ αυτός όχι.  Άλλα το ότι δεν ήταν, οφειλόταν στην τσιγκουνιά του και χρηματική και ψυχική. 

Η περιουσία της γιαγιάς σας τι απέγινε;
Δεν ξέρω καθόλου. Ο Μινωτής δεν ξέρω τι τα έκανε, είχαμε κόψει κάθε επαφή. Εγώ πάντως δεν έχω τίποτα. 
Το 1974 ήρθε στην ζωή σας η παρουσίαση ειδήσεων. Πώς σας έγινε η πρόταση;
Ε αυτά είναι από τα παιχνίδια της μοίρας. Εγώ όταν τελείωσα τη σχολή έδωσα οντισιόν στον Χορν και με πήρε, σε μια παράσταση που τελικά δεν έγινε ποτέ και λεγόταν Ρουλινγκ κλας σε σκηνοθεσία Ευαγγελάτου. Ήταν ένας πολύ ωραίος θίασος, έπαιζε ο Φασουλής, η Ελένη Ανουσάκη, ο Ανδρέας Φιλιππίδης κι άλλοι πολλοί στο νυν θέατρο Χορν, τότε θέατρο Διονύσια. Αυτό όμως ήταν επί Χούντας το 1974 κι όταν αυτή έπεσε ο Καραμανλής έκανε τον Χορν γενικό διευθυντή της Ερτ. Οπότε μια μέρα ήρθε στην πρόβα και μας είπε “λυπάμαι πάρα πολύ, άλλα επειδή ο Καραμανλής με έκανε γενικό διευθυντή στη Ερτ η παράσταση ματαιώνεται”. Κι έτσι μείναμε όλοι χωρίς δουλειά. Μια μέρα όμως  με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν σας θέλει ο Χορν αύριο το πρωί στην Ερτ και πήγα εγώ και μου είπε πως θέλει να λένε τις ειδήσεις οι ηθοποιοί. Τότε του λέω “κύριε Χορν τι δουλειά έχω εγώ” και μου απαντάει “πρώτον σε έχω αφήσει άνεργο και δεύτερον επειδή έχεις μια ωραία εμφάνιση και μιλάς πολύ καλά τα Ελληνικά θέλω να κάνουμε ένα δοκιμαστικό να δούμε αν μπορείς να της πεις”. Έτσι το έκανα το δοκιμαστικό τα πήγα καλά και έμεινα 17 χρόνια μέχρι που έδιωξαν και ησύχασα διότι είμαι ανασφαλής και δεν θα έφευγα αν δεν με έδιωχναν. Άλλα με έδιωξαν κι έτσι πήρε και η καριέρα μου τα πάνω της. 

Πως νιώσατε την πρώτη στιγμή που ανεβήκατε πάνω στο σανίδι;
Όπως όλοι η ηθοποιοί, ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Κάτι που εξακολουθώ να το αισθάνομαι αυτό στην πρεμιέρα. 

Ακόμα και τώρα;
Ναι γιατί όποιος σέβεται τον εαυτό του έχει τρακ. Ένα κολακευτικό ρητό που λένε πως το έχει πει η η Κοτοπούλη η η γιαγιά μου λέει ότι μια ηθοποιός πλησίασε μια από τις δύο και της είπε “Μα έχετε εσείς τρακ, γιατί εγώ δεν έχω τρακ όταν ανεβαίνω στη σκηνή”  και πήρε την απάντηση “έτσι είναι χρυσό μου, το τρακ πάει με το ταλέντο”. Έτσι κι εγώ επειδή πιστεύω πως έχω λίγο ταλέντο, έχω και τρακ. 

Στην Ελλάδα τώρα έχουμε καλό θέατρο;
Βεβαίως, καθώς και εξαιρετικούς ηθοποιούς, απλά δεν έχουμε λεφτά.

Δηλαδή τα χρήματα  είναι αυτά παίζουν ρόλο για να είναι μια παράσταση καλή;
Ναι φυσικά και παίζουν, δεν σημαίνει όμως πως αν έχεις χρήματα γίνετε και καλή παράσταση, απλά αν έχεις μπορεί να γίνει καλύτερη. Όταν όμως δεν έχεις χρήματα για τα σκηνικά και τα ρούχα η για την μουσική είναι μοιραίο η παράσταση αυτή να μην είναι τόσο καλή όπως θα μπορούσε να είναι αν υπήρχαν.  Άλλωστε τώρα πια ούτε να αρρωστήσεις δεν μπορείς αν δεν έχεις χρήματα πόσο μάλλον να κάνεις μια καλή παράσταση η ένα καλό σήριαλ. Που κι αυτά τώρα πια γίνονται με τα ψέμματα γιατί δεν υπάρχουν λεφτά, κι επομένως δεν πρέπει να παραπονιόμαστε που είναι τόσο χάλια. Γιατί όταν πρέπει να γυρίζεται ένα επεισόδιο μέσα σε μια μέρα, που παλιά το γυρίζαμε σε δέκα πως να είναι καλό. Φυσικά δεν γυρίζεται σε μια μέρα από παραξενιά άλλα γιατί δεν υπάρχουν χρήματα. Κάποτε ένα επεισόδιο έκανε 120.000 και τώρα κάνει 20.000. 

Φέτος επιστρέψατε στην τηλεόραση μετά από μια αποχή κάποιων χρόνων. 
Ναι 5 ή 6, από “Το αμάρτημα της μητρός μου” το οποίο δεν πληρώθηκα κιόλας κι ούτε πρόκειται πια. Δεν υπάρχει περίπτωση αν και έχω κερδίσει όλα τα δικαστήρια, άλλα ο “παραγωγός” δεν έχει τίποτα στο όνομα του, φρόντισε και κάλυψε τα νώτα του. Φέτος λοιπόν δέχτηκα την πρόταση για την “Επιστροφή”, μια δραματική σειρά μυστηρίου και είπα πως ήρθε η ώρα να μεγαλώσω να κάνω κι εγώ τον παππού που μέχρι τώρα έκανα τον γκόμενο.

Κρύβει μυστικά ο ρόλος σας;
Μέχρι τα επεισόδια που έχω διαβάσει όχι. Είναι ένας καλός άνθρωπος. 

Πως νιώθετε που παίζετε με νέους ηθοποιούς;
Μου αρέσει πάρα πολύ. Μπορεί να κάνω τον παππού σε αυτή τη σειρά μα αισθάνομαι πολύ νέος. 

Που αισθάνεστε πιο δημιουργικός; Θέατρο, τηλεόραση η κινηματογράφο;
Στο θέατρο γιατί λόγω της επανάληψης του έχεις την ευκαιρία της βελτίωσης, ενώ ο κινηματογράφος και η τηλεόραση δεν το έχει αυτό. Δηλαδή στην τηλεόραση γυρίζεις την σκηνή και τελείωσες, μπαίνει στο κουτί και παίζετε. Στο θέατρο σήμερα μπορεί να είμαι χάλια άλλα αύριο να το βελτιώσω αυτό, είναι μια διαρκής πάλη με το κοινό και μια διαρκής ανανέωση αν το αγαπάς πραγματικά. Μπορεί να φτάσεις τελευταία παράσταση και να πεις, “6 μήνες το έπαιζα λάθος” και να το βρεις τελευταία στιγμή. Ε αυτό δεν συγκρίνεται με τίποτα, ούτε με την τηλεόραση ούτε με τον κινηματογράφο.

Τις σειρές ή τις ταινίες που έχετε παίξει τις βλέπετε;
Όχι, πολύ σπάνια τις βλέπω, δεν είμαι παρελθοντολόγος. Άλλωστε δεν βλέπω και πολύ τηλεόραση, μα την σειρά που είχα κάνει στην Ερτ “Μαμά και γιος” την είχα πετύχει σε επανάληψη και ξαναείδα κάποια επεισόδια. 

Με ποιο κριτήριο επιλέγετε τους ρόλους σας;
Αν μ’αρέσει, αν είναι κάτι διαφορετικό, κι αν είναι καλογραμμένο, δεν υπάρχει άλλο κριτήριο.

Υπάρχουν ρόλοι που σας ιντριγκάρουν υποκριτικά;
Πάρα πολλοί, άλλα εγώ δυστυχώς η ευτυχώς λόγω της ανασφάλειας που έχω δεν έγινα ποτέ θιασάρχης ώστε να διαλέγω τα έργα που θα παίζω κι έτσι δέχομαι προτάσεις.  Επομένως με την πάροδο των χρόνων έχω πάψει πια να λέω θέλω να παίξω αυτό, θέλω να παίξω εκείνο, δεν είναι στο δικό μου χέρι μου η επιλογή άλλα στο χέρι εκείνου που θα με πάρει τηλέφωνο να μου προτείνει έναν ρόλο.

Θεατρική παιδεία στην Ελλάδα έχουμε;
Γενικά δεν έχουμε παιδεία άρα δεν έχουμε και θεατρική, είναι πολύ βαριά αυτή η συζήτηση και δεν θα τελειώσουμε ποτέ. 

Τις κριτικές που αφορούν εσάς η τις παραστάσεις που συμμετέχετε τις διαβάζετε;
Τις διαβάζω άλλα δεν με αφορούν. Όταν ήμουν μικρός τις διάβαζα και με στεναχωρούσαν όταν ήταν κακές, τώρα δεν με ενδιαφέρουν καθόλου. Παρά μόνο αν διαβάσω κάποια που πραγματικά θα είναι σωστή και πω ναι έχει δίκιο και θα προσπαθήσω να το διορθώσω. Άλλα κι αν μια κριτική είναι κακή κριτική δεν με επηρεάζει πια, την διαβάζω. 

Ποιες οι αλλαγές που έχουν γίνει στο θέατρο από όταν ξεκινήσατε έως τώρα;
Αυτό που συμβαίνει τώρα είναι κάτι που με ξεπερνάει, έχουμε περισσότερα θέατρα απ’ότι έχει το Λονδίνο και η Νέα Υόρκη μαζί. Ότι κάθε μέρα δεν ξέρω κι εγώ πόσες παραστάσεις έχει, 1300 – 1400 δεν ξέρω πόσες είναι. Είναι της κρίσης ότι υπάρχουν θέατρα που έχουν πέντε σκηνές, και 80 έργα που παίζουν σε διαφορετικές ώρες για όλο το κοινό. 

Σας ενοχλεί αυτή η υπερπληθώρα παραστάσεων;
Ειλικρινά δεν ξέρω τι προσφέρουν όλες αυτές οι παραστάσεις, δεν το καταλαβαίνω, μου φαίνεται πάρα πολύ υπερβολικό. Δεν είναι δυνατόν ο κάθε πικραμένος να παίρνει μια τρύπα και να κάνει μια παράσταση, σε ένα υπόγειο ή στο σαλόνι ενός σπιτιού με 20 καρέκλες, δεν μου λέει εμένα κάτι αυτό, δεν είναι θέατρο.  Το κανονικό θέατρο δεν χρειάζεται να είναι με 500 η 1000 θέσεις άλλα να χωράνε έστω 100 άτομα και να γίνετε μια σωστή παράσταση. Τώρα αυτά τα εναλλακτικά, τα ψαγμένα, και τα έντεχνα όπως τα αποκαλούν δεν μου λένε τίποτα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως είναι όλα χάλια,  μπορεί κάποιο να είναι και καλό, αυτό όμως  θα το δείξει η πορεία σιγά σιγά πως θα αναπτυχθεί και πως θα γίνει.

Για σας ποιο είδος θεάτρου είναι πιο δύσκολο;
Η κωμωδία γιατί είναι πιο δύσκολο να κάνω τον θεατή να γελάσει. Το γέλιο είναι αντανακλαστικό, είναι σαν να σου δίνει κάποιος μια γροθιά και πονάς, ενώ το δράμα μπορεί να σε ξεγελάσει. Εξου και πάρα πολλοί δραματικοί ηθοποιοί δεν είναι καλοί άλλα τα καταφέρνουν, περνάνε στον κόσμο  γιατί το δράμα απευθύνεται σε πιο πολλούς. Βλέπεις ένα άνθρωπο να υποφέρει επειδή το έργο είναι έτσι άλλα μπορεί να μην παίζει καλά.  Άλλα στην κωμωδία δεν υπάρχει περίπτωση να γελάσεις αν δεν είναι αστείο διότι το αστείο είναι σαν να σου δίνουν ένα χαστούκι στο οποίο αντιδράς άμεσα. Και γι’αυτό μπορώ να πω πως οι κωμικοί ηθοποιοί κατά 90%  μπορούν να παίξουν και δράμα όπως η Στογιάννη ή η Ευείδη στο “Οξυγόνο”. Το αντίθετο μπορεί να συμβεί άλλα δεν είναι και σίγουρο. 

Σας έχει ζητηθεί ποτέ να διδάξετε σε δραματική σχολή;
Βεβαίως, άλλα δεν θέλω. Δεν νομίζω πως έχω τα προσόντα να το κάνω παρόλο που ξέρω να πω. Όμως δεν ξέρω αν έχω την υπομονή σε παιδιά που ως επί τον πλείστον σε πολλές σχολές πάνε για άλλους λόγους κι όχι για να γίνουν ηθοποιοί.
Μια φορά είχα πάει σε μια σχολή  δημοσιογραφίας να κάνω ορθοφωνία, έκατσα έναν χρόνο και είπα “Παναγία μου να φύγω να φύγω να φύγω”, γιατί κι από τους φίλους μου που έχουν σχολές ξέρω και βλέπω πως αν έχει 20 μαθητές η τάξη η 16 δεν κάνουν για το θέατρο και δεν νομίζω πως θα έχω την υπομονή να καθίσω να τους διδάξω κάτι που στην ουσία δεν τους ενδιαφέρει.

Νιώσατε ποτέ να “καβαλάτε” το καλάμι;
Όχι ποτέ. Μου άρεσε που ήμουν στα φώτα, με κολάκευε, όπως και τώρα με κολακεύει που με σταματάνε στο δρόμο και μου μιλάνε, μου αρέσει πάρα πολύ άλλα όχι και να καβαλήσω το καλάμι, αυτό είναι γελοίο. Δηλαδή πρέπει να είσαι πολύ κομπλεξικός για να καβαλήσεις το καλάμι, κι εγώ δεν είμαι. 

Υπάρχει διαφορά ποιοτικό με εμπορικό θέατρο;
Το θέατρο είναι η καλό η κακό. Τώρα τι θα πει ποιοτικό και εμπορικό, είναι λάθος να το λέμε, δε το δέχομαι καθόλου. Άλλωστε το καλό πρέπει να είναι και εμπορικό. Τα αρχαία δράματα είναι εμπορικά, ο Σαίξπηρ είναι εμπορικός, κι ο Μολιέρος επίσης η ο Άρθουρ Μίλερ με τον Τένεσι Ουίλιαμς, οπότε τι θα πει ποιοτικός, ο εμπορικός οφείλει να είναι ποιοτικός, αλλιώς δεν είναι καλός. 

Ρέππας – Παπαθανασίου;
Θεωρώ πως είναι οι σημαντικότεροι συγγραφείς του θεάτρου αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, και θα τολμήσω να πω αν ζούσαν στο εξωτερικό θα ήταν κάτι σαν τον Γούντυ Άλλεν. Είναι άνθρωποι πάρα πολύ χαμηλών τόνων, πάρα πολύ ουσιαστικοί με πολύ μεγάλη και εις βάθος παιδεία. Τα έργα τους πάντοτε πίσω από το γέλιο έχουν και αιχμηρότατα σχόλια για το τι συμβαίνει.  Είναι πολύ σκληρά όπως πχ οι “Γαμπροί για πούλημα”, “Άνδρες έτοιμοι για όλα”, ” Συμπέθεροι απ’τα Τίρανα”, “Μπαμπάδες με ρούμι” πολύ σκληρά έργα τα οποία γελάς γελάς γελάς άλλα αν ποτέ ψάξεις καλύτερα θα δεις πως δεν είναι μόνο γέλιο. Επίσης δεν κάνουν ποτέ αντιγραφή, όπως οι Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες φέτος. Ναι μεν βασισμένο στο παλιό έργο άλλα όλο σχεδόν αλλαγμένο. 

Από την αρχή της καριέρας σας έως τώρα άλλαξε καθόλου η αγάπη σας για το θέατρο;
Καθόλου, και νομίζω πως αν δεν παίξω στο θέατρο θα τρελαθώ.

Θα αλλάζατε κάτι στην μέχρι τώρα πορεία σας;
Όχι φυσικά, έχω κάνει λάθη όπως όλοι οι άνθρωποι άλλα χωρίς λάθος ζωή δεν υπάρχει. Είμαι πολύ ευχαριστημένος που έφτασα σε αυτή την ηλικία, έχω την υγεία μου, έχω την δουλειά μου, ένα ωραίο σπίτι, ένα ωραίο εξοχικό και πάρα πολύ καλούς φίλους, είμαι μια χαρά. Αν παραπονεθώ για κάτι αυτό θα είναι για τα οικονομικά άλλα αυτό δεν είναι μόνο δικό μου θέμα, έτσι είναι όλος ο κόσμος.

Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες, πως είναι αυτή η συνεργασία;
Κοιτάξτε μου λένε “πάλι με Ρέππα – Παπαθανασίου” κι απαντώ  “μα δεν μου έχει τύχει κάτι καλύτερο”. Τους ευγνωμονώ απεριόριστα, κι αν έρθετε σε μια πρόβα τους τους θα δείτε πως γίνετε μια σωστή σοβαρή, ποιοτική και ουσιαστική δουλειά χωρίς άγχος και χωρίς κάτεργα. Κυριολεκτικά μέσα στη χαρά. Διότι η τέχνη πρέπει να δίνει χαρά κι ο ηθοποιός που χαίρεται όταν πηγαίνει στην πρόβα είναι ευτυχής κι αποδίδει πολύ καλύτερα. 

Από τις δουλειές σας ξεχωρίζετε κάποιες;
Φυσικά. Θεατρικά ξεχωρίζω “Τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός”, την “Σονάτα των Φαντασμάτων” του Στρίνμπεργκ που ήταν από τους πρώτους μεγάλους ρόλους μου και  που ευγνωμονώ τον Αλέξη Σολωμό που μου τον πρόσφερε. Τηλεοπτικά  το “Μαμά και γιος”, το “Δις εξαμαρτείν”. Κι από κινηματογράφο τις αγαπώ όλες μου τις δουλειές. 

Σε ποιο άτομο θα λέγατε ευχαριστώ;
Δεν είμαι μόνο ένα άτομο. Θα έλεγα στον Μιχάλη Ρέππα και τον Θανάση Παπαθανασίου άλλα και σε αγαπημένους φίλους που έχω δίπλα μου.

Και τι είναι για σας η υποκριτική; 
Είναι ένα θείο δώρο αυτοανάλυσης που μου λύνει πάρα πολλά προβλήματα που ενδεχομένως θα είχα αν δεν έπαιζα στο θέατρο. Γιατί στο θέατρο είσαι γυμνός δεν μπορείς να κρυφτείς, και μέσα από τους διάφορους ρόλους που παίζεις αναλύεις τον εαυτό σου, τον ξεδιπλώνεις, τον κάνεις κομματάκια και βρίσκεις πάρα πολλές άκρες. Άρα η υποκριτική για μένα είναι και θεραπεία. 

Του Χρήστου Κωνσταντίνου

Facebook: Xristos Konstantinou
Instagram: xristoskp

Σχόλια
Loading...