Take a fresh look at your lifestyle.

Ένας Ηλιόπουλος ονόματι Ντίνος

0 1,372

Ντίνος Ηλιὀπουλος

Ένας μαραθώνιος από επιτυχίες με πρώτο σταθμό, τον «Δράκο» του Κούνδουρου…

Ο Ντίνος Ηλιὀπουλος ανήκει σ᾽ αυτή τη σπάνια κάστα ηθοποιών που δεν μποροῦν να σιγκριθούν με ἀλλους συναδέλφους τους, αφού δεν διαθέτουν κανένα κοινό στοιχεῖο, κανένα μέτρο σύγκρισης, καμιὰ απολύτως ομοιότητα, ακόμα και στα ίδια κείμενα, στους ἱδιους ρόλους.

Ο τίτλος του «φινετσάτσυ κωμικοὐ», που πετυχημἑνα του ἐδῶσαν, δεν τον καλύπτει ολοκληρωπκά και φυσικά δεν τον δικαιώνει.

Το ταλέντο του Ηλιόπουλου καλύπτει μια μεγάλη γκάμα υποκριτικής, που σπάνια του δόθηκε η ευκαιρία να τη δώσει στο μεγάλο κοινό.

Η πρόζα, κωμωδία ή δρᾶμα, η Επιθεὡρηση, το μιούζικαλ, δεν έχουν κανένα μυστικό για τον πολυτάλαντο καλλιτέχνη.

Ο Ντίνος Ηλιὀπουλος έχει περισσότερο από κάθε άλλον συνάδελφό του -και όχι μόνο ντόπιο- δικό του στυλ. Εντελώς προσωπικό στυλ.

Ντίνος Ηλιόπουλος

Η Αλεξάνδρεια που έφυγε…

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος γεννήθηκε στην Ἀλεξάνδρεια και ήρθε στην Αθήνα, ξέροντας περισσότερα Αιγυπτιακά και Γαλλικά, παρά Ελληνικά….

Ὀμως, επειδή όλα τα θεατρικά έργα που παίζονταν στην Αθήνα ήταν γραμμένα στα Ελληνικά κι επειδἡ τ᾿ όνειρό του ήταν να γίνει κι αυτός ηθοποιός και μάλιστα όσο γινόταν πιο γρήγορα, ρίχτηκε με τα μούτρα στο διάβασμα. Και έμαθε θαυμάσια Ελληνικά.

Πάντως η δραματική σχολή του τότε Εθνικοὐ μας Θεάτρου, όπου έδωσε εξετάσεις, τον απέρριψε μετὰ πολλῶν επαίνων….

Φαίνεται πως οι αρμόδιοι κριτές δεν είχαν διαβλέψει κάποιο ταλέντο στον υποψήφιο ηθοποιό!

Ο Ηλιόπουλος δεν ήταν από τους νέους που απογοητεὐονται. Ἐτσι, γράφτηκε στη δραματική σχολή του Γιαννούλη Σαραντίδη, ενός ονομαστοὐ σκηνοθέτη, που είχε δουλέψει στο παριζιάνικο θέατρο «Σάρα Μπερνάρ» και που λόγω Κατοχής είχε αποκλειστεί στην Αθήνα. Από τη σχολή αυτή αποφοίτησε
αριστοὐχος.

Στη θεατρική σκηνή ανέβηκε για πρώτη φορά το 1944 παίζοντας έναν μικρό ρόλο στο ἑργο «Κυρία σας αγαπώ» με τον θίασο της Κατερίνας.

Αργότερα πήγε στο θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, όπου η μεγάλη αυτή δασκάλα του θεάτρου μας του έδωσε μεγάλες ευκαιρίες για να προβάλει το ταλὲντο του. Τόσο σε ρὀλους πρόζας, ὀσο και σε μουσικές κωμωδίες.

Μαζί της έπαιξε στην «Πιο χαρούμενη ώρα», στον «Υπηρέτη δύο αφεντάδων», στο «Μ’ αγαπά, δεν μ᾽ αγαπά», στον «Θανασάκη τον πολιτευόμενο» και σε ἀλλες θεατρικές επιτυχίες.

Κάποτε θα φύγει από τις δυο μεγάλες κυρίες του θεάτρου μας αφού έχει μάθει πια πολύτιμα πράγματα κοντά τους και θα δοκιμάσει τα φτερά του σε ἄλλους καλλιτεχνικούς ουρανούς.

Θα τον βροῦμε να παίζει πλάι στον Κώστα Μουσούρη, στην ΄Ελλη Λαμπέτη, στον Δημήτρη Χορν.

Στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’50 (ταυτόχρονα αρχίζει και η κινηματογραφική του άνοδος) θα συνεργασθεί με τον Μίμη Φωτόπουλο, ανεβάζοντας δυο μεγάλες θεατρικές επιτυχίες.

Το «Σπίτι των τεσσάρων κοριτσιών» και τους «Μικρούς Φαρισαίους».

Στη συνέχεια θα παρουσιάσει με τον προσωπικό του θίασο έργα που τον καθιέρωσαν: «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος», «Η κυρία του κυρίου», «Το έκτο πάτωμα».

Τη δεκαετἱα του ᾽70 θα την εγκαινιἀσει με το μουσικό θέατρο, που είναι η κλίση του και το μεράκι του.

Μετά τη «Γλυκιά Ίρμα» πλάι στην εκπληκτική Ελλη Λαμπέτη (1971) ο Ηλιόπουλος θα δώσει όλο τον εαυτό του στο πολύ πετυχημένο ανέβασμα του «Καμπαρἐ».

Θ’ ακολουθήσει ένα μεγάλο θεατρικό διάλειμμα στην Αθήνα (1974) και θα τον ξαναβροὑμε στο Εθνικό θέατρο, παίζοντας πρωταγωνιστικοὑς ρόλους στις «Θεσμοφοριάζουσες» και στον «Αμφιτρύωνα».

Ὀμως, έχει δώσει πάλι ραντεβοὑ με τη «Γλυκιά ‘Ιρμα», που τώρα την παίζει η Τόλη. Αμέσως μετά, με τον Αλεξανδρἀκη, το Φωτόπουλο και τη Γαληνέα, θ᾿ ανεβάσουν το «Μερικοἱ το προτιμοῦν καυτό».

Ντίνος Ηλιόπουλος

Ο Ντίνος Ηλιὀπουλος της μεγάλης οθόνης…

Η κινηματογραφική καριέρα του Ντίνου Ηλιόπουλου αρχίζει ουσιαστικά τη δεκαετία του ’50 με μια σειρά από ταινἱες που τον καθιερώνουν σαν ἐναν καινούργιο τύπο της μεταπολεμικἡς Ελληνικἡς κοινωνίας.

Είναι ο νέος μικροαστός, που με μια δική του συγκρατημένη, φοβισμένη ίσως, κοινωνική συμπεριφορά, θα διεκδικήσει μια θέση και θα την κερδίσει με μια εντελώς δική του φιλοσοφία.

Ο δειλός αυτός και ντροπαλός σαν παιδάκι άνθρωπος δεν θ᾽ αποκτήσει ποτέ ιδεολογία δούλου, αλλά θα παλέψει με τα δικά του μέσα, που ενώ μοιάζουν ακίνδυνα, κρύβουν πολύ δύναμη και πεῖσμα.

Ἄλλοτε σαν απογοητευμένος εραστής κι άλλοτε σαν τίμιος ανθρωπάκος, θα δώσει τη μάχη του με τον τρόπο του. Χρησιμοποιώντας την τεχνικὴ της μαριονἑτας και φέρνοντας στη σκηνή ένα δικό του φυσικό κόμπιασμα στη φωνή, Θα συνταιριάσει μια εντελὠς προσωπική ερμηνεία στους ρολους του.
Με την ίδια άνεση παίζει με τη διάθεση του θεατἡ του, κάνοντας τον να γελάσει ἡ να δακρύσει.

Πάνω στη φινετσάτη ερμηνεία του Ντίνου Ηλιόπουλου θα γραφτούν πολλοί ρόλοι, όχι πάντοτε καλοί και στην  ταινία «Προπαντὁς ψυχραιμία», θα δοκιμάσει μαζί με τον συμπρωταγωνιστή του Μίμη Φωτόπουλο το σκηνοθετικό του ταλέντο.

Καταιγιστικά ακολουθούν μια σειρά από ταινίες, που χαλάνε κόσμο: «Τα 4 σκαλοπάτια» με τη Ζινέτ Λακάζ, «Το τραγούδι του πόνου» με τον Κατράκη, «Θανασάκης ο πολιτευόμενος» από την ομώνυμη θεατρικἡ επιτυχία του, «Τζο ο τρομερὸς», «Χαρούμενο ξεκίνημα».

Ντίνος Ηλιόπουλος

Ο «Δράκος», ένας σταθμός…

Κάπου εκεί υπάρχει ο κινηματογράφος σταθμός, όχι μόνο για τον Ηλιόπουλο αλλά και για τον ελληνικό κινηματογράφο.

Είναι η δεύτερη ταινία του Νίκου Κούνδουρου, «Ο δράκος», πάνω σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη και με μουσική του Μάνου Χατζιδάκι.

Πλάι στον Ηλιόπουλο που παίζει τον επώνυμο ρόλο, βλέπουμε τη Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, τον Γιάννη Αργύρη, τον Θανάση Βέγγο.

Ὀταν προβλήθηκε «Ο δράκος» (πρεμιέρα 5 Μαρτίου 1956) γνώρισε μεγάλη αποτυχία, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να σχολιαστεί ευνοϊκά όταν εκπροσώπησε την Ελλάδα στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Βενετίας.

Τον «Δράκο» τον κατηγόρησαν για παραμόρφωση της κοινωνικῆς πραγματικότητας και σε κάποιες αίθουσες ο κόσμος σφύριζε και ζητούσε πίσω τα λεφτά του. Κάποιοι κριτικοί θα τον αντιμετωπίσουν σωστά και ένας απ’ αυτούς, ο Μάριος Πλωρίτης θα γράψει:

«Ο δράκος» πηγαίνει πολύ μακρύτερα και πολύ βαθύτερα από όποια άλλη κινηματογραφική ταινία. Για πρώτη φορά ο ελληνικός κινηματογράφος κάνει ένα βήμα τόσο τολμηρὀ».

Μετά τον «σταθμό» ξαναρχίζει το μακρὑ ταξίδι με τις ατέλειωτες εμπορικές φαρσοκωμωδίες όπου ο Ηλιόπουλος τις σφραγίζει με τη δική του φινέτσα, κάνοντας τες και σήμερα να βλέπονται με το ίδιο ενδιαφέρον, σαν ηθογραφίες μιας εποχἡς.

Αν κάτι δεν πήγαινε τόσο καλά, σ’ αυτές τις παραγωγές, δεν ήταν οι ηθοποιοί που θα μποροῦσαν να κατηγορηθούν για τίποτα.Αυτές οι ταινίες γυρίζονταν, σ᾿ αυτές έπαιζαν.

Η «Μέλπω» του Φρίξου Ηλιάδη, οι «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες», διακωμώδηση της μανιάτικης εκδικητικότητας με τον Χατζηχρήστο αντίπαλό του, «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος» με την Καρέζη, «Της τύχης τα γραμμένα», «Στουρνάρα 288», «Αμαρυλλίς», «Καλημέρα Αθήνα», «Ζητείται ψεύτης», «Ο ατσίδας», «Εξοχικό κέντρον ο έρως», «Η κυρία του κυρίου», είναι μια σειρά από ταινίες που καθιερώνουν το δημοφιλή πια κωμικό.

Το 1963 θα ξεφαντώσει στο αγαπημένο του είδος, το μιούζικαλ, παίζοντας στο 5ο κατά σειρά έγχρωμο ελληνικό φιλμ, το «Μερικοί το προτιμούν κρύο» του Γιάννη Δαλιανίδη σε μουσική Μίμη Πλέσσα και χορογραφίες Γιάννη Καστρινού.

Μαζί του παίζουν, τραγουδοῦν και χορεύουν η Ρένα Βλαχοπούλου, η Ζωή Λάσκαρη και ο Βαγγέλης Βουλγαρίδης.

Η ταινία προβλήθηκε στις 13 Γενάρη 1963 και η πρώτη προβολή έκοψε 212,247 εισιτήρια.

Την ίδια χρονιά ο Αλέκος Σακελλάριος θα δώσει στον Ηλιόπουλο τον πρῶτο ρόλο στην ταινία του «Ο φίλος μου ο Λευτερἁκης», την επόμενη ο Δαλιανίδης  θα συνεχίσει το μιούζικαλ με το « Κάτι να καίει» που σημειώνει κι αυτό πάταγο.

Εδώ ο Ντίνος Ηλιὀπουλος θα οργιάσει με τη Ρένα Βλαχοπούλου και τη Μάρθα Καραγιάννη και θα κάνουν την πρώτη κινηματογραφική τους εμφάνιση η Ἐλενα Ναθαναήλ και ο Τόλης Βοσκόπουλος…

Ο Ντίνος Ηλιὀπουλος θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί σαν θεμελιωτής του ελληνικοὐ κινηματογραφικού μιούζικαλ στον τομέα της ερμηνείας.

Διαβάστε επίσης:Μάρω Κοντού: Ευχή Και Κατάρα Σού Δίνω Να Μη Γίνεις Βουγιουκλάκη!!!

Οι δικές του απόψεις…

-Έχετε παίξει σε 150 περίπου ταινίες, γιατί σταματήσατε να παίζετε; ρωτάμε τον ηθοποιό.

-Το σινεμά σταμάτησε να μας παίζει. .. Βλέπετε, πριν τον θάνατο του σινεμά έβγαιναν 150 ταινίες. Τώρα που ξαναζωντάνεψε, 25.

-Ποιά ήταν η πρώτη σας ταινία;

-Οι « 100.000 λίρες», όπου σκηνοθέτης και πρωταγωνιστὴς ήταν ο αξέχαστος Αλέκος Λειβαδίτης.

-Βλέπετε τις παλιές ταινίες σας στην τηλεόραση;

-Τις βλέπω όσες μπορώ και κρατάω και λίγο αρχείο μ᾿ ένα «Βίντεο».

-Πώς τις κρίνετε αυτές τις ταινίες;

-Βλέπω πως δεν υπάρχουν πια εκείνα τα κείμενα, όμως, δεν τρέφω νοσταλγία γιατί η ποιότητά τους ήταν φτωχή, εγώ όχι τόσο καλός.

Οι σκηνοθέτες, οι τεχνικοί καλοί, αλλά σε μεγάλο ὑψος ήταν οι συγγραφείς: Τσιφόρος. Ψαθάς,
Σακελλάριος, Πολύβιος Βασιλειάδης.

Σήμερα κάτι κόπηκε στις γέφυρες.
Ὑπάρχουν οι νέοι συγγραφείς, αλλά έχουν πάει λίγο σε πρότυπα πολιτικοῦ θεάτρου, έχουν χάσει την επαφή με το κοινό, δεν πήρανε τη σκυτάλη για να διοχετεὐσουν μέσα από το πλατύ κοινό τα μηνύματα τους.

-Νομίζετε πως υπάρχουν νέοι κωμικοί που μποροῦν να συνεχίσουν το δικό σας έργο;

-Αυτό το «να συνεχίσουν» δεν πάει εδώ. Οι καλλιτέχνες, οι ηθοποιοί ειδικότερα, δεν είναι διευθυντἑς κάπου που θ’ αλλάξουν και θα ’ ρθουν πιο νέοι και θα κάνουν καλύτερα ἡ χειρότερα τα πράγματα.

Οι καλλιτέχνες είναι εφευρέτες του εαυτοὐ τους. Δεν μποροῦμε να ποῦμε, έφυγε από το θέατρο ο Σταυρίδης και ξαφνικὰ θα τον αντικαταστἡσει ο τάδε.

Καθένας έχει εφεύρει έναν τύπο δικό του. Ο Βέγγος δεν έχει εφεὐρει ἐναν τὐπο που δεν τον υποψιαζόμαστε;

-Από τις ταινίες σας ξεχωρίζετε κάποια;

-Αν εννοείτε το «Δράκο» είναι η κορυφαία μου. Είναι η μόνη ίσως ποιοτική μαζί με μια άλλη που έκανα με τον Ντίνο Δημόπουλο, τον «Τζο τον τρομερό».

-Στον «Δράκο» δεν είχατε κωμικό ρόλο. Μήπως γι’ αυτό τον ξεχωρίζετε; ΄Η για την ποιότητά της γενικότερα;

-Και για την ποιότητα της ταινίας. ‘Ηταν ας πούμε προφητικἡ της πρωτοποριακής νίκης του κινηματογρἀφου χωρίς να ξεχνὡ ότι ὁποιος κι αν είμαι σε δημοτικότητα, το οφείλω στις άλλες, τις εμπορικές ταινίες.

Πώς να το κάνουμε; Μια παράσταση χωρίς κοινό᾽ είναι ο Δούναβης χωρίς τον Στράους.

Ντίνος Ηλιόπουλος. Ἐνας αγώνας με ατἑλειωτες μάχες, νικηφόρος μάχες, συνεχεῖς κατακτήσεις στο χὡρο της θεατρικής τέχνης, στο χὡρο του κινηματογράφου, στο χώρο της πολιτιστικής αναγέννησης. Πολλά οφείλει το
ελληνικό θέαμα σ ᾽έναν μοναδικό καλλιτἑχνη που θα μποροῦσε να κερδίσει και τους προβολείς της διεθνούς σκηνῆς.

 

«ΒΕΝΤΕΤΑ », 22 Ιουνἱου 1983

«Είδα το φως της ΔΕΗ μια νύχτα στο πρῶτο μισό του αιώνα μας, όπως όλος ο κόσμος. (Η ακρίβεια είναι για τα τρένα). Στην Αλεξάνδρεια – Αἰγυπτος.

Από πολύ μικρά όμως, με τ᾽ αδέρφια μου Κική, Αλέκο, Σμαράγδα, οι δουλειές του πατέρα μας μάς φέρανε να μεγαλώσουμε στη Μασσαλία, όπου τελειώσαμε το Λύκειο. Πρέπει εδώ να πω, ότι᾿ ο μεγάλος ελληνολάτρης και ακαδημαϊκός -Μαρσεγιέζος κι αυτός- κ. Ροζέ Μιλιέξ με ανακάλυψε ντετεκτιβικά στα αρχεία του Λυκείου μου κι έτσι ο Δήμαρχος Μασσαλίας μου έκανε την τιμή να με προσκαλέσει στον εορτασμό της αδελφοποίησης Μασσαλίας-Πειραιᾶ που έγινε πρόσφατα.

Και να που λίγο πριν απ’ τον πόλεμο βρεθήκαμε στην Αθήνα και τελειώσαμε και τη Μπερκσάιρ Ἱνγκλις Χάι Σκουλ.Η ευγνωμοσὐνη μας στον Θεό που μας έδωσε για γονείς τον Ηλία και την Αθηνά δεν χωράει στη σουίτα Του, πρέπει να κάνει επέκταση.

Ὀταν χάσαμε τον πατέρα μας η μητέρα δεν ξαναπαντρεὑτηκε, παρά μας είπε χωρίς να ξέρει πως εκείνη τη στιγμή έγραφε σονάτα: «Ο πατέρας σας δεν έζησε μόνο τη δική του ζωή, έχει να ζήσει και το υπόλοιπο της δικιἀς μου».

Τότε ήρθε και η ώρα κι έκανα τη θητεία μου. Απολύομαι. Σε λίγο καλοὐμαι για εκπαίδευση ένα μήνα. Απολύομαι. Την ίδια νύχτα της δεύτερης αυτής απόλυσής μου, οι σειρἡνες του πολέμου. Ἀντε πάλι, μπαινόβγαινα μες στο χακί.

Η Κατοχή με βρίσκει στη Δραματική Σχολή και ακολουθούν κάποια πενήντα-τόσα χρόνια θέατρο.

Στο μεταξύ, είναι ένας πρώτος μου γάμος-αστραπή, «ο πόλεμος των έξι μηνῶν».

Και ο δεύτερος και τελευταίος με τη Χίλντεγκαρντ, την πιο αγαπημένη μου ηρωίδα περιπετειῶν (αυτές που πέρασε μαζί μου).

Ὀπου μας προέκυψαν τα δυο διαβόλια μας μεταμφιεσμένα σε αγγελούδια, η Εβίτα-Αθηνά και η Χίλντεγκαρντ-Αγγελική.

Πολύ πρόωρα έλειψε απ’ τον κόσμο και η αδελφή μου Κική, πιο όμορφη και απ’ την ομορφιά.

Ὀταν αργότερα έλειψε και η μητέρα μας, πιο αριστοκρατική κι απ’ τη Βιέννη του Στράους, έλειψε κι ο κόσμος απ’ τον κόσμο».
Ἐτσι αρχι’ζει ο μεγάλος μας κωμικός το βιογραφικό του βιβλίο, με τίτλο «΄Ενας Ηλιόπουλος ονόματι Ντίνος» (Ἀγκυρα 1999).

Με μια ιδιότυπη, γλαφυρή γραφή, μ ᾿ἑνα χαριτωμένο προσωπικό λόγο, μας βάζει με λίγες αρἁδες στον δικό του γοητευτικό κόσμο, καλύπτοντας τα πρώτα χρόνια μιας συναρπαστικἠς ιστορίας που λέγεται «Ντίνος Ηλιόπουλος».

Στο ίδιο βιβλίο ο Κώστας Γεωργουσόπουλος κωδικοποιεί τη θεατρική φυσιογνωμία του Ντίνου Ηλιόπουλου με τον γνωστὸ βαθυστὀχαστο κριτικό του λόγο:

Ντίνος Ηλιόπουλος

Ντίνος Ηλιόπουλος

Η κωμικὴ τέχνη του Ντίνου Ηλιὀπουλου ξεκινάει από την Κομέντια ντελ Αρτε, όχι τόσο γιατί ακολουθεί κάποιον συγκεκριμένο τύπο αυτής της υποκριτικής παράδοσης, αλλά γιατί οικοδομεί τους ρόλους με τον ίδιο τρόπο.

Ο Ντίνος Ηλιὀπουλος παίζει ένα ρόλο και, ταυτόχρονα, τον τόπο του μέσα στο ρόλο.

Είναι ο κατεξοχήν ηθοποιός με τα τυποποιημένα τερτίπια, με τη διαφορά πως δεν είναι ένας τυποποιημένος ηθοποιός. ΄

Εχει κατασκευάσει έναν κωμικό κώδικα τελείως προσωπικό, ύστερα από μελέτη των προσόντων του και των ελαττωμάτων του. Μεγάλοι κωμικοί είναι εκείνοι που, κωδικοποιώντας τα μέσα τους, εξαίρουν υπερτονίζοντας, υπογραμμίζοντας το ελάττωμά τους.

Αυτή η μέθοδος απαιτεί ένστικτο και μεγάλη φαντασία, δύο προσόντα που διαθέτει αφειδώλευτα ο Ηλιόπουλος. Το ελάττωμα τσυ Ηλιόπουλου ως ηθοποιοὐ είναι η δυσχέρειά του ν’ απομνημονεύει το λόγο, και μια έμφυτη αφηρημάδα.

Ο Ντίνος Ηλιὀπουλος  μαθαίνει -υποπτεύομαι- με το αφτί. Ακούει αυτοσχεδιάζοντας στα κενά, ώσπου να κατανοήσει το λόγο.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ἐναν ιδιάζοντα ρυθμό, 0 οποίος από τη φύση του, είναι κωμικός.

Τυπικό γνώρισμα του ρυθμού του είναι η εναλλαγἡ αργής κίνησης και γρήγορης εκφώνησης του λόγου.

Σπάνια κινείται όταν μιλά, έτσι ώστε η παρουσία του στη σκηνή είναι μια συνεχής χορευτικἡ κίνηση που διακόπτεται από στάσεις, όπου εκφωνείται ο λόγος, πάντα σε αργότερο ρυθμό από το ρυθμό της κίνησης που προηγεῖται ή έπεται.

Η κίνηση, όμως, δεν είναι τυχαία’ πολλές φορές, φτάνει στο αραβοὑργημα με τη συμμετοχὴ όλου του σώματος.

Ποτέ ο Ντίνος Ηλιὀπουλος δεν αποκρυσταλλὡνει την κίνηση σε μια πάγια έκφραση. Ενὡ δίνει την εντὑπωση του τέλεια μελετημένου, ένα είδος γοητευτικής άμυνας που τον συνέχει, αφήνει γύρω από τις κινήσεις του ένα ασαφές μετείκασμα, με αποτέλεσμα να φαίνεται πως συνεχώς εφευρίσκει το ρυθμό κι αυτοσχεδιἀζει.

΄Εχω την εντύπωση πως δεν υπάρχει πιο σχολαστικὸς ηθοποιός κατά τη διάρκεια της δοκιμής.

Μένω με τη γνώμη, όπως τόσα χρόνια τον παρακολουθώ, πως έχει μετρήσει με το χιλιοστό κάθε βήμα του, κάθε απόσταση και κάθε φωτοσκίαση των αντιδράσεών του.

Κι όμως, όταν τον βλέπεις στην παράσταση, νομίζεις πως ψάχνει να βρει την επόμενη κίνηση, πως τώρα μαθαίνει τις θέσεις του και πως με κόπο εκφωνεί τα λόγια του.

Η όλη του προσπάθεια αφήνει στον θεατἡ τη γεύση του ανολοκλήρωτου, κι εδώ ακριβώς είναι το μυστικό της μεγάλης του τέχνης, αλλά κι ο μεγάλος του εχθρός.

Είναι ένας κωμικός δύσκολος, γιατί δεν κολακεύει ποτέ με ευκολίες το κοινό.
Η αφέλεια και η αμηχανία του δημιουργοὐν στον θεατἡ μιαν ανασφάλεια, κι ο ρυθμὸς του έχει ένα υπὁγειο
χρῶμα που, όταν έρχεται πότε-πότε στην επιφάνεια, τρομάζει.

Η ανασφάλεια και ο τρόμος δημιουργούν στον θεατἡ μια διαθεσιμότητα και του επιβάλλουν το δίλημμα αν πρέπει ή δεν πρέπει να γελάσει – και σωστά, γιατί ο Ηλιόπουλος είναι ο κωμικός που, όταν είναι παγίδευμένος, θῦμα, σου δίνει την εντὐπωση πως πίσω απ’ τα φαινόμενα κυριαρχεί μια δική του διαβολική συνέργεια που τα ελέγχει και τα κατευθύνει.

Η τέχνη του κωμικού στον Ντίνο Ηλιόπουλο είναι μια επιβεβαίωση του κανόνα πως, η μεγάλη τέχνη είναι αδιαίρετη, μία, πως δεν υπακοὑει σε είδη ἡ μόδες ή ευκολίες. Σ’ ένα κοινό όπως το ελληνικό,  που τροφοδοτήθηκε πάντα με ευκολίες, ο κώδικας του Ηλιόπουλου είναι δυσκολονόητος, γιατί είναι επιθετικός και ανοίκειος.

Κώστας Γεωργουσόπουλος

Ντίνος Ηλιόπουλος

Ο άλλος Ντίνος Ηλιόπουλος

Μια σχεδόν άγνωστη πτυχή του πολὐπτυχου ταλέντου του Ντίνου Ηλιόπουλου ήταν και η ποιητική. Στην «ΑΚΡΟΠΟΛΗ» του 1948, όταν δηλαδή ήταν 33 ετών, δημοσιεὑτηκαν οι παρακάτω στίχοι του, που παραπέμπουν σ’ ἐναν ἀλλο Ντίνο Ηλιόπουλο απ’ αυτόν που γνωρίσαμε αργότερα:

Στίχοι σε γλώσσα αργκό, «βλάμικη» την έλεγαν τότε. Απίστευτο ότι γράφτηκαν από τον μπριλάντε κωμικό….

Το ποίημα έχει τίτλο «Ρεσιτάλ»:

Της Φρὀσως ο λεγάμενος, ο ράθυμος Τζωρτζἠς
ντερβίσης ἡ προφέσορας, ἡ τζες, ή χιμπατζἠς
που ’χε ντεπόζιτο καρδιά,
συχνά, κάθε που αφἡνονταν μονάχος

στους καημοὐς του

ένα σκοπό μολὀγαγε, που λες, χάρη γοὑστου
με κομπολόι συνοδιά

τσικ-τσικ κι η τρεμάμενη βραχνάδα

της θαμπἡς φωνῆς του στο βελοὐδο αντηχοὑσε της νυχτιάς.
Κι αν πεις και για τις νότες τις ψηλὲς
-ξεφάντωμα ερωτιάς-

ξεσπούσαν σ ’ένα σἑρτικο σεβντά νοσταλγικόν
ως σκαρφαλώναν στης κεράς του το μπαλκόνι
που ’χε τη γλάστρα διαπασών

με το βασιλικὸ για να τον μαραζώνει.

Κι ώρες γλυκοπικράμενος απόμνεσκ ’επειδη
καρτέρα να τη δει

να ξεπροβάλει στου παράθυρον την άκρη

και το ᾿πνιγε σαν του ‘ρχονταν

στο μάτι του το δάκρυ

γιατί δεν κλαιν οι άντρες.

Τσικ-τσικ, μὀν ’άκουες ρυθμικἁ

σιγά να κλαιν οι χάντρες…

Ντίνος Ηλιὀπουλος

Το κείμενο είναι από το βιβλίο του Νότη Κύτταρη, «ΟΙ ΑΞΕΧΑΣΤΟΙ ΚΩΜΙΚΟΙ ΜΑΣ».

www.ellinikoskinimatografos.gr

Για περισσότερα νέα, Βιογραφίες, Παρασκήνια, Βίντεο και Παιχνίδια, επισκεφτείτε το νέο μας site greekoldcinema.gr/

sansimera.gr

Σχόλια
Loading...