Take a fresh look at your lifestyle.

Η ταινία «Η δίκη των δικαστών» αποτελεί την τελευταία συνεργασία του Νίκου Κούρκουλου με την Finos Film και περιλαμβάνει ένα από τα μεγαλύτερα καστ ηθοποιών

2,420

H προσφορά του Φιλοποίμην Φίνου δεν σταματά στον ελληνικό κινηματογράφο. Θα ήταν πολύ άδικο για τον σπουδαίο αυτό Έλληνα να μην γνωρίζουν οι νεότερες γενιές ότι ο Φίνος πέρα από το να δημιουργεί επιτυχημένες και ποιοτικές ταινίες, προσέφερε και στην ιστορική μνήμη του Έθνους, γυρίζοντας και ταινίες που αναπαριστούσαν κορυφαίες ιστορικές στιγμές της Ελλάδας.

[sc:3]

Και αν για κάποιους είναι δύσκολο να διαβάσουν την ελληνική ιστορία, σίγουρα είναι πιο εύκολο να εντρυφήσουν σε αυτή μέσα από μια ελληνική ταινία. Μια τέτοια ταινία ήταν και εκείνη με τίτλο «Η δίκη των δικαστών», η οποία γυρίστηκε από την Finos Film το 1974 και ουσιαστικά παρουσίαζε την δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, όσα προηγήθηκαν αυτής, αλλά και όσα ακολούθησαν. Ήταν μια εξαιρετική ταινία η οποία παρουσίασε με ρεαλισμό όλα τα κακώς κείμενα της ελληνικής διοίκησης και νοοτροπίας από την ίδρυση κιόλας του ελληνικού κράτους. Δολιοφθορές, δολοπλοκίες, εγωισμοί, μίση, κόμπλεξ, δείχνουν με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο ότι τα δεινά για την Ελλάδα ξεκίνησαν από πολύ νωρίς. Από τους κακούς χειρισμούς των ίδιων των Ελλήνων, αλλά και από τις άστοχες επιρροές των ξένων δυνάμεων.

photo1

Η ταινία αποτελεί την τελευταία συνεργασία του Νίκου Κούρκουλου με την Finos Film και περιλαμβάνει ένα από τα μεγαλύτερα καστ ηθοποιών, με τις ξεχωριστές παρουσίες του Μάνου Κατράκη στο ρόλο του Κολοκοτρώνη και του Δημήτρη Μυράτ στο ρόλο του Καποδίστρια. Δύο συγκλονιστικοί ρόλοι, οι οποίοι σημάδεψαν τους δύο αυτούς σπουδαίους ηθοποιούς στην ούτως ή άλλως τεράστια καριέρα τους. Πέρα από τους εξαιρετικούς διαλόγους που οι ίδιοι αποδίδουν, είναι πραγματικά μαγικό το πώς καταφέρνουν οι ίδιοι να πρωταγωνιστούν στο μυαλό του θεατή, ακόμα και όταν δεν εμφανίζονται στην οθόνη. Αφού ούτως ή άλλως, η συμμετοχή τους στην ταινία από πλευράς χρόνου είναι πολύ μικρή αναλογικά με τη σημασία των όσων εξελίσσονται γύρω τους και τους αφορούν.

[sc:1]

Ο Κούρκουλος παρουσιάζει μια ακόμα σπουδαία ερμηνεία, όντας 100% στο περιβάλλον των ρόλων που προτιμούσε: Ο δίκαιος, ο αδέκαστος, εκείνος που επιλέγει τις δύσκολες αλλά σωστές αποφάσεις, έστω κι αν αυτό τον φέρνει σε κόντρα με την πλειοψηφία. Τα ιστορικά γεγονότα που παρουσίασε η ταινία ήταν τα εξής: Λίγα χρόνια μετά την επανάσταση του 1821, το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, υπό τη βασιλεία του Βαυαρού Όθωνα, προσήγαγε σε δίκη τους μεγάλους οπλαρχηγούς του αγώνα, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Γεώργιο Πλαπούτα, με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Η περιβόητη δίκη που έγινε το 1833 στο Ναύπλιο, συγκλόνισε το έθνος, επειδή οι πάντες γνώριζαν ότι οι δύο ήρωες ήταν απολύτως αθώοι. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Αθανάσιος Πολυζωϊδης και ο δικαστής Γεώργιος Τερτσέτης αρνούνται να προσυπογράψουν την καταδίκη σε θάνατο των κατηγορουμένων. Οι Βαυαροί διατάζουν τον Υπουργό Δικαιοσύνης να επέμβει, και αυτός απαγγέλλει κατηγορία εναντίον τους, με αποτέλεσμα να συρθούν στα μπουντρούμια των φυλακών και να δικαστούν με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Ωστόσο, τελικά θα αθωωθούν πανηγυρικά.

 

photo10

Το σενάριο και η σκηνοθεσία της ταινίας ήταν του Πάνου Γλυκοφρύδη, σε μια συνεργασία-σταθμό του ιδίου με την Finos Film. Εκτός από τους Κούρκουλο, Μυράτ και Κατράκη, στην ταινία πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Νικηφόρος Νανέρης, Χρήστος Τσάγγας, Χρήστος Καλαβρούζος, Σπύρος Καλογήρου, Ζώρας Τσάπελης, Γιώργος Παλιός, Κώστας Μεσσάρης, Στέλιος Λιονάκης, Νίκος Σκιαδάς, Γιώργος Μοσχίδης, Μάκης Ρευματάς, Ιάκωβος Ψαρράς, Πέτρος Λοχαϊτης, Δάνης Κατρανίδης. Άγγελος Σερέτης, Κατερίνα Καραβία και πολλοί άλλοι. Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, πρόκειται για ένα σπουδαίο καστ ηθοποιών, με εξαιρετικές ερμηνείες, πάνω σε ένα «δυνατό» σενάριο. Πέρα από τις κορυφαίες ερμηνείες ωστόσο, η ταινία «Η δίκη των δικαστών» είχε και πολλά ακόμα στοιχεία που την έκαναν να ξεχωρίσει. Όπως τα πολύ ιδιαίτερα ντεκόρ και τα μοναδικά κοστούμια από τον σπουδαίο Διονύση Φωτόπουλο, ο οποίος μπόρεσε να αναπαραστήσει μια ολόκληρη εποχή με τα λιγότερα δυνατά μέσα και με αρκετά περιορισμένο budget, για τα δεδομένα της ταινίας. Εξάλλου, ο Σταύρος Κελεσίδης απέσπασε τιμητική διάκριση στο 15ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1974 για το μακιγιάζ της ταινίας. Η μουσική ήταν του Χρήστου Λεοντή.

Παρ’ όλα αυτά, η ταινία δεν πήγε καλά από πλευράς εισπράξεων, αφού έκοψε 98.299 εισιτήρια στην πρώτη της προβολή, τον Οκτώβριο του 1974. Φυσικά, αυτό εξ αρχής ήταν γνωστό στους ανθρώπους της παραγωγής, δεδομένου του δύσκολου θέματος που η ταινία διαπραγματεύονταν και μάλιστα σε μια επίπονη περίοδο για την Ελλάδα, που προσπαθούσε να γιατρέψει τις πληγές της δικτατορίας, αλλά και της απώλειες της Κύπρου.

photo4

Ωστόσο, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δει κανείς τους προβληματισμούς που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας ο ίδιος ο σκηνοθέτης της, ο Πάνος Γλυκοφρύδης, ο οποίος σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον σχόλιό του στο περιοδικό Σύγχρονος Κινηματογράφος, το 1974, περιέγραφε την μεγάλη πρόκληση που είχε να διαχειριστεί: την ισορροπία μεταξύ του εμπορικού και καλλιτεχνικού χαρακτήρα της. «Προσπάθησα να κρατήσω μια γραμμή απλούστευσης όσον αφορά στο σενάριο και στο ντεκουπάζ, να κρατήσω κάποια απόσταση από τα πράγματα και γι’ αυτό υπάρχει μια χρήση γενικών πλάνων» ανέφερε μεταξύ άλλων. Και συνέχισε: «Η δίκη του Κολοκοτρώνη έγινε σε ένα τζαμί του Ναυπλίου, πρωτεύουσα τότε της Ελλάδας. Το τζαμί τους έλυνε το πρόβλημα της χωρητικότητας, ώστε να παρακολουθήσει τη δίκη πολύς κόσμος για παραδειγματισμό. Οι Βαυαροί θα σκότωναν τους δύο φορείς της λαϊκής θέλησης μπροστά στα μάτια του λαού. Έτσι, το γεγονός της καταδίκης θα γινόταν πιο αποτελεσματικό. Το συγκεκριμένο τζαμί ήταν ένας γυμνός χώρος, που δεν εξυπηρετούσε το μοντέλο της Finos Film.

Προτιμήθηκε μια κατασκευή που να θυμίζει περισσότερο αυτά που έχει ο κόσμος στις μνήμες του για το τζαμί (καμάρες, κολόνες, γραμμές, τόξα στα παράθυρα κ.λπ.). Το μέγεθος λειτούργησε ενάντια στην ταινία, γιατί ο χώρος απαιτούσε πολλούς κομπάρσους, αλλά έπασχε η Finos Film οικονομικά, όπως και όλος ο κινηματογράφος, κι έτσι μειώθηκε ο αριθμός των κομπάρσων. Ο Φίνος, όπως και κάθε παραγωγός, επιδιώκοντας το κέρδος, απαιτεί να υπάρχει πάντα στις ταινίες του απεριόριστος βαθμός κατανόησης. Τα πάντα να υπάρχουν, να δείχνονται, να λέγονται. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι νόμιμο, από τη στιγμή που το κοινό δεν θέλει να κουράζεται για να ψάχνει, να σκέφτεται, κι έτσι προτιμάει τις ταινίες του. Δεν είμαι αντίθετος στο να βλέπει τις ταινίες πολύς κόσμος. Θα ήθελα, όπως κάθε κινηματογραφιστής, οι ταινίες μου να βλέπονται από πολύ κόσμο.

photo8

Ο κινηματογράφος είναι ένα μέσο πλατειάς επικοινωνίας και άμεσης αποτελεσματικότητας. Γι’ αυτό θα ήθελα να κάνω ταινίες που να τις βλέπει πολύς κόσμος. Δεν ξέρω, όμως, πως πετυχαίνεται αυτό, δηλαδή από τη μία οι ταινίες να είναι κατανοητές κι από την άλλη να είναι «καλλιτεχνικές», «επιστημονικές», «σύγχρονες» κ.λπ. Μου φαίνεται δύσκολο, αλλά προς αυτό πρέπει να τείνουμε».

πηγή

[sc:4]

Αφήστε μια απάντηση

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More