Βασίλης Λογοθετίδης: Ο κωμικός των κωμικών

 

Ο σπουδαίος Έλληνας κωμικός ερμήνευσε εκατοντάδες ρόλους του διεθνούς και ελληνικού ρεπερτορίου και έμεινε στη μνήμη ως «ο κωμικός των κωμικών». Δεν εκβίασε ποτέ το γέλιο, απλώς το έκανε να αναδύεται αυθόρμητα από την ψυχή μας. Σήμερα, από όλα όσα έχουν γραφτεί γι’ αυτόν, το πιο πλήρες είναι ίσως εκείνο που σημείωσε κάποτε ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος: ότι «ο Λογοθετίδης υπήρξε ο άνθρωπος του λαού, που ένιωσε το λαό και που έπαιξε για το λαό»…

Στείλε μας το δικό σου άρθρο!!!

Ο Βασίλης Λογοθετίδης γεννήθηκε το 1898 στο Μυριόφυτο της Ανατολικής Θράκης και έζησε τα νεανικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Το πραγματικό του ονοματεπώνυμο ήταν Βασίλης Ταυλαρίδης. Καθιέρωσε το επίθετο «Λογοθετίδης» με το ντεμπούτο του στο θέατρο το 1919.

Το 1915 αποφοίτησε από το Ζωγράφειο Γυμνάσιο και τον επόμενο χρόνο εμφανίστηκε ερασιτεχνικά σε θεατρική σκηνή της Κωνσταντινούπολης κάνοντας μεγάλη εντύπωση.

Το 1918 εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Αθήνα και τον επόμενο χρόνο έκανε την εμφάνισή του ως επαγγελματίας, πλέον, ηθοποιός με το θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη. «Εσύ, Βασίλη, είσαι γεννημένος κωμικός», του είχε πει εκείνη στα 1919, και δε χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός για να δικαιωθεί η μεγάλη Ελληνίδα ηθοποιός.

 

Από τα πρώτα κιόλας έργα, ο νεαρός Λογοθετίδης ξεχωρίζει. Είναι η φυσικότητά του, το ταπεραμέντο του, οι κινήσεις του, που ενθουσιάζουν το κοινό. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με μια φωνή που θαρρείς και γεννήθηκε για να ξεστομίζει ξεκαρδιστικές ατάκες, δημιουργούν έναν ηλεκτρισμό γύρω από τη φιγούρα του και το αποτέλεσμα δε μένει παρά να δικαιώσει την Κοτοπούλη στα χρόνια που έρχονται, καθώς η συνεργασία τους θα γεννήσει μεγάλες επιτυχίες.

Με το θίασό της συνεργάστηκε μέχρι το 1935, όταν για μία μόνο θεατρική περίοδο δημιούργησε ο ίδιος θίασο συνεταιρικά με την Αλίκη και τον Κώστα Μουσούρη.

Μετά το τέλος της περιόδου εκείνης επανήλθε στο θίασο της Κοτοπούλη παραμένοντας μέχρι το 1946. Κατά τη θερινή περίοδο του 1947 συνεργάστηκε με την Κατερίνα Ανδρεάδη και το χειμώνα του ίδιου έτους συγκρότησε αποκλειστικά δικό του θίασο.

Στη διάρκεια της λαμπρής και πλούσιας σε επιτυχίες θεατρικής σταδιοδρομίας του έπαιξε σε περισσότερα από 200 ξένα θεατρικά έργα, μεταξύ των οποίων στο «Αρσενικό και παλιά δαντέλα» του Κέσερλινγκ, στο «Έξυπνοι και κουτοί» του Γκάρσον Κάνιν, στην κωμωδία του Σέξπιρ «Όπως σας αρέσει», στο «Βολπόνε» του Μπεν Τζόνσον, στο «Γαμπρός του κ. Πουαριέ» του Οζιέ, στο «Κνοκ» του Ζιλ Ρομέν κ.ά. καθώς επίσης και σε πολλές ελληνικές κωμωδίες.

Σε κάθε του εμφάνιση απολάμβανε την απεριόριστη αγάπη του κοινού, ωστόσο η επιτυχία του αυτή δεν τον άλλαξε. Παρέμεινε ο ίδιος απλός άνθρωπος, ένα γήινο πλάσμα γεμάτο όνειρα που τα μετέτρεπε σε θεατρικές ομολογίες.

 

Το χειμώνα του ’48 ο Λογοθετίδης αρρώστησε και μπήκε στο νοσοκομείο. Οι πάντες τότε ανησύχησαν. Οι εφημερίδες έγραφαν καθημερινά για την περιπέτειά του. Ανθοδέσμες πλημμύριζαν το δωμάτιό του. Ευτυχώς, όμως, ήταν κάτι περαστικό. Όταν πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο, ο τότε δήμαρχος της Αθήνας Παυσανίας Κατσώτας έδωσε εντολή και η πόλη φωταγωγήθηκε για να υποδεχτεί και πάλι το πιο μεγάλο της ταλέντο. Ωστόσο, αυτή η περιπέτεια θα αφήσει ίχνη ευδιάκριτα πάνω του. Γιατί τότε κάνει την εμφάνισή της μια αδιόρατη θλίψη που γίνεται αντιληπτή από πολλούς… Είναι πλέον η εποχή του κινηματογράφου, με τις αθάνατες ταινίες να διαδέχονται η μία την άλλη.

Ήταν από τους πρώτους ηθοποιούς του ελληνικού κινηματογράφου, όπου πρωτοεμφανίστηκε το 1936, σε ταινίες που σχεδόν σε όλες πρωταγωνιστεί, όπως «Κακός δρόμος» (1936), «Μαντάμ Σουσού» (1948), «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» (1948), «Ένα βότσαλο στη λίμνη» (1952) των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου, «Σάντα Τσικίτα» (1953), «Δεσποινίς ετών 39» (1954), «Ούτε γάτα, ούτε ζημιά» (1955), «Η κάλπικη λίρα» (1955), «Ο ζηλιαρόγατος» (1956), «Δελησταύρου και υιός» (1957) και «Ένας ήρως με παντούφλες» (1958), που ήταν και η τελευταία κινηματογραφική του παρουσία.

 

Ως κωμικός, ο Λογοθετίδης έπλασε το θεατρικό χαρακτήρα του Έλληνα αυτοδημιούργητου μικροαστού, σε μια εποχή, όπως η μεταπολεμική, ραγδαίας και βίαιης αστικοποίησης του νεοέλληνα αγρότη. Αντιφατικός, συναισθηματικός, μικροτύραννος, άπληστος, αφοπλιστικός, μικροαπατεώνας και ταυτόχρονα καταφερτζής και γενναιόδωρος…

 

Οι περισσότερες από τις θεατρικές επιτυχίες του μεταφέρθηκαν στη μεγάλη οθόνη κι έτσι διασώθηκε το απόλυτα προσωπικό υποκριτικό του ύφος. Σημαντικές επιτυχίες του υπήρξαν ακόμη τα έργα: «Ένας βλάκας και μισός», «Προς θεού μεταξύ μας» και «Φαταούλας» του Δημήτρη Ψαθά, «Οι δικοί μας άνθρωποι» και η «Γυνή να φοβήται τον άνδρα» του Γιώργου Τζαβέλλα.

 

Κορυφαία του στιγμή θεωρείται ο ρόλος του στο κωμικό δράμα του Γιώργου Τζαβέλα «Η κάλπικη λίρα» (1955), που διακρίθηκε διεθνώς και είναι μία από τις καλύτερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου.

 

Ο συγγραφέας Γ. Ρούσσος έγραψε για τον Λογοθετίδη ότι «πολλοί ηθοποιοί αγάπησαν το νεοελληνικό θεατρικό έργο, αλλά κανένας δεν το αγάπησε ή δεν μπόρεσε να το αγαπήσει περισσότερο από εκείνον». Και η καυστική πένα ενός άλλου συγγραφέα, του Δημήτρη Ψαθά, θα αποκάλυπτε μιαν άλλη όψη αυτής της αφοσίωσης: «Ναι, αγαπάει το νεοελληνικό έργο, αλλά ο ίδιος είναι συμφορά για κάθε ευσυνείδητο συγγραφέα. Γιατί είναι αδύνατον να καταλάβει ο συγγραφέας εάν η επιτυχία οφείλεται στο έργο του ή στον πρωταγωνιστή». Όποια κι αν είναι η ετυμηγορία του καθενός, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει: Με όχημα το νεοελληνικό έργο, ο Λογοθετίδης καθηλώνει τα πλήθη και οδεύει από επιτυχία σε επιτυχία.

Παρότι ωστόσο είναι ο αγαπημένος του κόσμου, παρότι δοκιμάζεται σε δύο γάμους, παρότι βλέπει τη φήμη του να γιγαντώνεται, αποπνέει εκείνη την ομιχλώδη αύρα που μοιάζει με κατάρα για κάθε σπουδαίο κωμικό: την αύρα ενός ανθρώπου θλιμμένου.

Το 1957 ανέλαβε καλλιτεχνική περιοδεία στις ΗΠΑ με σκοπό την καθιέρωση συστηματικής επαφής μεταξύ των θεάτρων όλων των χωρών της Γης, δίνοντας παραστάσεις σε οκτώ πόλεις των ΗΠΑ, όπου και θριάμβευσε. Κατά δε την υποδοχή του στο Πίτσμπουργκ, ο τότε δήμαρχος τού παρέδωσε το χρυσό κλειδί της πόλης, τιμή που δεν έχει ξαναγίνει σε Έλληνα ηθοποιό. Ακριβώς σε αναγνώριση της συμβολής του αυτής για την πρόοδο της ελληνικής θεατρικής τέχνης και παρουσίας σε διεθνές κοινό, ο βασιλιάς Παύλος τού απένειμε το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικος. Νωρίτερα (1952), είχε τιμηθεί και με το Έπαθλο Ξενόπουλου.

 

Τα χρόνια περνούν και εκείνος συνεχίζει τις επιτυχίες στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Σοβαρά προβλήματα υγείας, ωστόσο, δεν του επέτρεψαν να πρωταγωνιστήσει στην κωμωδία «Ο Ηλίας του 16ου», ρόλο τον οποίο πήρε τελικά ο Κώστας Χατζηχρήστος. Το ίδιο έργο είχε ανέβει από τον ίδιο τον Λογοθετίδη πρωτύτερα στο θέατρο με τεράστια επιτυχία.

«Θα ήθελα να πεθάνω στο θέατρο», είχε εκμυστηρευτεί ο αγαπημένος ηθοποιός σε φίλους του… Γιατί το θέατρο ήταν το σπίτι του.

Στις 20 Φεβρουαρίου του 1960, λίγο πριν ξεκινήσει από το σπίτι του για το θέατρο ώστε να ανέβει στη σκηνή όπως πάντα, ο Βασίλης Λογοθετίδης «έσβησε» από καρδιακή προσβολή (ορισμένα sites τοποθετούν την ημερομηνία θανάτου του στις 22 Φεβρουαρίου 1960).

Τη διεύθυνση του θιάσου του συνέχισε επάξια ο Χρήστος Ευθυμίου. Μετά από εντολή τού τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη.

Η κηδεία έγινε στο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών παρουσία της πολιτικής ηγεσίας και συνέρρευσε τεράστιο πλήθος 50.000 Αθηναίων. Τάφηκε στο Α’ Νεκροταφείο. Ήταν άγαμος, δεν είχε στενούς συγγενείς και κατοικούσε στο Παλαιό Φάληρο.

πηγή

Επεξεργασία ηθοποιών


Επεξεργασία παρασκηνίου

Σχόλια
Loading...