Το άρθρο «ευχαριστώ» της Αλίκης Βουγιουκλάκη στους θαυμαστές της το Νοέμβριο του 1960.

Το Νοέμβριο του 1960, όταν πλέον η Αλίκη Βουγιουκλάκη είχε καθιερωθεί ως η αγαπημένη του κοινού, η ηθοποιός θέλησε να εκφράσει δημόσια την ευγνωμοσύνη της μ’ ένα άρθρο, που έγραψε η ίδια και το οποίο δημοσιεύτηκε στον Τύπο της εποχής.

Σ’ εκείνο το άρθρο-ανοιχτή επιστολή, η Αλίκη εξηγούσε στους θαυμαστές της τις διαφορές ανάμεσα στο θέατρο και τον κινηματογράφο και γιατί αγαπούσε το πρώτο περισσότερο, τους μυούσε στα μυστικά των γυρισμάτων, ενώ θυμόταν τα συναισθήματα που είχε πριν την πρώτη θεατρική της εμφάνιση, αλλά και πότε ένιωσε για πρώτη φόρα  την αγάπη του κοινού σ’ ένα ταξίδι της στην Κρήτη. Και φυσικά, δεν παρέλειπε ένα «ευχαριστώ» στον κόσμο που τη λάτρευε – και κυρίως στα παιδιά – υποσχόμενη να μην προδώσει ποτέ την αγάπη εκείνη.
Δεν γνωρίζω σε ποιο περιοδικό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το άρθρο, όμως αναδημοσιεύτηκε στις 20.11.1960 από την ελληνοαιγυπτιακή εφημερίδα «Ταχυδρόμος» (χωρίς να κατονομάζεται η πηγή) για τους Έλληνες της εκεί παροικίας. Από το συγκεκριμένο φύλλο έγινε και η αναπαραγωγή εδώ.
«Έχετε παίξει ποτέ Θέατρο; Σε σχολική έστω ή σε ερασιτεχνική παράσταση; Ασφαλώς ναι. Λοιπόν, θα ξέρετε κάτι από τα «μυστικά» του. Θα ξέρετε πώς παίρνεις ένα ρόλο, πώς μαθαίνεις τα λόγια, πώς προσπαθείς να τα ζωντανέψεις επάνω στη σκηνή και πώς να δώσεις – μέσα από τα λόγια αυτά και τις κινήσεις και τις πράξεις – τον χαρακτήρα αυτού του ρόλου.
Θα μου πείτε πως το ίδιο γίνεται και στον Κινηματογράφο. Και ναι και όχι. Γιατί, στο Θέατρο, παίζει τον ρόλο με την λογική σειρά του, παρακολουθείς (ο ηθοποιός και ο θεατής) την εξέλιξή του από την αρχή ως το τέλος. Ενώ στον Κινηματογράφο οι σκηνές, ακόμα και οι εικόνες (τα «πλάνα», που λέμε), γυρίζονται ανακατεμένα. Μπορεί να παίξεις πρώτα την σκηνή του τέλους, έπειτα τη σκηνή της αρχής, ύστερα μια σκηνή από την μέση της ταινίας. Μπορεί π.χ. την πρώτη ημέρα του γυρίσματος να «πεθάνεις», την δεύτερη να παντρευτείς τον αγαπημένο σου, την τρίτη να τον γνωρίσεις για πρώτη φορά, και πάει λέγοντας…
«Γιατί;» θα ρωτήσετε πάλι. Μια για «λόγους τεχνικούς». Συνήθως, όλες οι σκηνές, που εκτυλίσσονται μέσα στο ίδιο ντεκόρ (το Α δωμάτιο, τον Β κήπο κλπ.) γυρίζονται μαζί, αδιάφορο τι σειρά έχουν στο σενάριο.
Αυτό όμως το ανακατεμένο γύρισμα δεν αφήνει τον ηθοποιό να χαρεί τον ρόλο του στην εξέλιξή του. Και – το σπουδαιότερο – ακόμη και κάθε μια σκηνή γυρίζεται κομματιαστά, πλάνο-πλάνο. Έτσι, ο ηθοποιός λέει δυο-τρεις φράσεις από τον ρόλο του και σταματά. Ώρα πολλή, συχνά ώρες, ώσπου να απαλλαγεί ο φωτισμός, να διορθωθεί το ντεκόρ κλπ. Δεν προλαβαίνει ούτε να «ζεσταθεί» καν. Και, στο επόμενο πλάνο, πρέπει να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να βρεθεί στην ίδια ακριβώς ψυχολογική κατάσταση και έκφραση όπου τελείωσε το προηγούμενο.
Ενώ, στο Θέατρο, ο ρόλος ξετυλίγεται ομαλά, φυσικά, ο ηθοποιός θερμαίνεται, ανεβαίνει, ανεβαίνει. για να φτάσει… εκεί που μπορεί. Αυτή, λοιπόν, η «πληρότητα», που έχει η ηθοποιία στο Θέατρο, κάνει τους ηθοποιούς να το προτιμούν από τον Κινηματογράφο.
Αφήνω, που το θέατρο προσφέρει συνήθως ρόλους πολύ πιο ωραίους, σπουδαίους, «γεμάτους», μεγάλους (δεν μιλώ για έκταση, φυσικά) παρά ο Κινηματογράφος. Βλέπετε, η οθόνη δεν απέκτησε ακόμη σεναρίστες που να λέγονται Σαίξπηρ ή Μολιέροι. Και δεν ξέρω, αν θα αποκτήσει ποτέ…
Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο, που δίνει ξεχωριστή γοητεία στο Θέατρο: το Κοινό. Την ώρα που παίζεις στον Κινηματογράφο, δεν έχεις άλλους θεατές από τον παγερό φακό της κινηματογραφικής μηχανής, τον σκηνοθέτη, τους τεχνικούς. Μάτια, δηλαδή, που ξέρουν τα μυστικά της δουλειάς και δεν έχουν καμιά ψευδαίσθηση. Δεν είναι θέατρο αλλά συνεργάτες. Κι εσύ νιώθεις κάπως σαν να βρίσκεσαι σε τραπέζι ανατομίας….
Στο Θέατρο, όμως, έχεις απέναντί σου 500 ή 1000 ανθρώπους «αγνούς», που έχουν όλη την διάθεση να πιστέψουν. Η παρουσία τους σου δίνει δύναμη, σε ζεσταίνει, σε ηλεκτρίζει. Όταν τους νιώθεις ασάλευτους στις δραματικές σκηνές, όταν στις κωμικές ακούς το γέλιο τους να αντιλαλεί στην αίθουσα, είναι σα να εισπνέεις οξυγόνο, σαν ν’ αποκτάς φτερά και πετάς από φράση σε φράση, από σκηνή σε σκηνή, προσπαθώντας να τους πάρεις πιο πολύ μαζί σου, όπως εκείνοι σε κάνουν δικό τους και συμμετέχουν στην λύπη ή τη χαρά σου.
Γι’ αυτό, καμιά πρόβα δεν μπορεί να συγκριθεί με την θέρμη της παραστάσεως: επειδή της λείπει ο ηλεκτρισμός του Κοινού. Αλλά και γι’ αυτό δεν υπάρχει τίποτε πιο τρομερό από ένα Κοινό, που το νιώθεις ψυχρό και αδιάφορο απέναντί σου, αγέλαστος στις «αστείες» σκηνές, ασυγκίνητο στις δραματικές. Λες, τότε, ν’ ανοίξει η σκηνή και να σε καταπιεί…
Αυτό το Κοινό, εσείς όλοι, αγαπητοί μου, είστε η ανάσα του ηθοποιού. Η συμπάθειά σας είναι τροφή για μας, η αδιαφορία σας θάνατος (δεν είναι μελοδραματισμοί αυτά που λέω, κάθε ηθοποιός έτσι νιώθει, κι εσείς άλλωστε θα το διαισθάνεσθε και θα το ξέρετε).

Αναδημοσίευση άρθρου απο το:

Ποτέ δεν θα ξεχάσω την πρώτη μου «γνωριμία» με το Κοινό, το αληθινό Κοινό, όταν μαθήτρια ακόμη της Δραματικής Σχολής, έπαιξα στον «Κατά φαντασίαν ασθενή». Την αγωνία πώς θα το αντιμετωπίσω και το «μεθύσι», που μου έδινε η παρουσία του… Σας μίλησα, όμως γι’ αυτό.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω, ακόμη, την πρώτη μου επαφή με το Κοινό, έξω από το Θέατρο ή τον Κινηματογράφο. Μιαν άλλη επαφή, τόσο διαφορετική, όπου γνώρισα μιαν άλλη όψη του Κοινού μας.
Ήταν άνοιξη του 1958, τότε, δεν είχα ρόλο στο έργο, που έπαιζε η Κατερίνα, και με κάλεσαν στην Κρήτη να παρευρεθώ στην πρεμιέρα μιας ταινίας μου. Ήμουν άγνωστη σχεδόν…. Έτσι μπήκα στο αεροπλάνο με πολλή αγωνία και πολλή άγνοια.
Όταν φθάσαμε πάνω από το αεροδρόμιο των Χανίων, είδα πλήθος κόσμου μαζεμένο. Τι έγινε; ρωτήσαμε, δυστύχημα. Κανένας, ούτε η συνοδός δεν ήξερε να μας πει. Μα όταν άνοιξαν οι πόρτες και βγήκα στην σκαλίτσα του αεροπλάνου, όλος εκείνος ο κόσμος χύθηκε επάνω μου και φώναζε και μ’ αγκάλιαζε. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Ήταν δυνατόν; Πού με ήξεραν; Τι ήμουν; Σε μια στιγμή, η συνοδός άνοιξε με χίλιους κόπους δρόμο μέσα από τον κόσμο και έφθασε κοντά μου λαχανιασμένη, αλλά ευτυχής:
-Ξέρετε, μου είπε, ήλθαν για σας.
Μ’ όλη μου την ταραχή δεν μπόρεσα να μη γελάσω για την… διαφωτιστική πληροφορία. Αλλά, σε λίγο, ένιωσα και μια απογοήτευση. Μια γριά Κρητικιά με ζύγωσε και, χτυπώντας τα χέρια της, έλεγε και ξανάλεγε: «Καρώτο! Καρώτο!».
– Γιατί με λέει «καρότο» είπα μέσα μου. Κοκκινομάλλα δεν είμαι, το φόρεμά μου είναι πράσινο. Τι θα πει αυτό; Κομπλιμέντο είναι ή….;
Μα εκείνη έλεγε και ξανάλεγε την μυστηριώδη λέξη. Ώσπου, ξαφνικά, κατάλαβα: Το «καρότο» δεν ήταν παρά μια αναφώνηση: «Χαρώ το! Χαρώ το»! (Να το χαρώ!)….
Φωτίστηκα, ησύχασα και φίλησα την αγαθή γριούλα που εξακολουθούσε να με… βρίζει!
Μα ακόμη πιο πολύ συγκινήθηκα το ίδιο βράδυ, στην πρεμιέρα. Έβρεχε και λέγαμε απελπισμένοι πως δεν θα υπάρχουν ούτε εκατό άνθρωποι στον κινηματογράφο. Κι όταν φθάσαμε… Θεέ μου, πώς να ξεχάσω;…. όχι μόνο η αίθουσα ήταν κατάμεστη, αλλά και εκατοντάδες άνθρωποι στέκονταν έξω από τον κινηματογράφο κάτω απ’ τη βροχή, περιμένοντας υπομονετικά ώρα κι ώρα…
Ήταν τόση η συγκίνησή μου, που, όταν βγήκα στην σκηνή, με κόπο μπόρεσα να πω δυο λόγια. Ένας κόμπος είχε σταθεί στον λαιμό μου και χρειάσθηκε να βάλω όλη μου την δύναμη για να κρατήσω τα δάκρυα μου.
Ήταν από τις πιο ωραίες ώρες της ζωής μου το ταξίδι εκείνο στην Κρήτη – που είμαι περήφανη, γιατί είναι κατά το ήμισυ πατρίδα μου. Και οι Κρητικοί – στα Χανιά, στο Ρέθυμνο, στο Ηράκλειο – τόσο εγκάρδιοι και διαχυτικοί, μου έδωσαν πρώτοι αυτοί την μεγάλη, την αναντικατάστατη χαρά να δω τι θα πει αγάπη του Κοινού.
Στο Ρέθυμνο, μάλιστα, είχαν στήσει και αψίδες («Καλώς ήρθες, καμάρι μας») και ένιωσα, για μια στιγμή, παν…υποψήφιος βουλευτής σε προεκλογική περιοδεία. Μα πιο ωραίες ήταν οι μαντινάδες, που γέροι και γριές σκάρωσαν στο άψε-σβήσε:
«Άρα και πού θελε βρεθεί και πού θελε να λάχει
κόρη και με τα ξανθά μαλλιά και μαύρα μάτια να χει»
Και το γλέντι, που έκαναν στα Χανιά, και οι λεβεντόκορμο βρακοφόροι, που χόρευαν επάνω σε μπουκάλια και ποτήρια με την πιο εκπληκτική δεξιοτεχνία… Και μέσα εκεί, να σηκωθώ κι εγώ να χορέψω πεντοζάλη, τρέμοντας πώς να σταθώ δίπλα σ’ αυτούς τους «άσσους». Και, ξαφνικά, ακούω έναν ηλικιωμένο με μεγάλα μουστάκια να φωνάζει:
– Μπρε σεις, η κοπελιά ήχασε τη ζώνη της! Δώστε της, μπρε, μια ζώνη!
Καταλαβαίνετε τι είχε γίνει; Ήταν η μόδα των «σάκκων», τότε, και ο καλός άνθρωπος, μη γνωρίζοντας τα «μυστήρια» του Ντιόρ, νόμισε πως μου είχε πέσει η ζώνη.
Η πρώτη μου εκείνη επαφή με το Κοινό με είχε τρομάξει. Έπειτα το συνήθισα και το νιώθω, σας νιώθω, σαν δικούς μου, αγαπητούς μου φίλους, έναν-έναν κι όλους μαζί. Και θα ήθελα να σας πω κι από εδώ πόσο πολύ ευγνωμονώ το Κοινό για την αγάπη και την βοήθεια, που μου έδωσε από τα πρώτα μου βήματα. Γι’ αυτό, σε σας, χρωστώ το κάθε τι. Και δεν θέλω άλλο παρά να μην προδώσω ποτέ την αγάπη αυτή.
Πρέπει να σας ομολογήσω, όμως, ότι ξεχωριστά με συγκινεί η συμπάθεια των παιδιών. Των μικρών παιδιών, που φέρνουν συχνά οι μητέρες τους και δειλά-δειλά σε χαϊδεύουν ή σου τραγουδούν την «Γατούλα» ή τον «Σπουργίτη» για να σου δείξουν πως είσαι φίλη τους.
ΑΛΙΚΗ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ»

Σχόλια

Ο ellinikoskinimatografos.gr σέβεται όλες τις απόψεις, με χιούμορ και όχι με ύβρεις. Γι αυτό σας παρακαλούμε να μην αναρτάτε σχόλια που είναι υβριστικά ή άσχετα με το περιεχόμενο του άρθρου.