Φιλοποίμην Φίνος: Οι ταινίες υψηλής τέχνης είναι δουλεία του κράτους

 

Για τον Φιλοποίμην Φίνο έχουμε μιλήσει αρκετές φορές μέσα από αυτήν εδώ τη στήλη, ενώ σχεδόν κάθε εβδομάδα οι ταινίες για τις οποίες μιλάμε είναι δικής του παραγωγής. Καθόλου περίεργο βέβαια, αφού κατά πολλούς, ο Φίνος ήταν ο ελληνικός κινηματογράφος και ο ελληνικός κινηματογράφος ήταν ο Φίνος. Για τον ίδιο λοιπόν μιλούν τα έργα του. Ωστόσο, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δει κανείς τις προσωπικές απόψεις του Φίνου, όπως αυτές αποτυπώνονται μέσα από συνεντεύξεις που ο ίδιος έδωσε κατά τη διάρκεια της πολύχρονης επαγγελματικής του πορείας. Κάπως έτσι, έπεσε στα χέρια μας μια παλιά συνέντευξη του ίδιου προς το περιοδικό Επίκαιρα, την οποία παραχώρησε το 1971 στην δημοσιογράφο Σούλα Αλεξάνδρου, αποσπάσματα της οποίας δημοσιεύουμε σήμερα.

«Κάποτε ήταν ανέκδοτο η φράση “ελληνικός κινηματογράφος”»…

«Αναρωτηθήκατε τι ήταν ο ιταλικός κινηματογράφος πριν τον πόλεμο; Και πόση κρατική βοήθεια είχε μετά; Εμείς ήμαστε έξι-επτά εκατομμύρια ρακένδυτοι και πεινασμένοι, χωρίς τεχνική ή πολιτιστική παράδοση. Ας μην έχουμε παράλογες απαιτήσεις. Τα μηχανήματα που χρησιμοποιούσαμε ήταν αυτά που οι άλλες χώρες είχαν τοποθετήσει στα μουσεία» αναφέρει ο ίδιος μιλώντας για την εξέλιξη που είχε ο ελληνικός κινηματογράφος μετά τον πόλεμο, τονίζοντας πως ό,τι ήξεραν οι κινηματογραφιστές της εποχής το ήξεραν από ένστικτο και μόνο. Κι αυτός ήταν και ο λόγος που η έννοια «ελληνικός κινηματογράφος» μετά τον πόλεμο προκαλούσε γέλιο και ειρωνίες σε όσους ασχολούνταν με την 7η τέχνη, ενώ και το ίδιο το κράτος δεν είχε ούτε τα χρήματα, αλλά ούτε και την διάθεση να τον στηρίξει.

«Με τις ταινίες τέχνης χάνεις χρήματα κι εγώ είμαι έμπορος»

Στη συνέχεια της συνέντευξης, η δημοσιογράφος εμμέσως πλην σαφώς αναφέρει στον Φίνο την εκτίμησή της ότι τα πρώτα χρόνια της Finos Film, η εταιρεία γύριζε ταινίες που είχαν πολύ μεγάλη σχέση με την ελληνική πραγματικότητα, στοιχείο που στην συνέχεια έπαψε να ισχύει. Ο Φίνος όμως εδώ είναι κατηγορηματικός: «Στην περίοδο που αναφέρεσθε, γύριζα μια-δυο ταινίες το χρόνο. Τώρα γυρίζω δώδεκα-δεκατρείς (σ.σ.: το 1971…) Μέσα σ’ αυτές προσπαθούμε και μια-δυο καλύτερες. Χρειάζεται να τροφοδοτήσουμε τους δύο χιλιάδες πελάτες του κυκλώματος. Τα βασικά μας μόνο έξοδα φτάνουν τις 500.000 δραχμές την εβδομάδα. Πως θα υπάρξουμε αν κάνουμε πειράματα με ταινίες τέχνης και χάνουμε χρήματα; Αυτό είναι δουλειά του κράτους. Ύστερα, αυτά τα σενάρια που δεν άρεσαν σε σας, άρεσαν στο κοινό». Η δημοσιογράφος όμως επιμένει και τον ρωτάει: «Σύμφωνοι. Οι προτιμήσεις του κοινού είναι φυσικό να παίζουν ρόλο καθοριστικό στην παραγωγή σας. Ωστόσο, στην διαμόρφωση της αισθητικής του κι εσείς παίξατε το ρόλο σας. Έχετε, λοιπόν, κάποιο μέρος της ευθύνης». Ο Φίνος συνεχίζει εξίσου αποφασιστικά τις απαντήσεις του: «H ευθύνη ανήκει στο κράτος. Εκείνο θα διαμορφώσει το γούστο και την αισθητική του κοινού, ξεκινώντας από την Παιδεία.

Στείλε μας το δικό σου άρθρο!!!

Πως λέει «πάρτε εκατομύρια και φτιάχτε ξενοδοχεία». Ο δικός του ρόλος είναι εκπολιτιστικός. Εγώ είμαι επαγγελματίας. Φροντίζω να μην κάνω καμιά απάτη. Έχετε την απαίτηση να μιλήσουμε για ποιότητα όταν στην ΥΕΝΕΔ στέλνουν γράμματα και απειλούν πως θα κάνουν παρέλαση με μαύρες σημαίες αν εκτελεστεί η Μαρίνα Ψάχου (ρόλος στο θρυλικό σίριαλ Άγνωστος Πόλεμος του Νίκου Φώσκολου, που προβάλλονταν εκείνα τα χρόνια στην τηλεόραση και είχε προκαλέσει παροξυσμό τηλεθέασης); Όταν αυτό είναι το κοινό, κι όταν το κράτος δεν κάνει τίποτα, γιατί θα γίνω εγώ ο «πιονέ»; Το εμπόριο είναι παντού ίδιο. Και στις γαλλικές εργατικές συνοικίες αγνοούν τον Γκοντάρ και τον Ρεναί. Μόνο που υπάρχει εκεί μια Σορβόνη, πολιτιστικό επίπεδο ανεβασμένο, αγωνία για την παιδεία». Στην Τέχνη όμως υπάρχει και το μεράκι, αυτό είναι που κάνει την διαφορά. Και η ερώτηση είναι εάν το μεράκι του Φίνου εξαφανίστηκε υπό το βάρος των οικονομικών ευθυνών. Και εδώ, η απάντηση του Φίνου είναι δυναμική: «Αυτό αφορά εμένα κι όχι αυτούς που θέλουν να το εκμεταλλευτούν. Σε μία εποχή που ούτε καν υπήρχε η σκέψη για ταινίες ποιότητος, εγώ γύρισα την «Νεκρή Πολιτεία». Αν δεν ήταν αριστούργημα, εντάξει, όμως μόνο αυτή την πρόταση είχα τότε. Και την πίστεψα. Ήταν μια περίοδος που είχα χρήματα στο συρτάρι μου. Τάδωσα και τάχασα κι ούτε έβαλα μυαλό. Γύρισα τους «Παράνομους» του Κούνδουρου, μπήκα συμπαραγωγός στο «Ποτάμι» που δεν παίχτηκε ποτέ και συνέχισα με «Το πρόσωπο της Μέδουσας» που ήταν αποτυχία», καταλήγει.

Επιτυχημένος ή αποτυχημένος επιχειρηματίας;

Τι ήταν όμως τελικά ο Φίνος; Επιτυχημένος ή αποτυχημένος; Η απάντηση του ίδιου δεν αφήνει περιθώριο παρερμηνειών: «Επιχειρηματίας είμαι μάλλον αποτυχημένος. Πετυχημένος είμαι μόνο σαν τεχνικός. Όσο για τόλμη, είμαι συμπαραγωγός στην «Ηλέκτρα». Κέρδισα μάλιστα στο φεστιβάλ των Καννών το πρώτο βραβείο για την ποιότητα του ήχου, έχοντας συναγωνιστάς Αμερικανούς, Άγγλους και Γερμανούς. Απόπειρες έγιναν. Μόνο που για να γίνονται συχνότερα πρέπει να αντέχει ο μπεζαχτάς. Και δεν αντέχει πάντα. Από την άλλη, χρόνια τώρα σκοντάφτουμε στη λογοκρισία. Το 1948 κινδύνεψα να πάω φυλακή γιατί γύρισα μια ταινία όπου γυναίκα Έλληνος αξιωματικού ερωτεύεται Γερμανό».

Ο Φίνος κατηγορήθηκε ότι κατασκεύασε είδωλα, σε μία χώρα που το βιοτικό και το πολιτιστικό της επίπεδο κάνει αυτούς τους μύθους επικίνδυνους και φυσικά αδόκιμους. Την εποχή της συνέντευξης αυτής, όπου ο ελληνικός κινηματογράφος έμπαινε στο τούνελ της αμφισβήτησης, τα είδωλα αυτά στρέφονταν εναντίον του. Η ερώτηση προς τον ίδιο ήταν εάν είχε προβλέψει τους κινδύνους αυτούς. «Θα αρχίσω λέγοντας τι με ανάγκασε. Η ανυπαρξία σεναρίων. Αν έχω ένα γερό σενάριο, δεν έχω ανάγκη από σταρ. Ένα μέτριο σενάριο όμως που στηρίζεται σ’ ένα σταρ θα φέρει χρήματα. Αναγκαίο κακό λοιπόν, μια και δεν γίνεται αλλιώς. Όσο για τις ευθύνες, που καταλογίζουν οι σταρ στους παραγωγούς, είναι κωμικό. Γιατί παίρνανε τα χρήματα; Εγώ είμαι έμπορος. Αυτό πουλάω. Εκείνοι που είναι καλλιτέχνες ήθελαν τα σπίτια και τα αυτοκίνητα με ξένα κόλλυβα; Κανένας πρωταγωνιστής δεν είναι υποχρεωμένος να γυρίσει σενάριο που δεν του αρέσει. Και είμαι έτοιμος να δημοσιεύσω το συμβόλαιο, αν υπάρχει κάποιος που να αμφισβητεί τα λόγια μου. Πρέπει κάποτε να μπουν τα πράματα στη θέση τους. Ευθύνη δεν έχουμε για τους καθιερωμένους. Άσε που στους νέους εγώ δεν επέβαλα ποτέ να γυρίσουν ταινία που δεν ήθελαν. Ας μη λένε, λοιπόν, πως τα πήραμε στο λαιμό μας τα παιδάκια. Ήξεραν τι έκαναν. Και χαίρομαι τον Νίκο Κούρκουλο, γιατί είναι θαυμάσιο παιδί κι έχει το θάρρος να ομολογεί πως γυρίζει ταινίες για να κάνει το θέατρο που θέλει».

«Έχουμε κρίση ποιότητας»

Το 1971 η τηλεόραση είχε αρχίσει να μπαίνει δυναμικά στα σπίτια των ελληνικών νοικοκυριών κι αυτός ήταν και ένας λόγος που ο ελληνικός κινηματογράφος εισέρχονταν σε βαθιά περίοδο κρίσης. Ήταν όμως έτσι; Ιδού τι απάντησε ο Φίνος: «Κατ΄αρχήν δεν πιστεύω πως για την κρίση φταίει η τηλεόραση. Κρίση ποιότητας έχουμε. Θα ξαναπώ αυτό που είχα πει πριν από καιρό και που τόσο παρεξηγήθηκε. Ο ελληνικός κινηματογράφος βρίσκεται «εν πολλοίς» κάτω του μηδενός. Πρέπει να γυρίζουμε καλύτερες ταινίες με θέματα πιο ενδιαφέροντα, με ερμηνείες καλύτερες, πιο καλά σκηνοθετημένες. Δεν μπορούμε να ζητήσουμε να κατέβει το βιοτικό επίπεδο, για να αφήσει ο κόσμος τα κέντρα, τη βόλτα και τις ταβέρνες και να γυρίσει στις κινηματογραφικές αίθουσες. Ούτε να κλείσει η τηλεόραση. Αλλά να τον τραβήξουμε με ταινίες καλύτερες».

Αναδημοσίευση άρθρου απο το:

gazzetta.gr

Επεξεργασία ηθοποιών


Επεξεργασία παρασκηνίου

Σχόλια
Loading...