Νίκος Ρίζος: Τρελάθηκες μωρέ;; Μίστερ Ελλάς εγώ;; Έχω εγώ τα προσόντα;;;

Σήμερα θα δούμε τη βιογραφία ενός ηθοποιού πολυτάλαντου, με χιούμορ, τρυφερότητα, ευαισθησία και προπάντων με αγάπη και αφοσίωση για την δουλειά του. Ένας γνήσιος ηθοποιός που δεν λύγιζε, δεν στεναχωριόταν, πάντα αγωνιζόταν, αυτοσαρκαζόταν και ήθελε να βλέπει μόνο την θετική πλευρά των πραγμάτων, ώστε να παίρνει δύναμη και να συνεχίζει την πορεία της ζωής του δυναμικά. Σας παρουσιάζω:

Στείλε μας το δικό σου άρθρο!!!

Ο Νίκος Ρίζος γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1924 στην Άρτα σε μια αρκετά φτωχή οικογένεια αφού ο πατέρας του ήταν εφοριακός.  Ήταν πολύ κοινωνικός, λαμπερός, με πολύ χιούμορ και τον ήθελαν πάντα όλες οι παρέες μαζί τους. Μάλιστα λόγο του ύψους του, τον αποκαλούσαν ‘’Κοτοπλή’’ από το κοτοπουλάκι. Εκείνος όμως δεν στεναχωριόταν. Ίσα ίσα που πάντα έβλεπε τα πράγματα από την ευχάριστη πλευρά και αυτοσαρκαζόταν πάντα με τον δικό του μοναδικό τρόπο.

Όνειρο του ήταν να γίνει ηθοποιός και αυτό φαινόταν πολύ, γιατί όταν τελείωνε το σχολείο, η πρώτη του κίνηση ήταν να τρέξει στον κινηματογράφο που υπήρχε στο μικρό του χωριό να φτιάχνει τις φωτογραφίες που έμπαιναν στο ταμπλό.

Τελειώνοντας το τότε Γυμνάσιο, γράφτηκε στη Νομική Σχολή γιατί το ήθελε πολύ ο πατέρας του, όμως επειδή τα οικονομικά του δεν ήταν και τόσο καλά, έψαξε αμέσως για δουλειά. Ίσως τυχαίο, ίσως μοίρα, ίσως ένστικτο, βρήκε δουλειά σ’ ένα θέατρο σαν βοηθητικός υπάλληλος. Την ημέρα όμως που πήγε να πιάσει δουλειά, συνάντησε έναν τότε νέο συγγραφέα, τον Ελευθερίου Ναπολέοντα και μόλις του ανέφερε ότι και εκείνου του άρεσε πολύ να γράφει, του έδωσε αμέσως να κάνει την αντιγραφή των θεατρικών κειμένων, μια που εκείνη την εποχή όλα τα αντίγραφα γινόντουσαν με το χέρι.

Πηγαίνοντας λοιπόν κάθε μέρα στο θέατρο για να κάνει την δουλειά που του είχε ανατεθεί, ένα βράδυ κάποιος ηθοποιός δεν ήρθε στη δουλειά και ο συγγραφέας έψαχνε για αντικαταστάτη.  Αμέσως ο Ρίζος, άρπαξε την ευκαιρία και του είπε, ότι θα τον αντικαταστήσει εκείνος. Ο Ελευθερίου απορημένος του είπε ‘’Μα είσαι τόσο κοντός’’. Τότε ο απίστευτος κωμικός μας του απάντησε με θάρρος και αυτοπεποίθηση. ‘’Βάλε με στη σκηνή και θα δεις πως θα ψηλώσω’’. Και μόνο για τον τρόπο που του το ζήτησε, ο Ελευθερίου του έδωσε την ευκαιρία και έτσι παρόλο που ο ρόλος ήταν μικρός ως γιγαντιαίος αθλητής της πάλης, το κοινό τον καταχειροκρότησε και έτσι ξεκίνησε η καριέρα του σαν ηθοποιός.

Δυστυχώς παράτησε τις σπουδές του στην Νομική και μπήκε στο μπουλούκι του Νίκου Φέρμα, όπου έκαναν περιοδείες και σε μια από αυτές βρέθηκαν στην Μυτιλήνη, όπου εκεί τον είδε ο Σακελάριος ο οποίος κατενθουσιάστηκε. Φεύγοντας λοιπόν από την Μυτιλήνη ο Σακελάριος τον πήρε μαζί του στην Αθήνα, χωρίς βέβαια δεύτερη σκέψη.

Αμέσως όλοι αντιλήφθηκαν το πόσο καλά τα πήγαινε και αρκετά γρήγορα του δόθηκε η άδεια σαν εξαιρετικό ταλέντο, πράγμα που τον βοήθησε να μπει σε διάφορα μπουλούκια και να ξεκινήσει την δουλειά που τόσο πολύ ήθελε να κάνει.

Η πρώτη του εμφάνιση ήταν το 1948 στο θέατρο Μετροπόλιταν με το έργο του Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου «Άνθρωποι, Άνθρωποι» και είχε παίξει μαζί με τον Μίμη Φωτόπουλο, τον Ντίνο Ηλιόπουλο, την Σμαρούλα Γιούλη, την Σπεράντζα Βρανά κα ιτην Ειρήνη Παππά.

Ένα βράδυ η Μαρίκα Κοτοπούλη παρακολούθησε την παράσταση και μόλις τελείωσε ρώτησε σαγηνευμένη τον Σακελάριο ποιος είναι αυτός ο κοντός και που τον βρήκανε. Ο Σακελάριος της είπε ότι το όνομα του είναι Νίκος Ρίζος και ότι τον έφερε άρον , άρον από ένα μπουλούκι στην Μυτιλήνη. Τότε εκείνη αναρωτήθηκε φωναχτά, πως μπορεί να χωράει τόσο πολύ ταλέντο σ’ ένα τέτοιο μικρό σωματάκι.

Η αναγνώριση του ταλέντου του δεν άργησε να έρθει. Το ταλέντο του, το ύψος του και ο άνετος τρόπος με τον οποίο αυτοσαρκαζόταν, ήταν το εισιτήριο της επιτυχίας του, αφού ο κόσμος περνούσε καλά μαζί του και γελούσε πολύ, είτε τον έβλεπε στο θέατρο, είτε στον κινηματογράφο, είτε ακόμα και στην τηλεόραση.

Το 1959 έκανε τον δικό του θίασο μαζί με τον Γιάννη Γκιωνάκη και τον Τάκη Μηλιάδη και η καθιέρωση τους έγινε με την θρυλική επιθεώρηση «Ομόνοια πλατς, πλουτς» και ο τίτλος ήταν χάριν του σιντριβανιού της Ομόνοιας, που μόλις είχε φτιαχτεί.

Έτσι μπόρεσε από τότε μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’90, να είναι εκτός από θιασάρχης και πρωταγωνιστής και επιχειρηματίας, αλλά και πολλές φορές ακόμα και δημιουργός θεάτρων.

Το 1961 έως και το 1965, δημιούργησε τον θίασο Αυλωνίτης – Βασιλειάδου – Ρίζος, όπου αυτή του η κίνηση ήταν πολύ πετυχημένη θιασαρχικά, γιατί μαζί και με τον Κώστα Χατζηχρήστο μερικές φορές, ανέβασαν τεράστιες επιτυχίες, που μέχρι και σήμερα τις θεωρούμε ανεπανάληπτες.

Μερικές από αυτές είναι «Πέντε λεπτά από την Ομόνοια», «Ο Κλέαρχος η Μαρίνα και ο κοντός», «Οι γαμπροί της Ευτυχίας», «Ο Τηλέμαχος τρύπωσε» κ.α.

Αργότερα που διαλύθηκε αυτός ο θίασος, η πορεία των επιτυχιών του Ρίζου δεν σταμάτησε. Συνεργάστηκε με αξιόλογο ονόματα όπως ‘’Μάρω Κοντού’’, ‘’Λάμπρο Κωνσταντάρα’’, ‘’Μαίρη Χρονοπούλου’’, ‘’Άννα Φόνσου’’ κ.α. σε έργα όπως «Ο Στρατής παραστράτησε», «Η Κόμισσα της φάμπρικας», «Κάτι κουρασμένα παλικάρια» κ.α.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 όταν εκείνος ήταν κιόλας πρωταγωνιστής, ερωτεύτηκε πάρα πολύ μια όμορφη χορεύτρια, με την οποία παντρεύτηκε και έμειναν μαζί μέχρι και τον θάνατο του. Αυτή η όμορφη χορεύτρια δεν ήταν άλλη από την γνωστή μας αξιολάτρευτη Έλσα Ρίζου. Η αγάπη τους ήταν δυνατή και αναλλοίωτη στον χρόνο. Έζησαν σαράντα χρόνια μαζί και η ίδια η Έλσα Ρίζου λέει ότι ακόμα δεν έχει ξεπεράσει την απώλεια του αγαπημένου της συντρόφου.  Μαζί απέκτησαν και ένα γιο, ο οποίος δεν ακολούθησε τα χνάρια των γονιών του και έγινε μηχανικός αεροσκαφών. Βέβαια ο Ρίζος ήθελε πολύ ο γιός του να γίνει γιατρός, όμως εκείνος ακολούθησε εκείνο που ήθελε, όπως ακριβώς και ο πατέρας του το θέατρο.

Παρόλο όμως που ποτέ του δεν είχε δώσει δικαιώματα, ο Νίκος Ρίζος είχε την φήμη του γυναικοκατακτητή, αφού μεγάλη μερίδα γυναικών τον θαύμαζε και του έδειχναν την αγάπη τους, με τον ενθουσιασμό τους.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 έκανε την μεγαλύτερη επιτυχία του στην τηλεόραση, σ’ ένα έργο του Κώστα Πρετεντέρη ο «Δρόμος», που έπαιζε μαζί με την Μάρθα Καραγιάννη.

Την δεκαετία του ’80 έπαιξε και σε πολλές βιντεοκασέτες, οι ο οποίες μπορεί να ήταν φθηνές παραγωγές, όμως ο Ρίζος δεν γινόταν σαν μύθος του Ελληνικού Κινηματογράφου, να μην έκανε και εκεί μεγάλη επιτυχία.

Μέχρι και το 1999 που έφυγε από την ζωή, ο Νίκος Ρίζος δεν σταμάτησε να πρωταγωνιστεί, να είναι θεατρικός επιχειρηματία και να σκορπάει άπλετα χαμόγελα και χαρά στο κοινό που τον παρακολουθούσε και τον αγαπούσε ιδιαίτερα. Οι ταινίες στις οποίες συμμετείχε ήταν γύρω στις 300 και με το ιδιαίτερο χιούμορ του, μπορούσε να ενσαρκώνει με ευκολία, όλους τους χαρακτηριστικούς τύπους του Έλληνα

Ήταν πολύ εργατικός, είχε απίστευτο ταπεραμέντο, πολύ υπομονή και εκμεταλλευόταν αυτή του την ‘’ιδιαιτερότητα’’, προσθέτοντας πολλά χαρακτηριστικά του αναστήματος του. Δεν είχε ποτέ κόμπλεξ για το ύψος του, γι’ αυτό και πάντα ήθελε να έχει δίπλα του ψηλές γοητευτικές γυναίκες (Σπεράντζα Βρανά, Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Έλσα Ρίζου κ.α.), ώστε να δείχνει σε όλους μας περίτρανα, πόσο πραγματικός ‘’Γίγας’’ ήταν.

Πολύ τρυφερός και καλοσυνάτος, του άρεσε να πηγαίνει στα γυρίσματα με λουλούδια και σοκολάτες και να τα προσφέρει στις συναδέλφους του. Με την Δέσποινα Στυλιανοπούλου ήταν πολύ συχνά ζευγάρι και ο ίδιος πάντα έλεγε ότι έχει δυο γυναίκες. Μια την Έλσα στη ζωή του εκτός θεάτρου και μια την Δέσποινα στον κινηματογράφο.

Σε όλες του τις δουλειές και κυρίως της επιχειρηματικές, ήταν δίκαιος και ήξερε πάντα που θα μπει ο κάθε ηθοποιός στο κάθε έργο. Δεν είχε διστάσει να παίξει εκείνος δεύτερο ρόλο, αφού έπρεπε να μπει κάποιος άλλος πρωταγωνιστής. Επίσης δεν χαριζόταν και εύκολα όταν γινόταν κάποιο λάθος. Μια φορά που η γυναίκα του ήταν να βγει στη σκηνή, αλλά εκείνη είχε πιάσει την κουβέντα με μια άλλη ηθοποιό και άργησε λίγο να ανέβει στη σκηνή, ο Ρίζος της έκοψε πρόστιμο, ώστε να μην γίνει ξανά, γιατί ήθελε πάντα όλοι να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους.

Το 1998 λίγο πριν φύγει για την γειτονιά των αγγέλων, έπαιξε σε μια δραματική σειρά, όπου μπόρεσε να δείξει έστω και στο τέλος, το μέγεθος του ταλέντου του, αφού μόνο στο ξεκίνημα της καριέρας του είχε δείξει ένα μικρό δείγμα ότι δεν είναι μόνο κωμικός, αλλά μπορεί να πείσει το ίδιο καλά και σε δραματικούς ρόλους. Η σειρά αυτή λεγόταν «Η αίθουσα του θρόνου» και Ρίζος ενσάρκωνε τον ρόλο του Δημάρχου.

Στις 20 Απριλίου 1999 και σε ηλικία περίπου 74 έπαθε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και ενώ μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο, η κατάσταση του ήταν τόσο σοβαρή που δεν μπόρεσε να επανέλθει. Έτσι έφυγε από την ζωή, με πνευμονικό οίδημα και η κηδεία του έγινε στο Α’ Νεκροταφείο και ο κόσμος που πήγε να του πει το τελευταίο αντίο, ήταν πάρα πολύς.

Τα διδάγματα που μας δίνει ο Νίκος Ρίζος, είναι να μην ντρεπόμαστε, φοβόμαστε, αγωνιούμε, γι’ αυτό που είμαστε. Ο καθένας μας είναι ξεχωριστός, με τις δικές του χάρες, που δεν μπορούν να συγκριθούν με τους άλλους. Και αν σε κάποιους δεν αρέσουμε για κάποιο λόγο, δεν πρέπει να το βάζουμε ποτέ κάτω, γιατί αυτοί οι κάποιοι ίσως είναι πολύ λιγότεροι μας και το δικό τους κόμπλεξ το βγάζουν σ’ εμάς. Σ’ ευχαριστούμε για όλα όσα μας έδειξες και μας δίδαξες, ανεπανάληπτε Γίγαντα.

 

Αναδημοσίευση άρθρου απο το:

http://www.epaggelmagynaika.gr/

Επεξεργασία ηθοποιών


Επεξεργασία παρασκηνίου

Σχόλια
Loading...