Η οδός Ναυάρχου Νοταρά, ο Φεντερίκο Φελίνι και τα Κόκκινα Φανάρια

Τα κόκκινα φανάρια

H ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Αλέκου Γαλανού και το 1964 ήταν προτεινόμενη για το Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Κανών. Ουσιαστικά αφηγείται τις ιστορίες μιας ομάδας πόρνων στην Τρούμπα του Πειραιά των αρχών της δεκαετίας του ’60. Πρόκειται για μια περίοδο όπου στη συγκεκριμένη περιοχή υπήρχαν πολλά καμπαρέ, μπαρ, αλλά και σπίτια με γυναίκες όπου υποδέχονταν διαφορετικής λογής ανθρώπους, ντόπιους αλλά και ξένους, ακόμη και τον περίφημο 6ο αμερικανικό στόλο.

Η μοναδικότητα της ταινίας ωστόσο δεν οφείλεται μόνο στο «ιδιόμορφο» θέμα με το οποίο καταπιάνεται, αλλά στον τρόπο που το αγγίζει. Είναι πραγματικά μοναδικός ο τρόπος που σκιαγραφούνται μέσα από αυτή την ταινία τα ήθη των ανθρώπων της πιάτσας της εποχής, αλλά και των πελατών των συγκεκριμένων στεκιών, με έναν τρόπο τόσο λεπτό που παρά το θέμα της ταινίας είναι μεν ρεαλιστικός μα δεν γίνεται ποτέ χυδαίος. Γιατί, τι άλλο από Τέχνη μπορεί να αποπνέει μια σκηνή που παρόλο ότι αποτυπώνεται ως ερωτική και αισθησιακή, όχι απλά δεν γίνεται χυδαία, αλλά εξαιρετικά ανθρώπινη;

Ο Βασίλης Γεωργιάδης θέλησε να δείξει με τον δικό του τρόπο ότι ακόμη και οι γυναίκες της Τρούμπας έχουν ψυχή, αλλά και τα δικά τους όνειρα για μια ζωή καλύτερη, πιο ανθρώπινη. Αποδίδει με μαεστρία πολλούς τρόπους με τους οποίους οι γυναίκες αυτές βρέθηκαν από κακή συγκυρία να εξασκούν το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου, ενώ άλλες τις εκμεταλλεύονται οι νταβατζήδες τους μέχρι εκεί που δεν το χωράει ανθρώπου νους.

Ο Βασίλης Γεωργιάδης δείχνει από το πρώτο πλάνο την πρόθεσή του να μην δημιουργήσει μια συμβατική ταινία, τολμώντας μια κινηματογράφηση εντελώς αντισυμβατική με τα όσα γνώριζε μέχρι εκείνη τη στιγμή ο έλληνας θεατής.

Έτσι δημιουργεί μια υποβλητική ταινία με εξαιρετικά ρεαλιστική απεικόνιση της ατμόσφαιρας της εποχής (εξαιρετική εδώ η συμβολή της φωτογραφίας του Νίκου Γαρδέλη) και δεν είναι λίγες οι σκηνές που θυμίζει στον θεατή τα περίφημα αμερικανικά φιλμ νουάρ.

 

Μουσική πανδαισία

Από την άλλη, πρόκειται για μια ταινία που η μουσική έχει την ίδια βαρύτητα στην επιτυχία της όσο έχει η σκηνοθεσία και οι ηθοποιοί της. Η υπέροχη – σχεδόν «σπαρακτική» κάποιες φορές – μουσική είναι του Σταύρου Ξαρχάκου, σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Στα «Κόκκινα φανάρια» ακούγονται τραγούδια-μύθοι, όπως η »Άπονη ζωή», το »Σου ‘φερα νερό στις χούφτες», το »Στα χέρια σου μεγάλωσαν» και πολλά άλλα. Στην ταινία εμφανίζεται ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, που ερμηνεύει κάποια από τα τραγούδια, ενώ δυναμική εμφάνιση πραγματοποιεί και ο Γιώργος Ζαμπέτας με το τραγούδι του »Ο πιο καλός ο μαθητής». Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην τηλεοπτική έκδοση της ταινίας δεν περιλαμβάνεται το εξαιρετικό τραγούδι »Το καλντερίμι», που αποτέλεσε και μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της λαϊκής τραγουδίστριας Πόλυ Πάνου.

Οδός Ναυάρχου Νοταρά…

Η ταινία είχε γυριστεί στα σοκάκια της Τρούμπας και συγκεκριμένα στην οδό Ναυάρχου Νοταρά. Η Νοταρά και η Φίλωνος ήταν οι κύριες οδοί που φιλοξενούσαν οίκους ανοχής και μπαρ εκείνη την εποχή. Το σπίτι με τα κόκκινα φανάρια βρίσκεται στην Τρούμπα του Πειραιά και ονομάζεται Phryne’s Bar. Σ’ αυτό ζουν κι εργάζονται πέντε γυναίκες: η Ελένη, μια κοπέλα που μεγάλωσε στις όχθες του Δούναβη και σπούδασε γλυπτική στο Βουκουρέστι, αλλά η λαίλαπα του πολέμου την έφερε στην Ελλάδα, η Μαίρη που ερωτεύεται παράφορα ένα ξανθό αγόρι το οποίο μαζί της γνώρισε για πρώτη φορά τον έρωτα, η Μαρίνα, η αποκαλούμενη «πριγκίπισσα», που συναντά κρυφά ένα νεαρό φοιτητή και είναι παντελώς άβουλη στα χέρια του αδυσώπητου πατρώνου της Μιχαλιού, η Άννα η οποία κρατά καλά φυλαγμένο το μεγάλο μυστικό της, την ύπαρξη ενός παιδιού, το οποίο εκείνη σπουδάζει κρυφά, και τέλος η Μυρσίνη, μια νεοφώτιστη πόρνη, η μόνη που οσφραίνεται τις επερχόμενες αλλαγές. Σε λίγο θα κλείσουν όλα τα σπίτια της Τρούμπας προς μεγάλη απογοήτευση των πατρώνων τους.

Η εκθαμβωτική Καρέζη και η «ερμηνευτική έκπληξη» Δ. Παπαμιχαήλ

Καμία ταινία ωστόσο, όσο καλό σενάριο κι αν έχει, όσο υπέροχη μουσική κι αν διαθέτει, δεν μπορεί να κάνει τη διαφορά εάν δεν διαθέτει πολύ καλούς ηθοποιούς και δυνατές ερμηνείες. Στα «Κόκκινα Φανάρια» ωστόσο, οι ηθοποιοί δεν είναι απλά «καλοί», αλλά ανυπέρβλητοι: Τζένη Καρέζη, Γιώργος Φούντας, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Μάνος Κατράκης, Μαίρη Χρονοπούλου, Φαίδων Γεωργίτσης, Αλεξάνδρα Λαδικού, Ελένη Ανουσάκη, Νότης Περιγιάλης, Ηρώ Κυριακάκη, Κώστας Κούρτης, Κατερίνα Χέλμη, Δέσπω Διαμαντίδου, συνθέτουν ένα καστ ηθοποιών που προκαλεί ίλιγγο. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορεί ουσιαστικά να ξεχωρίσει κάποιος ως πρωταγωνιστής, η Τζένη Καρέζη θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοια, αφού κατά πολλούς, στα «Κόκκινα Φανάρια» δίνει τον καλύτερό της εαυτό, σε μια ερμηνεία που απαιτεί από την ίδια όλο της το ταλέντο. Και η ίδια το προσφέρει απλόχερα: Η τραγική φιγούρα που πλάθει μιλάει από μόνη της. Μάλιστα, η επιτυχία της αυτή την ώθησε ένα χρόνο αργότερα, να υποδυθεί έναν ακόμα, παρόμοιο ρόλο, στην ταινία «Λόλα» της Finos Film. Στα «Κόκκινα Φανάρια» η Καρέζη έχει ερωτευθεί έναν νεαρό, ο οποίος δεν ξέρει ότι η ίδια είναι πόρνη, κάτι που του το κρύβει επιμελώς. Στον ρόλο του νεαρού είναι ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, σε μια ερμηνεία έκπληξη. Κορυφαία στιγμή της ερμηνείας του, η στιγμή της αποκάλυψης της πραγματικής ταυτότητας της αγαπημένης του. Ο κλαυσίγελος που ο ίδιος «βγάζει», καθηλώνει τον θεατή με την τραγικότητα της στιγμής. Οι εξαιρετικές ερμηνείες φυσικά δεν σταματούν σε αυτούς τους δύο ηθοποιούς.

Μοναδική στον ρόλο της η Δέσπω Διαμαντίδου, η οποία υποδύεται την θρυλική Μαντάμ Παρί, δίχως να κρύβει και τις θεατρικές της καταβολές. Ο Γιώργος Φούντας απο την πλευρά του, κινείται διαρκώς στα ψηλά ερμηνευτικά standards που τον είχε συνηθίσει ο θεατής, ως το απόλυτο αρσενικό, ο βαρύς και ασήκωτος μάγκας. Ξεχωριστή η παρουσία του Μάνου Κατράκη, έστω και σε δεύτερο ρόλο, ενώ και η Μαίρη Χρονοπούλου ερμηνεύει με απόλυτη μαεστρία τον ρόλο της. Στα πρώτα του βήματα στον κινηματογράφο εμφανίζεται και ο νεαρός Φαίδων Γεωργίτσης, ο οποίος τα πηγαίνει πολύ καλά δίπλα σε αυτά τα «ιερά τέρατα» που τον βάζει ο Γεωργιάδης να παίξει. Απόλυτα συγκινητικός για άλλη μια φορά ο Νότης Περιγιάλης, στο ρόλο του φτωχού περιπλανόμενου ζητιάνου που προσπαθεί να εξασφαλίσει τα καλύτερα για την αγαπημένη του (Ηρώ Κυριακάκη). Οι δυο τους συνθέτουν ένα ζευγάρι που ερμηνεύτικά δεν ξεχνάς ποτέ. Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στην πανέμορφη Ελένη Ανουσάκη σε έναν ρόλο ιδιαίτερα αισθησιακό, με πολλές αποκαλυπτικές σκηνές, οι οποίες όμως παραμένουν πεισματικά σκηνές τέχνης και ποτέ αισχρές. Τέλεια ταινια δεν υπάρχει και απο αυτόν τον κανόνα δεν θα μπορούσε να «γλυτώσει» ούτε η ταινία «Τα κόκκινα φανάρια». Έτσι, δεν αποφεύγει κάποια κλισέ και ακαίες δραματικές καταστάσεις, ωστόσο διαθέτει ενδιαφέρουσες ερμηνείες, άψογη χρήση του κινηματογραφικού μέσου από το σκηνοθέτη της και ένα από τα καλύτερα soundtrack που έχουν γραφτεί ποτέ για ελληνική ταινία.

Η «μάχη» με τον Φεντερίκο Φελίνι

Ωστόσο για κάθε ταινία, όσο καλή κι αν είναι στο εσωτερικό, η καταξίωση έρχεται από τη διεθνή της αναγνώριση. Και για τα «Κόκκινα Φανάρια» η καταξίωση ήταν απλά θέμα χρόνου. Έτσι το 1964 υπήρξε υποψήφια για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, στην 36η απονομή των βραβείων. Η χρονιά αυτή ωστόσο ήταν χρονιά με ιδιαίτερα υψηλό ανταγωνισμό, αφού η χώρα μας είχε να αντιμετωπίσει ταινίες όπως το θρυλικό »8 1/2» του σπουδαίου Φεντερίκο Φελίνι, το »Μαχαίρι στο νερό» του Ρομάν Πολάνσκι, την ισπανική ταινία »Los tarantos» και το »Twin sisters of Kyoto» του Νομπούρου Νακαμούρα από την Ιαπωνία. Το βραβείο τελικά το κέρδισε ο Φεντερίκο Φελίνι που τότε βρίσκονταν στην κορυφαία στιγμή της καριέρας του. Στην Ελλάδα, η ταινία «Τα κόκκινα φανάρια» προβλήθηκε τη σεζόν 1963-1964, έκοψε 473.686 εισιτήρια και κατέλαβε την 3η θέση στις 92 ταινίες που προβλήθηκαν την σεζόν εκείνη. Μιλώντας για διεθνείς διακρίσεις του ελληνικού κινηματογράφου, ας θυμηθούμε ότι η χώρα μας βρέθηκε κι άλλες φορές υποψήφια για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας μέσα στη δεκαετία του ’60, αρχής γενομένης το 1962 με την «Ηλέκτρα» του Μιχάλη Κακογιάννη, την αμέσως επόμενη χρονιά με τα «Κόκκινα φανάρια» και δυο χρόνια αργότερα με το «Χώμα βάφτηκε κόκκινο», επίσης του Βασίλη Γεωργιάδη.

Αναδημοσίευση άρθρου απο το:

gazzetta.gr

Σχόλια
Loading...