Take a fresh look at your lifestyle.

Γιώργος Γαβριηλίδης: Ένας «τζέντλεμαν» του Παλιού Ελληνικού Κινηματογράφου

0 2,071

Το παρουσιαστικό, το στιλ και η αρχοντιά του, παρέπεμπαν στο να θέλουν όλοι οι σεναριογράφοι και σκηνοθέτες, να του γράφουν τέτοιου είδους ρόλους. Ήταν όμως και στη ζωή του ένας τζέντλεμαν γι’ αυτό πάντα ήταν τόσο φυσικός και αληθινός. Διακριτικός, γλυκός και πολύ προσεχτικός στις κινήσεις και στα λόγια του, γιατί δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να προσβάλει άθελα του κανέναν. 

Ο Γιώργος Γαβριηλίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1908, με καταγωγή από Σμύρνη. Ο πατέρας του ήταν ο Γιώργος Γαβριηλίδης επίσης ηθοποιός και από τα πρώτα μέλη του ΣΕΗ (Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών) και στέλεχος από την ίδρυση του Εθνικού Θεάτρου. Εκείνα τα χρόνια θεωρούταν από τους παλιούς ζεν πρεμιέ του κλασικού ρεπερτορίου. Η μητέρα του ήταν η Αγγέλα Γαβριηλίδου η οποία ήταν και εκείνη κωμική ηθοποιός, καρατερίστα (όπως λέμε).

Σπούδασε στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου και η πρώτη του εμφάνιση, ήταν το 1925 μαζί με τον πατέρα του, σ’ ένα έργο του Γρηγόρη Ξενόπουλου τον «Ψυχοπατέρα», στο θέατρο ‘’Κυβέλη’’.  Τον επόμενο κιόλας χρόνο, ξεκίνησε και τις τουρνέ με την Εταιρεία Ελλήνων Καλλιτεχνών.  Αργότερα συμμετέχει σε ελαφρά μουσικοχορευτικά θεάματα, ανάλαφρες οπερέτες και σε προπολεμική επιθεώρηση.

Επαγγελματικά πια άρχισε να παίζει το 1932, όταν τον προσέλαβαν να παίξει σ’ ένα έργο του Σπύρου Μελά το «Μια νύχτα, μια ζωή», στο θέατρο Κοτοπούλη και από εκεί και πέρα πια, αρχίζει και η καριέρα του να απογειώνετε και να τον διεκδικούν όλοι για ένα ρόλο στο θέατρο τους.

Λόγω του παρουσιαστικού του, τον είχαν ταυτίσει με την εικόνα του αριστοκράτη, του άρχοντα του επιχειρηματία και όταν παρουσιαζόταν ρόλος ανάλογος, εννοείτε πως ήταν πάντα η πρώτη επιλογή.  Τον θεωρούσαν από τους πιο ποιοτικούς ρολίστες, που με τις κλασικές του ερμηνείες και την αυθεντικότητα του παιξίματος του, πλαισίωνε καταπληκτικά τους πρωταγωνιστές των έργων. Παρόλο τους δεύτερους ρόλους που έπαιζε, πάντα κατάφερνε να τραβάει το ενδιαφέρον και την προσοχή του κοινού.

Γενικά ήταν πολύ προσεχτικός ως ηθοποιός και φοβόταν αρκετά να κάνει κάτι καινούριο απ’ αυτό που έκανε έως εκείνη την στιγμή. Τον προέτρεπαν να παίξει και άλλους ρόλους, όμως εκείνος ‘’δείλιαζε’’, με την έννοια μήπως δεν του πάει και απογοητεύσει το κοινό που θα τον παρακολουθούσε. Κάπως έτσι ήθελε να κάνει και το ρόλο κάποιου φτωχού (αν και φοβόταν πως δεν θα έπειθε σε τέτοιο ρόλο), αλλά ο ίδιος έλεγε ότι δεν τον προτιμούσαν σε τέτοιους ρόλους, γιατί δεν είχε τριμμένο κουστούμι και έτσι πολλές δουλειές τις έχανε.

Παρόλο αυτά όμως, σε μια μεγάλη περιοδεία το 1963, έπαιξε τον ρόλο του ρακοσυλλέκτη σ’ ένα έργο του Αλέκου Γαλανού τα ‘’Κόκκινα φανάρια’’ και ήταν καταπληκτικός. Όλοι θεώρησαν ότι ήταν η μεγαλύτερη αποκάλυψη, του πόσο μεγάλος ηθοποιός ήταν.

Συμμετείχε σε πολλά έργα, όπως «Υπάρχει και φιλότιμο», «Όταν λείπει η γάτα», «Μια τρελή τρελή σαραντάρα», «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», «Ένας ήρωας με παντούφλες» κ.α.

Συνεργάστηκε με επίσης αξιόλογους ηθοποιούς, όπως Βασίλη Λογοθετίδη, Λαυρέντη Διανέλλο, Ρένα Βλαχοπούλου, Τασσώ Καββαδία, Αλέκο Αλεξανδράκη, Μάρω Κοντού, Μέλπω Ζαρόκωστα κ.α.

Ήταν πολύ γλυκός άνθρωπος, με μεγάλη φινέτσα και πολύ χιούμορ. Ήταν πολύ διακριτικός και πολύ προσεκτικός στην συμπεριφορά του, γιατί δεν ήθελε με τίποτα να προσβάλει ή να θίξει κάποιων, άθελα του.  Πάντα είχε να σου πει έναν καλό λόγο και πάντα πρόσεχε το ρούχο ή κάποια αλλαγή που θα έκανε μια γυναίκα και δεν υπήρχε περίπτωση να μην πει μια γλυκιά κουβέντα και τον θαυμασμό του γι’ αυτό που έβλεπε πάνω της.

Είχε παντρευτεί μια φορά με την Μαρίκα Κρεβατά και έτσι η Γκέλλυ Μαυροπούλου (παιδί από τον πρώτο γάμο της Κρεβατά), τον έζησε από πολύ κοντά. Παντρεύτηκαν όμως σε αρκετά μεγάλη ηλικία, γιατί η Κρεβατά δεν ήθελε να πει τίποτα έως ότου η Γκέλλυ παντρευτεί και η μητέρα της που ανακατευόταν αρκετά στη ζωή της, μεγαλώσει σε ηλικία, πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να της πει και πολλά πράγμα. Έτσι όταν η κόρη της παντρεύτηκε,  η Μαρίκα της εξομολογήθηκε ότι είχε κρυφά δεσμό για κάποια χρόνια με τον Γιώργο Γαβριηλίδη και ότι σ’ αυτήν την ηλικία ήταν αστείο να κρύβεται άλλο και ότι θα παντρευτούν να ζήσουνε μαζί.

Έτσι λοιπόν η Γκέλλυ Μαυροπούλου ζώντας με τον Γιώργο μέσα στην οικογένεια πια, έχει να μιλήσει γι’ αυτόν με τα καλύτερα λόγια και μέσα σε αυτά, μας περιγράφει και ένα αστείο περιστατικό, που συνέβη στο σπίτι:

Μιλούσε με πολύ καλή προφορά αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, αλλά δεν είχε ιδέα από ξένες γλώσσες. Μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο στο σπίτι και η μητέρα της ήταν στην κουζίνα, σήκωσε το τηλέφωνο ο Γαβριηλίδης και αφού μίλησε αρκετή ώρα, το έκλεισε. Βγαίνοντας η Κρεβατά από την κουζίνα, τον ρώτησε ποιος ήταν στο τηλέφωνο και εκείνος της απάντησε ‘’που θες να ξέρω’’. Καλέ τι δεν ξέρεις επέμεινε η γυναίκα του και τότε εκείνος της είπε ότι ήταν κάποιος που του μιλούσε γερμανικά, του απαντούσε και εκείνος γερμανικά και στο τέλος του είπε ‘’τάγκεσεν’’ του είπα και εγώ ‘’μπίτεσεν’’ και τελείωσε το τηλέφωνο. Είχε πολύ χιούμορ και τρελαινόταν να διηγείται διάφορες αστείες ιστορίες που συνέβαιναν στο θέατρο.

Μαζί με την γυναίκα του και την Μαρίκα Νέζερ, φτιάχνουν τον δικό τους θίασο το 1947 και από τότε είναι πάντα μαζί, σε όλες τους τις δουλειές. Η φήμη του αρχίζει να εξαπλώνετε ακόμα περισσότερο, μετά το 1955, που ιδρύει νέα θεατρική εταιρία με την γυναίκα του Μαρίκα Κρεβατά, την Ρένα Ντορ και τις αδελφές Καλουτά, όπου αλλάζει πλεύση και στρέφεται προς την πρόζα.

Η πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο ήταν το 1936 μαζί με τον πατέρα του, σε μια ελληνοτουρκική παραγωγή, με τίτλο «Ο κακός δρόμος», και σεναριογράφο τον Γρηγόρη Ξενόπουλο και το 1958 σ’ ένα έργο που σκηνοθετεί ο Ντίνος Δημόπουλος «Ο άνθρωπος του τρένου».  Ακολούθησαν πολλές ακόμα ταινίες όπως, «Δελησταύρου και Υιός», «Το Ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» κ.α.

Γύρισε αρκετές ταινίες, που σε κάποιες από αυτές έπαιζε μαζί με την γυναίκα του. Παρόλο που είχε ξεκινήσει την κινηματογραφική του πορεία πιο νωρίς, από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και έπειτα έγινε περισσότερο γνωστός.

Μια κοινή εμφάνιση κάνουν και στην τηλεόραση, το 1972 στο «Εικοσιτετράωρο ενός παλιατζή», που έπαιζε μαζί τους και ο Μίμης Φωτόπουλος και κάνει άλλη μια εμφάνιση μόνος του στην σειρά «Ιστορίες της νύχτας», όπου μαζί του εκεί έπαιζαν η Σούλη Σαμπάχ και ο Γιάννης Γκιωνάκης.

Είχε είδη αποσυρθεί λόγο προβλημάτων υγείας, μέχρι τις 23 Ιουλίου 1982, που φεύγει από την ζωή σε ηλικία 74 χρονών, από πνευμονικό οίδημα και η κηδεία του έγινε στο Γ’  Νεκροταφείο της Νίκαιας.

Ήθος, ύφος, αρχές, σεμνότητα, γλυκύτητα, χιούμορ, αυθεντικότητα, αξιοπρέπεια είναι λίγα από τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν, αυτόν τον ταλαντούχο ηθοποιό, αυτόν τον μοναδικό άνθρωπο. Τέτοιους ανθρώπους, θα τους ήθελα οπωσδήποτε μέσα στη ζωή μου, για να παίρνω και εγώ λίγη από την καθαρότητα του χαρακτήρα τους. Χαίρομαι όμως, που έστω και έτσι (από την καταπληκτική δουλειά τους), υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν στην ζωή μου και θα μπορώ να τους τιμώ και να τους θαυμάζω από τις υπέροχες ταινίες τους.

 

 

Για περισσότερα νέα, Βιογραφίες, Παρασκήνια, Βίντεο και Παιχνίδια, επισκεφτείτε το νέο μας site greekoldcinema.gr/

 epaggelmagynaika.gr

 

 

Σχόλια
Loading...