Το μυθικό καστ των Αυλωνίτη, Διαμαντόπουλο, Μακρή και η ταινία «Της νύχτας τα καμώματα».

Είναι κάποιες παλιές, καλές ελληνικές ταινίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, που όσο περισσότερο τις βλέπεις, τόσο πιο βαθιά μέσα σου αισθάνεσαι άνθρωπος, τόσο πιο πολύ ανακαλύπτεις το μεγαλείο των ανθρώπινων συναισθήματων, όπως είναι η αλληλεγγύη, η αγάπη, η συγκίνηση, η νοσταλγία, συναισθήματα που η σκληρή καθημερινότητα έχει αδρανοποιήσει.

Είναι κάποιες ελληνικές ταινίες που δεν τις βλέπεις πλέον για να δεις «τι θα γίνει παρακάτω», αλλά για να απολαύσεις τις μαγικές ερμηνείες κάποιων ηθοποιών-μύθων, οι οποίοι έμειναν στην ιστορία της Τέχνης ότι μόνο για το τεράστιο υποκριτικό τους ταλέντο, όσο για την μοναδική τους δύναμη και ικανότητα να «βγάζουν» μέσα από τον θεατή συναισθήματα που ακόμα και ο ίδιος αγνοεί. Θετικά συναισθήματα, που διαφοροποιούν τον άνθρωπο από τα άλλα όντα.

Τέτοιοι ηθοποιοί ήταν ο Βασίλης Αυλωνίτης, ο Ορέστης Μακρής, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, η Ελένη Χαζηαργύρη, ο Λαυρέντης Διανέλλος, η Σμαρούλα Γιούλη και τόσοι άλλοι. Τα παραπάνω ονόματα δεν αναφέθηκαν τυχαία. Οι ηθοποιοί αυτοί πρωταγωνίστησαν στην ταινία με τίτλο «Της νύχτας τα καμώματα», η οποία γυρίστηκε το 1957 από την Τζαλ Φίλμ, σε σενάριο Αλέκου Σακελλάριου-Χρήστου Γιαννακόπουλου, σε σκηνοθεσία του πρώτου.

Πρόκειται για μια ταινία-διαμάντι του ελληνικού κινηματογράφου, η οποία είναι κυριολεκτικά ισοπεδωτική από πλευράς συναισθημάτων που δημιουργεί. Κι αυτό γιατί όλοι οι παραπάνω ηθοποιοί αναδεικνύουν τον καλύτερό τους εαυτό, καθηλώνοντας τον θεατή, ο οποίος κάποιες φορές χαμογελάει με τα συμβάντα, κάποιες νοσταλγεί, κάποιες βουρκώνει. Στην ταινία, ο Βασίλης Αυλωνίτης – που έχει τον πρώτο λόγο – υποδύεται έναν αστυνομικό, τον οποίο η κάμερα παρακολουθεί σε μια νυχτερινή περιπολία του, κατά τη διάρκεια της οποίας συμβαίνουν πολλά.

Η ταινία παρακολουθεί έξι διαφορετικές ιστορίες, στις οποίες εμπλέκεται ο αστυνομικός Αυλωνίτης και φέρνει εις πέρας με τον πλέον ιδανικό τρόπο. Οι ιστορίες αυτές αφορούν μια κοπέλα που θέλει να αυτοκτονήσει, μια γυναίκα που κινδυνεύει από τον σκληρό αδερφό της, εξαιτίας της προκλητικής της συμπεριφοράς, ένας μέθυσος σπαράζει για το χαμό της γυναίκας του, ένας άντρας διαπράττει κλοπή για να ταΐσει την οικογένειά του, ένας σύζυγος υπομένει τη σκληρότητα της γυναίκας του, και μια ταβέρνα γίνεται σκηνικό τσακωμού ανάμεσα σε μεθύστακες που κάνουν τους βαρύμαγκες.

Η ταινία διαθέτει ίσως το πλέον εκθαμβωτικό καστ ηθοποιών ελληνικής ταινίας, αφού εκτός από τους παραπάνω, εμφανίζεται πλειάδα και άλλων σημαντικών ηθοποιών, με σημαντική πορεία στο ελληνικό θέατρο και κινηματογράφο, όπως οι Νίκος Ρίζος, Γιάννης Γκιωνάκης, Φραγκίσκος Μανέλης, Νίκη Λινάρδου, Γιάννης Φέρμης, Λέλα Πατρικίου, Αθηνόδωρος Προύσαλης (στους τίτλους της ταινίας αναφέρεται ως «Α. Μπρούσαλης»!), Θανάσης Τζενεράλης, Κώστας Μεντής, Ράλλης Αγγελίδης, Μίρκα Καλατζοπούλου, Βαγγέλης Πλοιός, Νίνα Γιαννίδη και άλλοι πολλοί.

Ακολουθήστε μας στο Facebook.
Ακολουθήστε μας στο Facebook.

Ο σπαρακτικός Ορέστης Μακρής

 

Κάθε μία από τις 6 ιστορίες που παρακολουθεί ο κινηματογραφικός φακός αποτελεί ένα κομμάτι-διαμάντι στο παζλ της υπέροχης αυτής ταινίας. Κορυφαίες ερμηνευτικές στιγμές η ιστορία του μεθύστακα, που υποδύεται ο μυθικός Ορέστης Μακρής, που έχοντας χάσει τη γυναίκα του γυρνάει κάθε βράδυ στις ταβέρνες, ελπίζοντας ότι η ίδια θα έρθει να τον μαζέψει απο αυτές, όπως έκανε όταν ζούσε.

Σπαρακτική η ερμηνεία του Μακρή, με το διακριτικό πλαισίωμα του Αυλωνίτη, αναδεικνύουν μια από τις κορυφαίες σκηνές του ελληνικού κινηματογράφου. Δύσκολα, πολύ δύσκολα μπορεί ο θεατής να συγκρατήσει τα δάκρυά του, βλέποντας τη σκηνή αυτή. Πραγματικό αριστούργημα, που ενισχύεται ακόμα περισσότερο από την ονειρική μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, ο οποίος άλλωστε έχει πλαισιώσει με τις μελωδίες του ολόκληρη την ταινία.

Aπό κοντά και η σκηνή με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, ο οποίος αναγκάζεται να κλέψει ένα κομμάτι μπακαλιάρο απο ένα μπακάλικο για να ταϊσει τα παιδιά του, τον οποίο ωστόσο συλλαμβάνει ο Αυλωνίτης. Μαθαίνοντας ωστόσο την ιστορία του από τον ίδιο, αλλά βλέποντας με τα ίδια του τα μάτια την εικόνα του σπιτιού του – τη σύζυγο του Διαμαντόπουλο υποδύεται η Ελένη Χατζηαργύρη – , όχι μόνο δεν τον πηγαίνει στο Τμήμα, αλλά του προσφέρει δουλειά και πληρώνει ο ίδιος τον μπακαλιάρο στον μπακάλη.

Σπαρακτική σκηνή η στιγμή που η γυναίκα του κλέφτη δείχνει στον Αυλωνίτη το τσουκάλι που βράζει έχοντας μέσα απλά…ένα ξύλο, για να ξεγελάσει τα παιδιά τους ότι τάχα έχουν φαγητό και ετοιμάζουν. Κι αν τα παραπάνω σχόλια ακούγονται ρομαντικά και ίσως και ακραία, ας σκεφθούμε: Πόσοι αστυνομικοί σήμερα θα έκαναν το ίδιο; Το ερώτημα είναι ρητορικό και η απάντηση ξεκάθαρα αρνητική.

‘Ετσι όμως απαντάται και το ερώτημα της σημερινής κατάπτωσης της ελληνικής κοινωνίας, όπου ο ατομικισμός έχει θριαμβεύσει, ισοπεδώνοντας κάθε έννοια ανθρωπιάς. Κι αν σε κάποιους αυτή η ανθρωπιά υπάρχει ακόμα στην επιφάνεια, φροντίζουν να την κρύβουν αμέσως, αφού πλέον θεωρείται ένδειξη αδυναμίας στη σημερινή κοινωνία του «ο θάνατός σου η ζωή μου».

Η ταινία «Της νύχτας τα καμώματα όμως» έχει και χιουμοριστικές στιγμές, εξίσου επιτυχημένες. Όπως η σκηνή του ταλαιπωρημένου σύζυγου που το σκάει με τα μπογαλάκια του μέσα στη νύχτα για να γλυτώσει…το ξύλο από την γυναίκα του! Εξαιρετική εδώ η ερμηνεία του Γιάννη Φέρμη, που «δένει» αρμονικά με τον Αυλωνίτη.

«Πολλοί κύριοι και πολλές παρατηρήσεις»

 

Ωστόσο, την κορυφαία στιγμή γέλιου της ταινίας συνθέτει η τελευταία ιστορία, με τον καβγά σε ένα κέντρο κάποιων «βαρύμαγκων», τους οποίους υποδύονται οι Γκιωνάκης, Προύσαλης, Μανέλης και Τζενεράλης, οι οποίοι τσακώνονται με αφορμή μια καρπαζιά του πελάτη Γκιωνάκη στο γκαρσόνι που υποδύεται ο Νίκος Ρίζος. Κορυφαία εδώ η ατάκα του Αυλωνίτη που σπεύδει στην ταβέρνα να λύσει την παρεξήγηση και ενώ οι μάγκες προσπαθούν να του εξηγήσουν τι έχει συμβεί, λέγοντάς του ότι ένας έκανε παρατηρήσεις στον άλλο, τους λέει σχολιάζοντας ειρωνικά τα «μεθυσμένων δρώμενα»: «Πολλοί κύριοι και πολλές παρατηρήσεις»! Ενδιαφέρουσα η ερμηνεία του Γκιωνάκη, από τις πρώτες του στον ελληνικό κινηματογράφο.

Η ταινία «Της νύχτας τα καμώματα» είχε ανέβει και ως θεατρικό έργο από τον θίασο του Μίμη Φωτόπουλου, με τίτλο «Ουδέν αξιοσημείωτο». Για την ταινία αυτή ο Τάκης Μπίνης ηχογραφεί δυο τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκη, το »Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω» και »Το παλιό δρομάκι». Και τα δύο τραγούδια δεν »γυρίστηκαν» σε δίσκο, αλλά ακούστηκαν μόνο στην ταινία. Στο τραγούδι » Το παλιό δρομάκι» εμφανίζονται ο Μπάμπης Μπακάλης δεξιά με το μπουζούκι, ο Γιάννης Παπαδόπουλος (ο πρώην άντρας της Λέλας Παπαδοπούλου) και στην μέση με ντουμπλαρισμένη την φωνή του Μπίνη, ο Αντώνης Γιαννακουδάκης.

Η ταινία προβλήθηκε τη σεζόν 1956-1957, έκοψε 27.474 εισιτήρια και ήρθε στην 13η θέση ανάμεσα σε 30 ταινίες. Στα «συν» της οι υπέροχες εικόνες από την παλιά Αθήνα του 50’, με τα χωμάτινα δρομάκια της Πλάκας και του Θησείου, τα παλιά καλντερίμια, και τα νεοκλασικά κτίρια της περιοχής. Αποτελεί δε μια ακόμα ταινία που ο Σακελλάριος «εξάσκησε» την αγαπημένη του συνήθεια, να εμφανίζεται ως κομπάρσος. Εδώ, εμφανίζεται ως ο γείτονας του μπακάλη που κατακρίνει τον κλέφτη του μπακαλιάρου. Η συνήθεια αυτή τον ακολούθησε στη συνέχεια, σε όλες σχεδόν τις ταινίες που σκηνοθετούσε ο ίδιος.

Αναδημοσίευση άρθρου απο το:

.gazzetta.gr


Σχόλια

Ο ellinikoskinimatografos.gr σέβεται όλες τις απόψεις, με χιούμορ και όχι με ύβρεις. Γι αυτό σας παρακαλούμε να μην αναρτάτε σχόλια που είναι υβριστικά ή άσχετα με το περιεχόμενο του άρθρου.