Πώς έγινε ηθοποιός ο Κώστας Βουτσάς;

Αν και τον Ιανουάριο του 1964 ο Κώστας Βουτσάς ήταν ήδη 32 ετών και συμμετείχε σε ελληνικές ταινίες για περισσότερα από 10 χρόνια, περιλαμβανόταν στη «νέα γενιά» των ηθοποιών, καθώς η καριέρα του εκτοξεύτηκε κυρίως μετά τη ταινία «Ο κατήφορος» του Γιάννη Δαλιανίδη, το 1961.
Σε συνέντευξη του προς το δημοσιογράφο Σταμάτη Φιλιππούλη, που δημοσιεύτηκε στις 18.01.1964 στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, ο Κώστας Βουτσάς (που γεννήθηκε στο Βύρωνα, αλλά μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όταν ο εργολάβος πατέρας του ανέλαβε την κατασκευή ενός δρόμου στη «νύφη του Θερμαϊκού», με αποτέλεσμα να μετακομίσει και όλη η οικογένεια) περιέγραψε πώς από αθλητής του Βυζαντινού Αθλητικού Ομίλου έγινε ηθοποιός, ενώ περιέγραψε τα πρώτα του βήματα στο θεατρικό σανίδι.
Έμμεσα υπεύθυνος για τη ενασχόληση του με το θέατρο ήταν… ο αθλητικός του σύλλογος και η γνωριμία του Βουτσά μ’ ένα φοιτητή της δραματικής σχολής.
Ακολουθεί η παραστατικότατη περιγραφή του αγαπημένου μας ηθοποιού:
«Ο σύλλογος μου (δηλ. ο ΒΑΟ) με είχε στείλει σε μια κατασκήνωση για να δυναμώσω τα… ποντίκια μου, μια και ήμουν από το «τσάμπιον» του Ομίλου. Εκεί ήταν κι ένας μαθητής ονόματι Τσουμάκας – ίδιος ο Κατράκης – που ήταν παράλληλα και σπουδαστής της δραματικής σχολής κι αυτός μ’ έβγαλε στο θέατρο.
Στην κατασκήνωση επρόκειτο να δοθεί μια θεατρική παράσταση κι ένα από τα παιδιά υποδύετο κάποιον μεθυσμένο. Δεν μου άρεσε ο τρόπος που τον παρουσίαζε και είπα ότι εγώ θα τον έκανα καλύτερα. Αυτός που έπαιζε τον μπεκρή, φυσικά, εθίγη.
«Γιατί ρε… λωλέ δεν σ’ αρέσει;», μου είπε. «Άμα μπορείς έλα κάν’ τον εσύ που είσαι πιο έξυπνος». Σηκώθηκα κι εγώ και είχα τέτοια επιτυχία, που μου ανέθεσαν εμένα το ρόλο του στην παράσταση.
Την άλλη μέρα το πρωί, κατά τις έξι, κάποιος ήλθε και με ξύπνησε. «Κώστα, σήκω… σε γυρεύει ο καθηγητής». Τινάχτηκα αμέσως όρθιος. Για να με γυρεύει ο καθηγητής – σκέφτηκα – θα με θέλει ασφαλώς να μου δώσει συγχαρητήρια για τη χθεσινή επιτυχία μου στην παράσταση. Ντύθηκα και παρουσιάστηκα ενώπιον του.
Βουτσας-1964
– Με ζητήσατε κ. καθηγητά;
– Εσύ είσαι ο Βουτσάς»
– Μάλιστα, κ. καθηγητά.
Κι ενώ εγώ περίμενα τα θερμά του συγχαρητήρια μου είπε: «Πήγαινε στην κουζίνα να καθαρίσεις… πατάτες»!
Τέτοια απογοήτευση δεν είχα ξαναδοκιμάσει. Ωστόσο ο Τσουμάκας επέμενε:
– Εσύ πρέπει να γίνεις ηθοποιός.
– Άει παράτα με… Πονέσανε τα δάχτυλα μου να καθαρίζω γεώμηλα.
– Ρε Κώστα, τέτοιο ταλέντο να πάει χαμένο;
Με το λέγε-λέγε κατάφερε τελικά να γίνει το δικό του. Με παίρνει, με πηγαίνει στη σχολή, κάθομαι ένα μήνα και μετά την… κοπάνισα. Το σαράκι του ηθοποιού όμως είχε φωλιάσει πλέον μέσα μου. Και ξαναγύρισα».
Οι γονείς του Βουτσά δεν συμφωνούσαν με την επιθυμία του να ακολουθήσει το επάγγελμα του ηθοποιού. Ο πατέρας του ονειρευόταν να τον δει πολιτικό μηχανικό και του δήλωσε ξεκάθαρα: «Για μένα δεν είναι επάγγελμα αυτό που διάλεξες. Δούλεψε μόνος σου και κάνε ό,τι καταλαβαίνεις. Εγώ, πάντως, λεφτά που θα πάνε χαμένα δεν σου δίνω».
Έτσι, ο Κώστας Βούτσας δούλεψε ως εργάτης στο δρόμο που έφτιαχνε ο πατέρας του, ενώ παράλληλα φοιτούσε για τρία χρόνια στη δραματική σχολή στη Θεσσαλονίκη. Καθώς, όμως, η σχολή δεν ήταν αναγνωρισμένη από το κράτος, κατέβηκε στην Αθήνα, όπου έδωσε εξετάσεις στην επιτροπή εξαιρετικών ταλέντων και… κόπηκε!
Τελικά έδωσε εξετάσεις στην επιτροπή μουσικών θεάτρου, οπότε του δόθηκε η άδεια άσκησης επαγγέλματος «γιατί ήμουν… κομψός κι ευπαρουσίαστος», όπως σημείωσε χαριτωμένα προσθέτοντας:
«και πού να ξέρανε ότι τα ρούχα που φορούσα ήταν… δανεικά!».
Στην αρχή, τα πράγματα δεν ήταν εύκολα για τον κωμικό ηθοποιό, ο οποίος έπαιζε σε μπουλούκια, που ταξίδευαν ακόμη και στα πιο απομακρυσμένα σημεία της Ελλάδας μέχρι και σε ορεινές περιοχές «που ούτε ορειβάτες δεν τις ανεβαίνουνε».
Όμως παρά τις δυσκολίες, το κρύο, τις αναδουλειές και τα.. φαράγγια, ο Βουτσάς δεν μετάνιωσε για την επιλογή του να γίνει ηθοποιός παρακούοντας τον πατέρα του:
«Όλα αυτά αντί να με απογοητεύσουνε, μου δώσανε  κουράγιο για να πετύχω το σκοπό μου».
Η πρώτη φορά που πάτησε το σανίδι ως ηθοποιός ήταν στο Στρατιωτικό Θέατρο της Θεσσαλονίκης μ’ έναν αθηναϊκό θίασο, με τον οποίο έπαιζε οπερέτες. Έπαιζε κωμικούς ρόλους και ενίοτε πετούσε και μια κορώνα, «που αν ήταν λίγο φάλτσα μου το συγχωρούσαν λόγω ρόλου».
Στην Αθήνα κατέβηκε χάρη στην Καλή Καλό, μια από «τους πολύ λίγους πρωταγωνιστές που πίστεψαν σε μένα», όπως παραδεχόταν στη συνέντευξη του ο Βουτσάς.
Ήταν το 1958, στην επιθεώρηση «Πάρε κόσμε» του θεάτρου Περοκέ, ενώ στην πρεμιέρα είχε πολύ τρακ, καθώς ήταν η πρώτη φορά που θα έπαιζε στο αθηναϊκό κοινό.
Η πρώτη αξιόλογη εμφάνιση του έγινε στο θέατρο «Διάνα» στην παράσταση «Μια πόρτα… δρχ. 500» του θιάσου Ρηγόπουλου – Αναλυτή, αφού προηγουμένως «ο σκηνοθέτης Γιάννης Δαλιανίδης μου είχε δώσει την ευκαιρία με τις ταινίες του να «ακουστώ» και να μπω στο «καζάνι» των γνωστών ηθοποιών», ενώ ο ίδιος ομολογούσε ότι χρωστούσε πολλά και στη Σπεράντζα Βρανά, η οποία του έμαθε «ποιο είναι το σωστό στο θέατρο».
Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο από εκείνη τη συνέντευξη,  ήταν η ευχή που έκανε ο Κώστας Βουτσάς για το μέλλον του στον καλλιτεχνικό χώρο.
«Επιθυμία μου είναι να δημιουργήσω ένα δικό μου τύπο. Είναι κακό να αντιγράφεις στη δουλειά μας», δήλωνε και όπως φαίνεται τα κατάφερε και με το παραπάνω, καθώς όχι μόνο δε μιμήθηκε ο ίδιος, άλλα μάλλον αποτελεί πρότυπο και αντικείμενο μίμησης από άλλους ηθοποιούς μέχρι σήμερα, που συνεχίζει ακμαίος να πρωταγωνιστεί.
Σχόλια
Loading...