Take a fresh look at your lifestyle.

Αφιέρωμα στην Δέσποινα Στυλιανοπούλου

0 1,134

Μέσα σε μια νύχτα κατάφερε να γράψει την ιστορία της ζωής της η Δέσποινα Στυλιανοπούλου. Σε μια περίεργη νύχτα, που στριφογύριζαν στο μυαλό της όλα όσα έζησε. Νόμιζε πως θα… εκραγεί! Σε μια νύχτα, όπως όταν μάθαινε τους ρόλους της, κάθισε και αποτύπωσε στο χαρτί τα πάντα. Ή καλύτερα προσπαθώντας να απαλύνει το πόνο των ονείρων της έγραψε πράγματα που της τρυπούσαν την καρδιά, όπως η ίδια σημειώνει…

Στείλε μας το δικό σου άρθρο!!!

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, ο αδελφός της πήγε να σπουδάσει στην Εμπορική Σχολή στην Αθήνα, αλλά προτού αποφοιτήσει διορίστηκε. Τότε οι γονείς της Δέσποινας έστειλαν και την αδελφή του στην Αθήνα, για να συνεχίσει τις σπουδές της, αλλά και να μην είμαι μόνος. «Μαζί με εμένα -χωρίς να το ξέρω- ταξίδεψε με το τρένο και ο Αλκιβιάδης, ένας συμμαθητής και φίλος του αδελφού μου που προφανώς με συμπαθούσε ιδιαιτέρως. Οταν ήμουν στην τάξη καθόμουν δίπλα στο παράθυρο κι εκείνος με φλερτάριζε ρίχνοντας με τον καθρέφτη τις ακτίνες του ήλιου πάνω μου. Εφτασε πρώτος στα λεωφορεία. Ξαφνιάστηκα που τον είδα…
Γράφτηκα στο Γ’ Γυμνάσιο Θηλέων στου Μακρυγιάννη. Πήγαινα μαζί με την Μπέλα, μια συμμαθήτριά μου που έμενε και αυτή στον Υμηττό, γιατί η Αθήνα για μένα ήταν άγνωστη. Εκεί έγινα φίλη με τη Λίντα Λεούση, που αργότερα έγινε σπουδαία πιανίστρια, και με την Ιωάννα Τζεβά, με την οποία συναντιόμαστε μέχρι σήμερα».

stilianopoulou7 Αφιέρωμα στην Δέσποινα Στυλιανοπούλου

Ενα βράδυ την τρόμαξε μια σκιά, ενώ γύρναγε σπίτι, που της ψιθύρισε: «Κουκλί, που πας τέτοια ώρα μόνη σου;» «Η καρδιά μου έφυγε από τη θέση της. Ηταν ο γόης του Υμηττού, ο Ιωνας. Χωρίς να του απαντήσω, άνοιξα το βήμα μου, αλλά δεν μπόρεσα να του ξεφύγω. “Σιγά, μην τρέχεις!” μου είπε και με άρπαξε από το κασκόλ που φορούσα. Αθελά του είχε σφίξει το κασκόλ τόσο δυνατά, που κόντεψε να με πνίξει. Φαίνεται κάπου σκόνταψα, γιατί έπεσα κάτω. Αυτός μάλλον φοβήθηκε και το έβαλε στα πόδια. Γόης σου λέει μετά…

Την επομένη κατέβηκα κάτω να πάρω κάτι επιστολές και βρήκα ένα σημείωμα. Το άνοιξα και τι να διαβάσω… “Κουκλί, έζησα τον έρωτα σαν ένα όνειρο φευγαλέο. Εκλεισα στη χούφτα μου την ανείπωτη ευτυχία. Φοβόμουν να την ανοίξω, μήπως και δεν υπάρχει τίποτα. Ιωνας”».

Πολλά χρόνια αργότερα, το 1981, ένα βράδυ βρέθηκε στο κέντρο «Αθηνά» παρέα με τη Μαίρη Χρονοπούλου και άλλους αγαπημένους συναδέλφους που έπαιζαν στο «Μπουρνέλη». Το μαγαζί είχε μεγάλη επιτυχία εκείνη τη σεζόν γιατί τραγουδούσε ο Γιώργος Σαλαμπάσης το μεγάλο του σουξέ «Σ’ αγαπάω μ’ ακούς». «Εγώ ακούγοντάς το ήταν σαν να το απηύθυνα στον πατέρα μου, που ο χαμός του ήταν πρόσφατος. Στο χέρι μου κρατούσα ένα ποτήρι καθώς ήμουν βυθισμένη σε σκέψεις και αναρωτιόμουν: “Τι θέλω εγώ εδώ;” Υστερα από λίγο τέλειωσε η βραδιά για μας. Μόλις μπήκα στο αυτοκίνητο, μαζί με τη νυχτερινή δροσιά από το ανοιχτό παράθυρο μπήκε και ένα μπουκέτο γαρδένιες. Γύρισα και αντίκρισα τον “Χιονάνθρωπο” (σ.σ.: τον ντυμένο στα λευκά άνθρωπο που στο κέντρο τούς είχε γεμίσει τα ποτήρια με την πιο εκλεκτή σαμπάνια), ενώ ακουγόταν ο Σαλαμπάσης να τραγουδάει “Σ’ αγαπάω μ’ ακούς”.

11 Αφιέρωμα στην Δέσποινα Στυλιανοπούλου

Εβγαλε την πίπα και συστήθηκε: “Γιάννης”. Με ακολούθησε με το αυτοκίνητό του, που ήταν άσπρο και αυτό, μέχρι το σπίτι μου και προτού προλάβω να βγω, μου άνοιξε την πόρτα σαν ιππότης, προτείνοντας ντροπαλά: “Πάμε για έναν καφέ στου Βάρσου;” Τον κοίταξα παραξενεμένη και του είπα: “Μα, είναι νύχτα…” Τότε εκείνος έφυγε καληνυχτίζοντάς με.

Οταν βγήκα το πρωί για να πάω σε γύρισμα, τον είδα στη γωνία του δρόμου να ακούει πάλι το ίδιο τραγούδι. Η μεγαλύτερη όμως έκπληξη για μένα ήταν που κάθε βράδυ όταν γύριζα από το θέατρο άκουγα το “Σ’ αγαπάω μ’ ακούς” χωρίς να βλέπω πουθενά τον Γιάννη, που προφανώς κάπου ήταν κρυμμένος. Μια βραδιά έβαλε το τραγούδι σαράντα φορές. Επίσης, έλαβα μια κασέτα που το είχε γράψει άλλες τόσες…»

Ελευθερώνοντας τα συναισθήματά της μιλάει για τους έρωτές της: «Εζησα προδοσίες και απογοητεύσεις. Τα άντεξα όλα αυτά με μοναδική καρτερικότητα, λέγοντας στον εαυτό μου πως όταν γίνεται ένα ατύχημα, καλό είναι να το ξεχνάς. Αυτό ακριβώς έκανα. Μέσα σε ένα παλιό Οπελ, με μια κουβέρτα στα πόδια για να έχουμε ζεστασιά και τρώγοντας πασατέμπο διαβάζαμε σενάρια και τα διορθώναμε, μέχρι που κατάφερε ό,τι ήθελε και το όνομά του γράφτηκε με μεγάλα γράμματα. Μια γυναίκα μπορεί να στηρίξει και να ανεβάσει έναν άντρα πολύ ψηλά. Εγώ όμως που τον σήκωσα ψηλά έμελλε να δω άλλες να απολαμβάνουν τη δόξα του…»

Και φυσικά δεν αφήνει απέξω την άλλη μεγάλη σχέση της ζωής της, τον Πέτρο Μήλα, που έγινε και άντρας της. Ο ένας αγνοούσε την ύπαρξη του άλλου, αλλά η μοίρα τούς έφερε κοντά. «Ενα πρωί που έφτασα στο μαγαζί “Πρόσωπο” για γύρισμα, ένας άντρας μάλλον ωραίος, με μουστακάκι άσχημο, στριφτό σαν του Νταλί, με γυαλιά μαύρα, με το που με είδε στην πίστα να χορεύω και να τραγουδάω το τραγούδι από την “Ταξιτζού” ρώτησε την Αποστόλου που συμπτωματικά δούλευε εκεί: “Ποια είναι αυτή;” Υστερα από τη γνωριμία μας η Ρένα Ντάλμα παρακάλεσε τον Κώστα Καραγιάννη που σκηνοθετούσε στο “Καλουτά” το έργο “Για μένα, για σένα, για όλους” να πάρει την ίδια και τον Πέτρο να λένε ένα τραγούδι στην παράσταση.

Σε αυτή την παράσταση μόλις έφευγε ο Μήλας από τη σκηνή εγώ έμπαινα από την ίδια κουίντα. Κάθε βράδυ μου έλεγε κάπως δειλά: “Πότε θα βγούμε μαζί;”»

Πέρασε καιρός και η Δέσποινα επισκέφτηκε το κέντρο «Πρόσωπο» όπου εμφανιζόταν ο Μήλας. «Με το που μπήκα εκείνος τραγουδούσε. Μόλις με είδε η κοπέλα του μαγαζιού άρχισε να με ραίνει με λουλούδια και εκείνος έλεγε το ρεφρέν από το τραγούδι του Κόκοτα “Δεν το μπορείς όσο κι αν θες να με ξεχάσεις…” Αυτό το ρεφρέν μάς ένωσε με τα δεσμά του γάμου και ίσως να μας δένει ακόμη, και ας ζούμε χώρια… Ο χωρισμός ήταν σκληρός και έγινε οριστικός με την υπογραφή ενός χαρτιού που σήμαινε το τέλος μιας αγάπης. Ο καθένας πήρε τον δρόμο του, που άλλες φορές ήταν φωτισμένος και άλλες σκοτεινός. Ευτυχώς, ο πατέρας μου, που πάντα με στήριζε, μου έλεγε: “Μήπως, παιδί μου, αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν τελικά για σένα;”».

Για περισσότερα νέα, Βιογραφίες, Παρασκήνια, Βίντεο και Παιχνίδια, επισκεφτείτε το νέο μας site greekoldcinema.gr/

ΔΕΝ ΞΕΧΑΣΕ ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΠΟΥ ΕΖΗΣΕ ΠΑΙΔΙ

Παιδί της Κατοχής η Δέσποινα, δεν μπορεί να διαγράψει αυτό το κεφάλαιο της ζωής της, που είναι τόσο οδυνηρό. «Αρχισαν να εφαρμόζονται διάφορα μέτρα από τους κατακτητές, με πρώτο την επίταξη σπιτιών και άλλων χώρων. Εμείς είχαμε μια αποθήκη όπου βάζαμε τη Ρίτσα, την κατσικούλα μας.

Δύο σκουλαρίκια κρέμονταν από τον λαιμό της. Μας επέταξαν την αποθήκη, μαζί και την κατσικούλα που την είχαμε να πίνουμε φρέσκο γάλα. Στη θέση της φέρανε μια αγελάδα με κάτι κέρατα, να! Μέσα στη στενοχώρια μας για τη Ρίτσα σκεφτόμασταν: “Ε, δεν μας πήραν και το γάλα”. Μια μέρα περίμενα τον Γερμανό να ’ρθει να την αρμέξει. Στεκόμουν έξω από την αποθήκη σαν ζητιανάκι, με το κατσαρολάκι στο χέρι, ελπίζοντας να δώσει λίγο γαλατάκι και σε μένα. Μόλις τελείωσε το άρμεγμα της αγελάδας, εγώ του πρόταξα το κατσαρολάκι και εκείνος μου έδωσε μια σπρωξιά τόσο δυνατή, που θα μπορούσε να με σκοτώσει…»

ΤΡΑΒΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΞΑ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ

Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου παράλληλα με το Γυμνάσιο πήγαινε και στο Ωδείο. Εκεί είχε γίνει μια παρέα με τον Γιώργο Μούτσιο, τη Νάνα Μούσχουρη και τις αδελφές Δουλή. «Με τη Νάνα Μούσχουρη είχαμε πολλά κοινά. Μπορεί να μην είχαμε την ίδια καθηγήτρια, είχαμε όμως τους ίδιους στόχους. Αρεσε και στις δυο μας το ελαφρό τραγούδι, αλλά τελικά δεν με κατέκτησε. Με κέρδισε ο Ροντήρης. Οταν αργούσα να πάω στη σχολή, μου έλεγε: “Λολομπρίτζιτα, διάλεξε! Ή τραγούδι ή σχολή”. Εγώ συνέχισα τη Δραματική και η αγαπημένη μου φίλη Νάνα το Ωδείο. Κάθε βράδυ όμως ερχόταν στη σχολή. Νομίζω ότι της άρεσε ο Μιχάλης Νικολινάκος (σ.σ.: Ο γόης της εποχής…)».

Οταν έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού η Δέσποινα Στυλιανοπούλου γνώρισε χαρά και απογοήτευση μαζί. «Εκεί πρωτοείδα δύο πανέμορφα κορίτσια, τη Βουγιουκλάκη και την Καρέζη. Εμεινα άναυδη από τη γλύκα της Αλίκης και τα σπάνια μάτια της Τζένης. Και είπα μέσα μου: “Πού πας, εσύ;” Μα, δεν το έβαλα κάτω. Μπήκα σε μια αίθουσα και περίμενα να ακούσω το όνομά μου. Κάποια στιγμή άκουσα “Στυλιανοπούλου!” “Παρών!” φώναξα – δεν ήξερα τι έλεγα από την ταραχή μου. Την ίδια στιγμή είδα να σηκώνεται και μια άλλη κοπέλα και να προχωράει και αυτή προς την πόρτα. Δεν χωρούσαμε και οι δύο. “Πού πας, καλέ; Εμένα φώναξαν”. “Οχι, εμένα!” μου απάντησε με περισσή σιγουριά. Γέλασα κάπως αμήχανα και της είπα πως εγώ είμαι η Στυλιανοπούλου. “Και εγώ Στυλιανοπούλου λέγομαι” απάντησε. Αυτό μόνο σε σενάριο μπορούσε να συμβεί. Να μην τα πολυλογώ, είπαμε και οι δύο τους ρόλους μας, φύγαμε και η καθεμιά πήρε τον δρόμο της. Δεν έκλεισα μάτι όλη τη νύχτα. Ξαναδιαβάζοντας τους επιτυχόντες είδα ότι έλεγε Στυλιανοπούλου του Ιωάννου και όχι του Φωτίου».

Τη δεύτερη απογοήτευσή της από το Εθνικό την πήρε όταν ο Αλέξης Μινωτής δεν την πήρε στον χορό, ενώ αρχικά την είχε επιλέξει: «“Εσένα ποιος σε πήρε;” “Εσείς!” Με κοίταξε από πάνω ώς κάτω και είπε: “Είσαι απάτη! Ντύσου και φύγε, δεν μας κάνεις”. “Εσείς χάνετε” του απήντησα και βγήκα στον δρόμο…»

Image Αφιέρωμα στην Δέσποινα Στυλιανοπούλου
ΑΠΟ ΤΗ ΣΧΟΛΗ ΡΟΝΤΗΡΗ ΣΤΟ ΣΑΝΙΔΙ

Φοιτώντας στη Σχολή του Ροντήρη έπαιξε τη Νικολέτα στον «Αρχοντοχωριάτη» του Μολιέρου, τη Σμεραλδίνα από τον «Υπηρέτη δύο αφεντάδων» του Γκολντόνι, την «Τρισεύγενη» του Παλαμά, την κυρία Αλβινγκ στους «Βρικόλακες» του Ιψεν.

«Ο δάσκαλος χτύπησε ένα κουδουνάκι και είπε: “Βρικόλακοι”. Ακούγοντάς το με έλουσε κρύος ιδρώτας. Μήπως ο Ροντήρης εκείνη τη στιγμή εκπλήρωνε την επιθυμία που είχα πάντα μέσα μου για έναν δραματικό ρόλο; “Γιατί μου δίνετε τόσες κωμωδίες αφού εγώ είμαι δραματική ηθοποιός” γκρίνιαζα. Ορίστε λοιπόν. Γι’ αυτή την ερμηνεία μου με επαίνεσαν αρκετοί κριτικοί και όλη η επιτροπή που αποτελούνταν από τον διευθυντή του Ωδείου Αθηνών Μανώλη Καλομοίρη, τον Χέλμη, τον Κώστα Μουσούρη, την Αλκη Θρύλο, την πιο αυστηρή κριτικό, και τον μοναδικό ιστορικό του Ελληνικού Θεάτρου Γιάννη Σιδέρη. Τότε, στις πτυχιακές εξετάσεις, έμαθε ο πατέρας μου ότι σπούδαζα ηθοποιός».

Από τις πρώτες εμφανίσεις της στο σανίδι άρχισε να γίνεται πολύς λόγος για το ταλέντο της και δεν άργησε να έρθει η καταξίωση. «Εκεί που καθιερώθηκα πλέον ήταν το “Μαριχουάνα στοπ”. Στο έργο αυτό πρωτοβγήκε ο Βοσκόπουλος. Εκεί έκανε την πρώτη της εμφάνιση και η Ζωή Λάσκαρη. Ο θίασος ήταν Γιώργου Πάντζα – Δέσποινας Στυλιανοπούλου. Με παρακάλεσε ο Μπουρνέλης να γράψουμε στη μαρκίζα: “Πρώτη εμφάνιση Ζωίτσα Λάσκαρη”. Αφησα να προηγηθεί η πρωτοεμφανιζόμενη τότε Λάσκαρη δίπλα στον Γιώργο Πάντζα. Στο έργο αυτό ο ρόλος μου είχε τεράστια επιτυχία. Επειδή όμως είχα αποκλειστικό συμβόλαιο με την εταιρεία Καραγιάννης – Καρατζόπουλος δεν μου επέτρεψαν να παίξω στην κινηματογραφική μεταφορά του έργου, επειδή την έκανε ο Φίνος. Εβαλαν τη Μάρθα Καραγιάννη στον ρόλο μου και την ονόμασαν Δέσποινα. Τα κωμικά όμως που έβαζα εγώ στο θέατρο δεν υπήρχαν στην ταινία…»

«Στο “Μαριχουάνα στοπ” ο Τόλης ερωτεύθηκε τη Λάσκαρη και τραγούδαγε το “Μια γυναίκα, μια αγάπη, μια ζωή”. Ερχόταν και μου έλεγε: “Τι θα κάνω, Δέσποινά μου;” “Εφόσον είσαι καψούρης, πρέπει να κάνεις υπομονή” του απαντούσα». Παράλληλα, η Δέσποινα εκείνη την εποχή γύριζε την «Ταξιτζού» όπου η Ρίκα Διαλυνά υποδυόταν τη γυναίκα-σκάνδαλο. Τότε γύριζε δύο ταινίες και το βράδυ είχε θέατρο. «Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της “Ταξιτζούς” είχα μια φοβερή ατυχία. Ηταν η κακιά στιγμή και παραλίγο να μου κοστίσει την ίδια μου τη ζωή. Κανείς δεν ήξερε ότι έπεσα στη θάλασσα όταν γύριζα την “Ταξιτζού”. Εσπασα το πόδι μου και έπαιζα στο θέατρο με νάρθηκα και γύψο. Κόντεψα να πάθω σηψαιμία!»

stylianopoulou1 Αφιέρωμα στην Δέσποινα Στυλιανοπούλου

ΟΤΑΝ ΧΡΙΣΤΗΚΕ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑ ΣΤΟΝ ΘΙΑΣΟ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ – ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ

Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου έγινε πρωταγωνίστρια σε μια νύχτα. «Μια φορά ήταν ένα δουλικό σε ένα παρισινό αριστοκρατικό σαλόνι. Οικοδεσπότης ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, οικοδέσποινα η Αλίκη Βουγιουκλάκη, σαλόνι το θέατρο “Ρεξ” και Παρίσι η Αθήνα. Απαραίτητο συμπλήρωμα της μεγαλοαστικής χλιδής  η καμαριέρα -το δουλικό- του γαλλικού μπουλβάρ (“Η γλυκιά Μπριζίτ” του Γκαβό), με τυποποιημένη τη μορφή, τη Δέσποινα Στυλιανοπούλου.

Η επιτυχία εκείνο το βράδυ στάθηκε τόσο τεράστια, ώστε το ζεύγος Βουγιουκλάκη – Παπαμιχαήλ παραχώρησε με χαρά τη θέση του -στα πολλαπλά ανοίγματα της αυλαίας- στη νεόκοπη πρωταγωνίστρια, τη Δέσποινα Στυλιανοπούλου” έγραψε η κριτική. Υστερα από αυτό, η Αλίκη με αγκάλιασε, με φίλησε και μου είπε: “Δεν θα ξαναπαίξουμε μαζί”. Της λέω: “Μα, γιατί; Αφού ξέρεις πόσο σε λατρεύω!” “Δεν μπορούν δύο πρωταγωνίστριες μαζί. Και εσύ από σήμερα είσαι πρωταγωνίστρια. Φύγε να κάνεις τη δουλειά σου” μου απήντησε»…

Επεξεργασία ηθοποιών


Επεξεργασία παρασκηνίου

Σχόλια
Loading...