Ο Δράκος: Η μεγάλη στιγμή του Ντίνου Ηλιόπουλου, ο οραματιστής Κούνδουρος και το σχόλιο του Φρανσουά Τριφώ

Όταν μια ελληνική ταινία κατορθώνει να γίνει σημείο αναφοράς ακόμα και σε σχολικά βιβλία, τότε είναι σαφές ότι η αξία της δεν είναι μόνο καλλιτεχνική, αλλά και πολιτισμική και ιστορική. Μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 90’, η ταινία «Ο Δράκος», του Νίκου Κούνδουρου, αναφέρονταν στα βιβλία της ιστορίας της Γ’ Λυκείου ως μια ταινία που αποτύπωνε ρεαλιστικά την ελληνική μεταπολεμική κοινωνία.

Στείλε μας το δικό σου άρθρο!!!

Η ταινία γυρίστηκε το 1955 και ο Νίκος Κούνδουρος την σκηνοθέτησε ενώ δεν είχε καν κλείσει τα 30 του χρόνια. Μετά από μια επίπονη και μακρά συζήτηση που είχε με τον συγγραφέα Ιάκωβο Καμπανέλλη, τον πείθει να γράψει ένα σενάριο για μια ταινία που θα παρουσίαζε χωρίς ακρότητες την κοινωνική πραγματικότητα της Ελλάδας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μια πραγματικότητα στην οποία κυριαρχούσε η φτώχια, η μιζέρια, αλλά και το αστυνομοκρατούμενο κράτος. Ο Καμπανέλλης αξιοποιεί στο έπακρο το λογοτεχνικό του ταλέντο και δίνει στον Κούνδουρο ένα πραγματικό αριστούργημα, που ο τελευταίος έπρεπε να αποδώσει αριστοτεχνικά στον κινηματογραφικό φακό. Όσο κι αν η πρόκληση φάνταζε – και ήταν – μεγάλη, ο Κούνδουρος τα κατάφερε.

Με την πρώτη ματιά, η ταινία «Ο Δράκος» είναι μια ιστορία για την ανθρώπινη ματαιοδοξία και τη μοναξιά. Ωστόσο, εάν κανείς την μελετήσει πιο προσεκτικά διαπιστώνει ότι είναι κάτι πολύ παραπάνω. Είναι μια ταινία που δεν νοιάζεται μονάχα για τη ματαιοδοξία και τη μοναξιά, νοιάζεται και γι’ αυτό που την προκαλεί. Κι ως μια ταινία ενός σκεπτόμενου ανθρώπου που ζει στην Ελλάδα μετά το Β’ Παγκόσμιο και μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, αναζητά και βρίσκει τα αίτια αυτά στην κοινωνία.

Το αστυνομικό κράτος, η απομόνωση και η αποξένωση είναι για τον Κούνδουρο τα θέματα της ταινίας.

Και όλα αυτά τα αποτύπωσε ιδανικά με την βοήθεια ενός σπουδαίου Έλληνα ηθοποιού που ήταν ο πρωταγωνιστής της, του Ντίνου Ηλιόπουλου. Για πολλούς ήταν η κορυφαία ερμηνεία της μεγάλης καριέρας του Ηλιόπουλου, μια ερμηνεία από αυτές που δεν είχε δείξει ξανά – και δεν έδειξε ούτε αργότερα – στο ελληνικό κοινό. Μια δραματική ερμηνεία, η οποία ανέδειξε το πολύπλευρο ταλέντο του Ηλιόπουλου και τον καθιέρωσε στους «μεγάλους» του ελληνικού σινεμά.

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος και ο χαρακτήρας του δεν είναι παρά ένα πιόνι στα χέρια του Κούνδουρου. Ένα πιόνι που στο τέλος της ταινίας οδηγείται στον θάνατο, όχι γιατί είναι αυτό που είναι, αλλά γιατί η κοινωνία τον έκανε να είναι έτσι. Στον «Δράκο» ο Κούνδουρος καινοτομεί και σκηνοθετικά, δίνοντας έμφαση σε ρεαλιστικές σκηνές, σε κοντινά πλάνα και σε σιωπηρές σκηνές, στοιχεία που διεκδικούν ρόλο πρωταγωνιστή.

Η σκηνοθεσία χαρίζει στη ταινία γνήσια cult στιγμιότυπα και μια αίσθηση μελαγχολίας για μια κοινωνία δύσκολη και άγρια. Η μουσική του Μάνου Χατζηδάκι, σε συνδυασμό με τον ρεαλισμό του σεναρίου, χαρίζουν ατμόσφαιρα φιλμ νουάρ κι ένα μοναδικό αίσθημα φόβου για μια αόρατη απειλή.

Απογοητευτική υποδοχή από θεατές και κριτικούς

Η ταινία πρωτοτύπησε και στην εμφάνισή της, αφού έκανε πρεμιέρα στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας, όπου απέσπασε ειδική μνεία. Λίγους μήνες αργότερα προβλήθηκε και στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στις 5 Μαρτίου του 1956. Η υποδοχή που της επιφύλαξε το ελληνικό κοινό ήταν απογοητευτική, δείγμα ότι δεν είχε την ωριμότητα να αντιληφθεί τα βαθιά μηνύματα που αυτή απέπνεε. Κατά πολλούς κριτικούς ωστόσο, το κοινό δεν ήταν ανώριμο, απλά δεν ήθελε να δει αυτά τα μηνύματα που «πονούσαν». Ωστόσο, η ταινία αντιμετώπισε ιδιαίτερα εχθρική στάση από μεγάλη μερίδα του Τύπου της εποχής. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εφημερίδες της εποχής, Εστία και Αυγή, την κατηγόρησαν ως ανθελληνική και ζήτησαν την επέμβαση του εισαγγελέα.

Ας μην αδικούμε όμως τους Έλληνες θεατές εκείνης της εποχής, αφού βλέποντας αυτή την τόσο ατμοσφαιρική ταινία, γυρισμένη σε στυλ φιλμ νουάρ, ένα είδος πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα και μάλιστα με το ασυνήθιστο και ανεπίτρεπτο για την εποχή «unhappy end», ίσως να μην είχαν ασυναίσθητα άλλη επιλογή απο το να την απορρίψουν. Ίσως γι’ αυτό το λόγο οι αρνητικές κριτικές της εποχής ήταν τόσο πολλές και τόσο σκληρές. Ο χρόνος πάντως απέδειξε τη διαχρονική αντοχή της ταινίας, με τις όποιες ατέλειες και ερμηνευτικές υπερβολές που μπορεί αυτή να διαθέτει.

Η μοίρα της ωστόσο ήταν λαμπρή και έμελε η αξία της να αναγνωριστεί στα χρόνια που ακολούθησαν. Σήμερα «Ο Δράκος» αναγνωρίζεται ως μια από τις σημαντικότερες ταινίες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, η οποία συνδυάζει στοιχεία από τον ιταλικά νεορεαλισμό, τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, αλλά και τα φιλμ νουάρ.

Ο «παθητικός» Ηλιόπουλος

Ας δούμε όμως την υπόθεσή της. Η ιστορία κινείται γύρω από τον Θωμά (Ντίνος Ηλιόπουλος), έναν άσημο τραπεζικό υπάλληλο, ο οποίος είναι εγκλωβισμένος στην άχαρη καθημερινότητα. Αυτή η βασανιστική καθημερινότητα γίνεται ακόμα πιο βαριά για όποιον πρόκειται να περάσει την πρωτοχρονιά μόνος, όπως ο Θωμάς. Φεύγοντας για το σπίτι, ανακαλύπτει πως μοιάζει με έναν εγκληματία της Αθήνας, τον «Δράκο», του οποίου η φωτογραφία έχει γεμίσει τις εφημερίδες, αφού αυτός καταζητείται.

Μόνο φτάνοντας στο σπίτι θα βεβαιωθεί για την ομοιότητα. Σύντομα όμως, θα αναγκαστεί να φύγει κυνηγημένος από την αστυνομία και να βρει καταφύγιο σε ένα καμπαρέ. Εκεί, θα αναγνωριστεί από μια συμμορία ως ο πραγματικός «Δράκος» και θα τεθεί αρχηγός μιας επιχείρησης κλοπής αρχαιοτήτων. Θα συλληφθεί από την αστυνομία και αφού διαπιστωθεί πως δεν είναι αυτός ο καταζητούμενος εγκληματίας, θα αφεθεί ελεύθερος.

Έπειτα θα ζήσει τις πιο δυνατές και συνάμα τελευταίες ώρες της ζωής του. Θα νιώσει την ελευθερία του να περπατά κανείς στους δρόμους ανάμεσα σε πλήθος κόσμου, αλλά και την στοργή μιας γυναίκας, της Ρούλας, που αγαπά αληθινά, την οποία υποδύεται η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου. Γυρνώντας πίσω στο καμπαρέ, βρίσκει τα μέλη της συμμορίας να ετοιμάζονται για την επιχείρηση το ίδιο βράδυ. Και μόνο η παρουσία του ίδιου του «Δράκου» είναι αποφασιστικής σημασίας.

Στην κορύφωση ίσως της ταινίας, την σκηνή του χορού, θα γίνει γνωστή η πραγματική φύση του υποτιθέμενου «Δράκου» και δεν θα αργήσει να έρθει το τέλος του Θωμά από μια μαχαιριά. Πληγωμένος, θα συρθεί μέχρι τον δρόμο όπου και θα αφήσει την τελευταία του πνοή πεταμένος και κουλουριασμένος. Για κάποιους η ιστορία του Θωμά θυμίζει την ιστορία του Σόλωνα, ο οποίος ενώ ήταν αθώος, έμεινε στη φυλακή και ήπιε το κώνειο, θέλοντας να δώσει ένα μάθημα ζωής στους μαθητές του.

Για τον Θωμά, ίσως η ομοιότητα με τον Δράκο να ήταν λυτρωτική, αφού αναζητούσε άλλοθι να δώσει ένα τέλος στην άχαρη ζωή του. Ίσως γι’ αυτό και δεν φώναξε ποτέ την αθωότητά του, ίσως γι’ αυτό να αφέθηκε να μπλέξει στην ιστορία με τους αρχαιοκάπηλους. Στην ταινία πρωταγωνιστούν ακόμα μεγάλα ονόματα του ελληνικού κινηματογράφου, όπως ο Γιάννης Αργύρης, ο Θανάσης Βέγγος, η Μαρίκα Λεκάκη, ο Ανέστης Βλάχος, ο Φρίξος Νάσου, ο Ανδρέας Ντούζος, ο Ζαννίνο, ο Αλέκος Τζανετάκος και πολλοί άλλοι.

Η παραγωγή της έγινε από την Αθηναϊκή Κινηματογραφική Εταιρεία. Εξαιρετική η μουσική του Μάνου Χατζηδάκη, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι στο συγκρότημα λαϊκών τραγουδιών του μεγάλου συνθέτη εμφανίζεται να παίζει μπουζούκι ο Βασίλης Τσιτσάνης.

Οι κριτικές

Ο Στάθης Βαλούκος στο βιβλίο του «Φιλμογραφία του ελληνικού κινηματογράφου» παραθέτει απόψεις και γνώμες για την ταινία από εκείνη την εποχή, οι οποίες έχουν πολύ ενδιαφέρον. Ιδού μερικές: «…φιλμ συναρπαστικό με ποιητική έμπνευση που φτάνει σε στιγμές αληθινής έκστασης» την χαρακτήρισε ο Φρανσουά Τριφό, ενώ ο Βασίλης Ραφαηλίδης είπε ότι «..ο κινηματογράφος μας απέκτησε την πρώτη του ταινία και το 1956 πρέπει να θεωρείται σαν η χρονιά του περάσματος από την Προϊστορία στην Ιστορία του Ελληνικού κινηματογράφου».

Ο Μάριος Πλωρίτης εκτίμησε ότι «ο Δράκος πηγαίνει πολύ μακρύτερα και πολύ βαθύτερα από όποια άλλη ελληνική ταινία», ενώ ο Μ. Καραγάτσης την χαρακτήρισε «μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες που μας προσέφερε τελευταία το ευρωπαϊκό κλίμα». Ο Νίκος Τσιφόρος είπε δε, ότι «ο ελληνικός κινηματογράφος γέννησε με το Δράκο, τον πρώτο καλλιτέχνη, τον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο».

Φυσικά, υπήρχαν και οι κακές κριτικές: «Μια κακή ταινία. Ψεύτικη, φτιαχτή, γεμάτη υπερβολές. Μόνο μια αρρωστημένη φαντασία είναι δυνατόν να διανοηθεί και να παρουσιάσει τέτοια τέρατα. Κρίμα! Κρίμα! Κρίμα!», ανέφερε ο κριτικός της εποχής Αχιλλέας Μαμάκης.

«Ο Δράκος ούτε πιάστηκε, ούτε πιάνεται, ούτε θα πιαστεί»…

Παρά τις εντάσεις που προκάλεσε και την κακή υποδοχή απο τους Έλληνες σινεφίλ, η ταινία προβλήθηκε το 1960 στην 1η εβδομάδα ελληνικού κινηματογράφου, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης και βραβεύθηκε ως μια από τις κορυφαίες ελληνικές ταινίες της περιόδου 1955-1959. Στις δύο ψηφοφορίες δε, που έχει πραγματοποιήσει η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου μέχρι σήμερα, αναζητώντας τις 10 κορυφαίες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών, «Ο Δράκος» αναδείχθηκε η καλύτερη ταινία στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.

Άραγε τελικά τι είδους ταινία είναι «Ο Δράκος»; Για τους περισσότερους είναι ένα πολιτικό δράμα. Πολιτικό, όχι με την έννοια της πολιτικής, αλλά με αυτή του πολίτη, του ατόμου που ζει και βιώνει καθημερινά τα αποτελέσματα της πολιτικής και των πολιτικών. Μπορεί κάποιες στιγμές να είναι αργό και να κουράζει το «απαίδευτο» μάτι, ωστόσο πρόκειται για την απαρχή του ποιοτικού ελληνικού κινηματογράφου. Ίσως και ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος από αυτή την αργή πλοκή να πήρε τα πρώτα του ερεθίσματα. Σε κάθε περίπτωση, το τραγικό τέλος του ήρωα της ταινίας προσφέρει πολλή τροφή για σκέψη.

Είναι μια ταινία που ακολουθεί τον θεατή αρκετό καιρό αφού την δει. Βλέποντάς την ξανά και ξανά, μια φράση αποτυπώνεται στο μυαλό μας: «Ο Δράκος ούτε πιάστηκε, ούτε πιάνεται, ούτε θα πιαστεί»…

Αναδημοσίευση άρθρου απο το gazzetta.gr

 

Επεξεργασία ηθοποιών


Επεξεργασία παρασκηνίου

Σχόλια
Loading...