Ρίκα Διαλυνά: Η ζωή της γνωστής πρωταγωνίστριας που συχνά έμοιαζε με κινηματογραφική ταινία.

Σχεδόν εξήντα χρόνια πριν θα βρισκόταν με τη θεία της για μια ακρόαση από τον ίδιο τον Δημήτρη Μυράτ. «Ήταν προσωπικός φίλος της θείας μου και όταν της εκμυστηρεύτηκα ότι αγαπώ το θέατρο μου είπε να πάμε για να με δοκιμάσει.
Εκείνος ενθουσιάστηκε μαζί μου και μου πρότεινε να μπω αμέσως στο θίασό του. Το σκέφτηκα όλη νύχτα. Είπα στη θεία μου πως δεν θέλω και πως αντί γι’ αυτό θα ήθελα να δώσω εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Έδωσα και πέρασα». Παράλληλα δίνει και στη Σχολή Καλών Τεχνών και περνάει. Θα έχει δάσκαλο τον Μόραλη.
Λίγα χρόνια μετά, το 1955, το τηλέφωνο χτυπάει. Είναι από τα καλλιστεία. Κάποιος οικογενειακός φίλος έχει στείλει τη φωτογραφία της στην Απογευματινή και τη θέλουν στις υποψήφιες. Όταν βγαίνει με το φόρεμα, μακιγιαρισμένη και χτενισμένη, ούτε η μητέρα της και η θεία της που είναι στο κοινό την αναγνωρίζουν. «Πριν βγω για την εμφάνιση με τα μαγιό, έβαλα το κεφάλι μου κάτω από τη βρύση και αφαίρεσα λίγο μακιγιάζ. «Είσαι όμορφη, είσαι όμορφη» επαναλάμβανα στον εαυτό μου. Βγήκα και έγινε χαμός. Εκείνη την ημέρα κατάλαβα πόσο σημαντική είναι η αυτοπεποίθηση».
Στα καλλιστεία του ’59.

 

Τελικά βγαίνει Μις Ελλάς και την ίδια χρονιά ταξιδεύει στην Αμερική για τα καλλιστεία Μις Υφήλιος. Εκεί, μαζί με άλλες Μις επισκέπτονται τα στούντιο της Paramount. Και συναντούν τον Μάρλον Μπράντο. «Μόλις τον είδαν όλα τα κορίτσια έτρεξαν. Εγώ ήμουν ντροπαλή και έμεινα πίσω. Κάποια στιγμή τον είδα να τις παραμερίζει και να έρχεται προς το μέρος μου. «Εσύ γιατί δεν πλησιάζεις; Θέλεις να βγούμε το βράδυ; » μου είπε. Του απάντησα ότι δεν έβγαινα τα βράδια. «Δεν θα είμαστε μόνοι. Θα είναι και η Βίβιαν Λι και ο Λόρενς Ολίβιε», μου είπε. Ούτε που ήξερα τότε ποιοι ήταν. Στο χαρτί των καλλιστείων που κρατούσα μου έγραψε Whaooo! Ούτε αυτό κατάλαβα τι σήμαινε. «Τι μου γράφει, σκύλος είμαι; » σκέφτηκα. Την άλλη μέρα στις αμερικανικές εφημερίδες έγινε χαμός. «Ο Μάρλον Μπράντο εισέπραξε παγερή αδιαφορία από τη Μις Ελλάς Ρίκα Διαλυνά. Ούτε καν τον αναγνώρισε»».
NEW YORK NEW YORK
Σε μια συνάντηση της ομογενειακής οργάνωσης ΑΧΕΠΑ θα γνωρίσει τον πρώτο της άνδρα. Εκείνη τη βραδιά οι άνθρωποι του διάσημου παλαιστή Τζιμ Λόντος την κυνηγούν επίμονα για να υπογράψει συμβόλαιο να ανοίγει το σόου του πριν εκείνος ανέβει στο ρινγκ. «Εγώ ντροπαλή, δειλά δειλά αρνιόμουν κι εκείνοι επέμεναν και επέμεναν. Δεν ήξερα πώς να τους διώξω. Ξαφνικά αρπάζω τον πρώτο άνδρα που είδα δίπλα μου και του λέω: «Μπορείτε να τους πείτε ότι είστε ο κηδεμόνας μου;»» Ο άνδρας αυτός ήταν ο χρηματιστής της Γουόλ Στριτ Νίκος Παπαδάκος. «Σε μια βδομάδα παντρευόμαστε σε ένα δικηγορικό γραφείο. Λίγο καιρό μετά θα κάναμε έναν πιο ανοιχτό πολιτικό γάμο. Πολύ σύντομα θα αποκτούσαμε παιδί. Την Ντέμη. Ο άνδρας μου με στήριζε οικονομικά και για να με ευχαριστήσει με ενθάρρυνε να κάνω τα πράγματα που αγαπούσα. Σπούδασα υποκριτική με τη διάσημη δασκάλα Τζούντιθ Έλιοτ, συμμετείχα με έργα μου σε εκθέσεις ζωγραφικής. Ζούσαμε σε ένα υπέροχο διαμέρισμα πάνω από το ξενοδοχείο Buckingham Aparthotel απέναντι από το Κάρνεγκι Χολ. Πολλοί διάσημοι Έλληνες ηθοποιοί έμεναν κατά καιρούς εκεί. Η Παξινού με τον Μινωτή και άλλοι».
Σε ομαδική έκθεση ζωγραφικής σε γκαλερί της Παρκ Άβενιου στα τέλη των 50’s.
Με την κόρη της Ντέμη.

 

Κάποια στιγμή στα τέλη της δεκαετίας του ’50 θα χτυπούσε ξανά το τηλέφωνό της. Ήταν από το γραφείο του Ελία Καζάν. Ήταν ο άνθρωπος που ήθελε πάντα να γνωρίσει. Μα πού την είχε βρει; Θα το μάθαινε την επόμενη μέρα όταν θα πήγαινε στο γραφείο του. «Μια καρέκλα και ένα γραφειάκι. Δεν έμοιαζε με το γραφείο ενός τόσο μεγάλου σκηνοθέτη. Μόνο οι φωτογραφίες των διάσημων ηθοποιών πάνω από το γραφείο του το θύμιζαν. Με είχε δει στην παράσταση που είχε δώσει ο Ροντήρης στο Κάρνεγκι Χολ. Του ζήτησα να με πάρει στο Actor’s Studio αλλά μου εξήγησε ότι δεν ήταν το κατάλληλο για μένα. Μου συνέστησε το σημαντικό τότε δάσκαλο υποκριτικής Γουίν Χάντμαν.
Είχε έρθει και στο μάθημα μια μέρα. Ζήτησε την άδεια του Χάντμαν και άρχισε να μου κάνει διαφορετικά μακιγιάζ και να με προτρέπει να κοιτάζω τον εαυτό μου και να παίζω ανάλογα. Όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ήρθε στην Ελλάδα για να γυρίσει το Αμέρικα Αμέρικα έμεινε στο σπίτι της μητέρας μου. Του έφτιαχνε ντολμαδάκια και επειδή του είχε λείψει πολύ η οικογένεια του άρεσε να μας συνοδεύει στην παραλία όταν με τους γονείς μου πηγαίναμε την κόρη μου στη θάλασσα. Για πολλά χρόνια αλληλογραφούσαμε. Ακόμα έχω μια στοίβα με γράμματά του. Μου έγραφε: «Μη χάνεις το κουράγιο σου, θα έρθει μια μέρα που θα κατακτήσεις το χώρο αυτό. Σου το λέω εγώ υπεύθυνα. Πρέπει να είσαι δυνατή»».
Μπροστά στην είσοδο της Paramount.

 

Με τον Τσάρλτον Ίστον.

 

 

ΣΤΟ ΣΕΤ ΜΕ ΤΟΝ ΦΕΛΙΝΙ
Όταν το 1963 φεύγει για να δουλέψει στην Ιταλία, ο Καζάν της δίνει μια συστατική επιστολή για την κόρη του διάσημου σκηνοθέτη Βιτόριο Ντε Σίκα που τότε ήταν ατζέντισσα. Στην Ιταλία, μεταξύ άλλων, θα παίξει στην ταινία του Φεντερίκο Φελίνι Η Ιουλιέτα των πνευμάτων. «Του είχα στείλει μια φωτογραφία μου. Έμενα στο σπίτι μιας φίλης μου τότε. Ένα βράδυ, αργά, αφού είχα μετακομίσει σε δικό μου σπίτι πια, καθώς μιλούσα μαζί της στο τηλέφωνο μου λέει: «Α, ήρθε και ένα τηλεγράφημα από τον Φελίνι». Όχι μόνο το είχε πετάξει αλλά είχε βγάλει και τα σκουπίδια έξω. Έτρεξα με το αυτοκίνητο μέσα στη νύχτα και το βρήκα. Την επόμενη μέρα πήγα στο γραφείο του. «Τελικά εγώ θα σε κυνηγάω αντί να με κυνηγάς εσύ; » μου είπε».

Με τον Φεντερίκο Φελίνι.

 

Η φωτογραφία που είχε στείλει στον Φελίνι.
Στα γυρίσματα της Ιουλιέτας των πνευμάτων τα κοστούμια ήταν πολύ βαριά. «Ασφυκτιούσα. Κάποια στιγμή που βρήκα ευκαιρία μπήκα στο βεστιάριο, διάλεξα ένα φόρεμα, έβγαλα ό,τι μου είχαν φορέσει στο κεφάλι, άφησα τα μαλλιά μου κάτω και εμφανίστηκα στο σετ. Άρεσα πολύ στον Φελίνι. Το ντεκολτέ του φορέματος που είχα διαλέξει έγινε διάσημο και φωτογραφημένη με αυτό εμφανίστηκα και στην αφίσα της ταινίας δίπλα στην Τζουλιέτα Μασίνα. Όταν πήγα να τον αποχαιρετήσω για να επιστρέψω στην Αμερική μου είπε πως μου είχε ρόλο για την επόμενη ταινία. Αυτό ήταν το κακό μ’ εμένα όμως. Τις στιγμές που δεν έπρεπε το έβαζα στα πόδια».
Πίσω στη Νέα Υόρκη συναντάει τον ατζέντη της Ελίζαμπεθ Τέιλορ και της Όντρεϊ Χέπμπορν, τον Κερτ Φριντζ, που την πείθει να φύγει για την Καλιφόρνια. «Το πρώτο βράδυ που βρέθηκα στο Λος Άντζελες πήγαμε στα στούντιο και γνώρισα την Όντρεϊ Χέπμπορν και τη Βανέσα Ρεντγκρέιβ. Έκανα και πολλή παρέα με τον Κάρι Γκραντ. Ήταν ένας εκπληκτικός άνδρας, αν και ο ανδρισμός του έχει αμφισβητηθεί. Από αυτόν έμαθα να μην κουνάω πολύ τα χέρια μου όταν μιλάω. Θυμάμαι κάποια στιγμή με είχε ρωτήσει: «Γιατί όταν μιλάς παλεύεις»; «Γιατί είμαι Ελληνίδα», του είχα απαντήσει».

Tη δεκαετία του 70 έρχεται στην Ελλάδα και οι προτάσεις από τον ελληνικό κινηματογράφο πέφτουν βροχή. H μητέρα της όμως έχει αρρωστήσει. «Μας είχαν δώσει έξι μήνες ζωής αλλά τελικά καταφέραμε να ζήσει τέσσερα χρόνια. Έφευγα από το στούντιο και πήγαινα στο νοσοκομείο. Στην πρεμιέρα του μιούζικαλ Η θεία Όλγα ξέρει είχα ξεχάσει ένα ρούχο και επέστρεψα σπίτι να το πάρω. Τότε είδα το σημείωμα που μου είχα αφήσει η αδελφή μου στην πόρτα του διαμερίσματός μου. «Η μαμά έφυγε». Πήγα στην πρεμιέρα, έπαιξα και μόλις τελείωσε η παράσταση πήγα στο Ιπποκράτειο. Το κρεβάτι στο νοσοκομείο ήταν άδειο. Βγήκα έξω κλαίγοντας και όπως ήμουν έτσι με τα ρούχα του θεάτρου και το μακιγιάζ βγήκα στη Βασιλίσσης Σοφίας, θυμάμαι σταμάτησε ένα αυτοκίνητο γιατί νόμιζε ότι κάνω πεζοδρόμιο».

Με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα στην ταινία Ο τρελοπενηντάρης.
Το 1957, στην ταινία Συνεφιασμένη Κυριακή, την πρώτη ελληνική παραγωγή στην οποία συμμετείχε.

Τα χρόνια του ελληνικού κινηματογράφου δεν τη βρίσκουν στη λαμπερή κοσμική ζωή της Κουίντας και του Στορκ. «Δεν πήγαινα σχεδόν ποτέ. Η κοινωνική ζωή δεν μου άρεσε και όταν πήγαινα σε μια εκδήλωση ήταν σαν να παίζω κάποιο ρόλο». Όσο για τον ελληνικό κινηματογράφο, «κάποια στιγμή ένιωσα ότι με επέλεγαν για την γκαρνταρόμπα μου -τα περισσότερα από τα ρούχα με τα οποία εμφανιζόταν ήταν δικά της- ή για το σώμα μου. Ένιωσα ότι δεν με πήγαινε κάπου όλο αυτό. Δεν μπορούσα να συνεχίσω».

Οι επόμενες δεκαετίες θα τη βρουν με δικές της μπουτίκ στο Κολωνάκι και στην Κρήτη -στην Κρήτη εγκαταστάθηκε για τουλάχιστον μία δεκαετία-, να γράφει την αυτοβιογραφία της Ίσως ήταν μόνο όνειρο αλλά και δύο μυθιστορήματα, να ζωγραφίζει και να συμμετέχει σε λίγες δουλειές στην τηλεόραση. Θα είναι η περίοδος που θα δεθεί με την κόρη της. «Δεν ασχολήθηκα με το μεγάλωμά της όταν ήταν μικρή. Όταν μεγάλωσε δεθήκαμε, γίναμε φίλες, αρχίσαμε να μην μπορούμε η μία χωρίς την άλλη».
Τη δεκαετία του ’80 θα γνωρίσει το δεύτερο άνδρα της, τον εφοπλιστή Νίκο Χρυσικόπουλο με τον οποίο είναι μαζί τριάντα τρία χρόνια. «Τον γνώρισα σε μια περίοδο της ζωής μου που δεν αισθανόμουν καλά. Όμως αγαπηθήκαμε. Μου άρεσε επειδή με αγάπησε για ό,τι είμαι εγώ μέσα μου και όχι για το πώς δείχνω».
Τι την οδήγησε, όμως, σε αυτήν τη συναρπαστική ζωή; «Ποτέ δεν επιδίωξα ό,τι μου συνέβη. Ήταν σαν να βρισκόμουν τυχαία μπροστά σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που στάθηκαν σημαντικοί στην καριέρα μου. Και όταν βρέθηκα ανάμεσα σε όλα αυτά τα θρυλικά ονόματα ποτέ δεν ένιωσα δέος. Θεωρούσα ότι έτσι είναι ο κόσμος. Όλα τα ένιωθα φυσικά. Καμιά φορά όταν κοιτάζω πίσω μου αναρωτιέμαι αν όλα αυτά ήταν όνειρο. Έχω όμως τις φωτογραφίες να αποδεικνύουν ότι όλα αυτά έχουν στ’ αλήθεια γίνει».

Αναδημοσίευση άρθρου απο το:

 marieclaire.gr
Σχόλια
Loading...