Μιχάλης Νικολινάκος: Ο σεμνός ζεν πρεμιέ και αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, από το μπλόκο της Κοκκινιάς στη μεγάλη οθόνη

Ο Μιχάλης Νικολινάκος το 1944 ήταν μόλις 21 ετών, και ήταν ήδη ένας καταξιωμένος ζωγράφος, σκιτσογράφος, εικονογράφος βιβλίων και περιοδικών, δημιουργός εξωφύλλων, πορτρέτων και κάθε είδους εικαστικής δουλειάς.

Στείλε μας το δικό σου άρθρο!!!

Με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, θέλησε να καταταχτεί εθελοντής, κι επειδή η ηλικία του ήταν απαγορευτική για κάτι τέτοιο, τελικά βρέθηκε να πολεμάει την ιταλική βία με τον δικό του τρόπο, με την πένα του και τις γελοιογραφίες του στο σατιρικό φύλλο ‘Εξόρμησις’. Είχε παρατήσει την Ανωτάτη Εμπορική για την Αρχιτεκτονική, και ήταν βασικός συνεργάτης της ‘Φιλολογικής Πρωτοχρονιάς’, με ιδιαίτερο ταλέντο στις προσωπογραφίες και στις φυσιογνωμιστικές απεικονίσεις. Το ταλέντο αυτό, όμως, δεν το κρατούσε μόνο για τα νόμιμα έντυπα, αλλά το χρησιμοποιούσε και για τα παράνομα έντυπα της Αντίστασης.

Σκίτσο του 1943. Πορτρέτα των φίλων του ποιητών Κακναβάτου και Παπαδίτσα, για τα εξώφυλλα των ποιητικών συλλογών τους. Τα κολλούσαν με το χέρι. Πηγή Αυγή.

Σκίτσο του 1943. Πορτρέτα των φίλων του ποιητών Κακναβάτου και Παπαδίτσα, για τα εξώφυλλα των ποιητικών συλλογών τους. Τα κολλούσαν με το χέρι. .

Αργότερα, και ενώ εργαζόταν για τις εφημερίδες ‘Ασύρματος’, ‘Ελληνικό Μέλλον’, ‘Κοινωνία’ κ.ά., βρέθηκε οργανωμένος στο ΕΑΜ, όπως και άλλοι πολλοί καλλιτέχνες και διανοούμενοι του προπολεμικού ‘Φιλολογικού Συλλόγου’ του Πειραιά.

Ηταν δοσμένος στον αγώνα ενάντια στον κατακτητή, πότε φτιάχνοντας ο ίδιος του αφίσες και έντυπα, τα οποία ο ίδιος έβγαινε να τα κολλήσει στους τοίχους, και πότε με τον κουβά και το πινέλο, ανεβασμένος στους ώμους κάποιου συναγωνιστή του, προτιμούσε τα υψηλότερα σημεία για να γράφει συνθήματα και να ζωγραφίζει τοιχογραφίες, ώστε να μην μπορούν εύκολα οι κατακτητές να τα σβήνουν.

Το ταλέντο του πολυσύνθετου καλλιτέχνη ξεδιπλώθηκε και αργότερα, όταν σε συνθήκες ελευθερίας μπορούσε να ασχοληθεί με εξώφυλλα βιβλίων, αφίσες για κινηματογραφικές ταινίες, γελοιογραφία αλλά και κόμικ, επιστημονικό σχέδιο σε εγκυκλοπαίδειες όπως ο ‘Ηλιος’, μέχρι και σκηνογραφία στο θέατρο. Λίγο αργότερα, εισήχθη στην Σχολή Καλών Τεχνών, όπου πήρε πτυχίο Ζωγράφου και Καθηγητή των Τεχνικών σε 3,5 χρόνια.

Κινηματογραφική αφίσα με γελοιογραφίες των πρωταγωνιστών, έργο του Μιχάλη Νικολινάκου. Πηγή Ταινιοθήκη της Ελλάδας

Κινηματογραφική αφίσα με γελοιογραφίες των πρωταγωνιστών, έργο του Μιχάλη Νικολινάκου.

Ομως, ο Μιχάλης Νικολινάκος είναι γνωστός στο πλατύ κοινό, κυρίως, από τους κινηματογραφικούς του ρόλους. Ζεν πρεμιέ, με πλήθος θαυμαστριών και με εξώφυλλα στα περιοδικά. Είναι ‘Ο άνθρωπος του τρένου’ και ο βασικός χαρακτήρας στο ‘Εγκλημα στο Κολωνάκι’.

Με την Ελλη Λαμπέτη

Με την Ελλη Λαμπέτη

Τώρα που τον αναγνωρίσαμε όλοι, ας δούμε τα απίστευτα παιχνίδια της τύχης. Ο Μιχάλης Νικολινάκος ήταν, επίσης, ο βασικός χαρακτήρας στην ταινία του 1959 του Δημήτρη Ιωαννόπουλου ‘Στρατιώτες δίχως στολή‘. Μια τυπική, αντιγερμανική (ας την πούμε έτσι) ταινία με θέμα από την Κατοχή, του είδους εκείνου των ταινιών που γυρίζονταν κυρίως τα χρόνια 1950-1967, με όλα τα πασίγνωστα ευρήματα:

Η αντίσταση στους κατακτητές γίνεται κυρίως με σαμποτάζ μικρών «αστικών» ομάδων με τη συμμετοχή αξιωματικών από τη Μέση Ανατολή, χωρίς την παραμικρή αναφορά στο αντάρτικο ή στο λαϊκό κίνημα. Η γυναίκα που έχει σχέσεις με τους κατακτητές και τα όργανά τους για να τους αποσπά μυστικά τα οποία δίνει στην αντιστασιακή της ομάδα. Οι δωσίλογοι και οι προδότες είναι μισητά, ανήθικα πρόσωπα χωρίς συνείδηση κ.ο.κ.

Στην πρώτη σκηνή του φιλμ, ο χαρακτήρας του Νικολινάκου ξεφεύγει από ένα γερμανικό μπλόκο, την στιγμή που μεταφέρει μυστικά σήματα από τον ασύρματο, και για να γλιτώσει, βρίσκει καταφύγιο χάρη σε μια κοπέλα (Ξένια Καλογεροπούλου) με την οποία θα πλεχτεί ένα ειδύλλιο. Τυπικότατα, όλα, σωστά;;;


Με την εξής διαφορά, όμως: Στην ταινία, ο Νικολινάκος παίζει στην πραγματικότητα τον εαυτό του, και αυτά που στ’ αλήθεια του συνέβησαν στην Κατοχή, μόνο που η πραγματικότητα, όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια, είναι χίλιες φορές πιο συγκλονιστική και πιο, επιτρέψτε μας, πιο θεαματική.

Ας γυρίσουμε 15 χρόνια πίσω. Το βράδι της 16ης Αυγούστου 1944, ο Μιχάλης Νικολινάκος, έχοντας τελειώσει κάποιες αντιστασιακές δουλειές, κατευθύνεται προς τη Νίκαια. Κάποιος γνωστός του τον έχει ενημερώσει πως πολύ σύντομα, κάποιο μεγάλο κακό θα γίνει στην περιοχή, -«Κοκκινιά καπούτ» είχε πει ένας Γερμανός. Ετσι ο Μιχάλης Νικολινάκος αποφασίζει να περάσει τη νύχτα στο σπίτι ενός ζευγαριού ηλικιωμένων μελών του ΕΑΜ.

Στο σπίτι αυτό, στην περιοχή Περιβολάκι, ο ήρωας μας είχε φιλοξενηθεί κι άλλες φορές, πάντοτε με τον φόβο και την αγωνία της σύλληψης. Προτού να φέξει, άρχισαν να ακούγονται φωνές, τρεχαλητά και πυροβολισμοί. Η συνοικία είχε κυκλωθεί από Γερμανούς, ταγματασφαλήτες και χωροφύλακες.

Σύμφωνα με την αφήγηση του αγωνιστή Ευστράτιου Ευστρατιάδη στο βιβλίο του, οι Γερμανοί έψαχναν πολύ στοχευμένα δύο πολύ συγκεκριμένα άτομα. Τόσο στοχευμένα, ώστε είχαν μοιράσει τις φωτογραφίες τους στους Γερμανοτσολιάδες, σε μέγεθος καρτ-ποστάλ, και με αυτές στο χέρι περιδιάβαιναν τις γειτονιές και τα δρομάκια, μαζί με το κάλεσμα να παρουσιαστούν όλοι οι άντρες 15-60 ετών στην Πλατεία της Οσίας Ξένης:

Αναγνωρίζετε κάποιο από αυτά τα δύο καθάρματα;;; Πείτε μας που κρύβονται. Οποιος τους κρύβει θα τιμωρείται επί τόπου.

Ο ένας από τους δύο καταζητούμενους ήταν ο Μιχάλης Νικολινάκος. Εκανε να φύγει, με κατεύθυνση προς το Σχιστό, αλλά βλέποντας και ακούγοντας σε όλες τις διασταυρώσεις τσολιάδες και Ναζί, ξαναγύρισε στο σπιτάκι με την αυλή. Περπατώντας πάνω-κάτω και ψάχνοντας μια λύση, είτε να κρυφτεί σε υπόγειο, είτε σε σοφίτα, είτε οπουδήποτε, πρόσεξε στην άκρη της αυλής ένα κομμάτι σκαμμένης γης, σκεπασμένο με παλιόξυλα και χόρτα.

Είναι ξεροπήγαδο, του είπε ο άντρας της κυρίας Ελένης. Το είχαμε σκάψει όταν η Νίκαια δεν είχε νερό.

Πλησίασε και είδε πράγματι μια τρύπα με διάμετρο 1,30 μέτρα και βάθος 10 μέτρα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, είπε στο ζευγάρι να το σκεπάσουν όταν θα κατέβαινε, αλλά να αφήσουν μια χαραμάδα να μπαίνει λίγο φως και λίγος αέρας, και άρχισε να το κατεβαίνει, πατώντας στις προεξοχές από την ξερολιθιά που υπήρχαν στα τοιχώματα του πηγαδιού.

Οταν έφτασε στον πάτο, βρήκε πηχτή λάσπη. Μια είδηση, όμως, τον αναστάτωσε και πάλι. Του είπαν από πάνω ότι οι Γερμανοί και οι τ/αλήτες, γυρίζοντας στα σπίτια, όπου βρίσκουν πηγάδι, πετάνε κι από μια χειροβομβίδα μέσα, με το σκεπτικό μην τυχόν έχει τολμήσει κανένας να κρυφτεί εκεί μέσα.

Μην έχοντας καμία άλλη δυνατότητα, είδε δεξιά κι αριστερά του πυθμένα, δυο λαγούμια που σχηματίζονταν από τη ροή παλαιότερα του νερού. Το ένα από τα δύο λαγούμια μπορούσε να τον χωρέσει με λίγη βία, και πράγματι, κουλουριάστηκε, έσυρε το σώμα του και τα χέρια του μέσα στην οριζόντια τρύπα, αφού πρώτα μάζεψε όση λάσπη μπορούσε μπροστά του και γύρω του, ώστε να υπάρχει κάποια ελάχιστη κάλυψη σε περίπτωση ρίψης χειροβομβίδας. Και έμεινε εκεί, με το σώμα του επάνω στον στριμωγμένο βραχίονα του, επί πόλλές ώρες, μέχρι που άρχισε να βραδιάζει …

Οταν το φως της μέρας λιγόστεψε πολύ, φωνές χαράς και γέλια ακούστηκαν στο στόμιο του πηγαδιού. Οι Γερμανοί και οι εθνοπροδότες είχαν φύγει και οι δρόμοι ήταν ελεύθεροι. Μπορούσε να βγει. Μόνο που δεν ένιωθε καθόλου τα δάχτυλά του. Ηταν ξυλιασμένα, μουδιασμένα, ανίκανα να κινηθούν, και το ίδιο βαρύ σαν μολύβι ένιωθε και το μπράτσο του και ολόκληρο το χέρι.

Φώναξε πως χρειαζόταν ένα σχοινί, και ο άντρας του σπιτιού, παλιός ναυτικός, αμέσως βρήκε έναν παλιό κάβο, φώναξε και ανθρώπους της γειτονιάς, και όλοι μαζί σε μια υπερπροσπάθεια, κατάφερα να τραβήξουν το Μιχάλη επάνω στην επιφάνεια. Αμέσως, πολλά χέρια τον έπιασαν, τον σήκωσαν στα χέρια, και τον πήγαν στο κρεβάτι, όπου όλοι μαζί άρχισαν να του τρίβουν τα άκρα, για να ξεμουδιάσουν και να επανέλθουν.

Ο Μιχάλης Νικολινάκος, όπως είπαμε, έπαιξε σε αρκετές ταινίες μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Σταμάτησε να εμφανίζεται εκεί γύρω στην αρχή της χούντας, αμέσως μετά το τέλος των γυρισμάτων της ταινίας ‘Μπροστά στην αγχόνη’ του Κώστα Ασημακόπουλου, που είχε θέμα τους αγώνες στην Κύπρο. Εκανε μία ακόμη εμφάνιση, το 1973, σε ένα αυτοτελές επεισόδιο μιας σειράς της τηλεόρασης με τίτλο ‘Ποιος είναι ο ένοχος’, και δεν στάθηκε ποτέ ξανά μπροστά από την κάμερα.

Οπως είδαμε, η πραγματική του ιστορία είναι χίλιες φορές πιο συγκλονιστική από την σκηνή στην ταινία ‘Στρατιώτες δίχως στολή’. Αλλωστε, δεν ήταν η μοναδική φορά που έπαιξε τον αγωνιστή της Αντίστασης. Παρόμοιο ρόλο είχε και σε άλλες ταινίες, όπως π,χ, στον ‘Ανθρωπο του τρένου’ και στον ‘Ξένο της νύχτας’.

Είπαμε «ποτέ (δεν στάθηκε ξανά μπροστά από την κάμερα)». Αυτό δεν είναι ακριβές. Το 1983, όταν ο Διονύσης Γρηγοράτος γύριζε το φιλμ για το Μπλόκο της Κοκκινιάς, ο Μιχάλης Νικολινάκος εμφανίστηκε εκεί, στα τελευταία λεπτά. Με έναν κουβά κι ένα πινέλο, έδειξε μπροστά στην κάμερα πως έγραφαν τα συνθήματα στους τοίχους, και στη συνέχεια διάβασε ένα συγκλονιστικό ποίημα για το μπλόκο της Κοκκινιάς, και θυμήθηκε τι έκανε η ομάδα του την επόμενη μέρα.

 

Διονύσης Γρηγοράτος – Το μπλόκο της Κοκκινιάς

 

Σημείωση Α (Happy End)

Στις ταινίες, συνήθως ο καλός το παίρνει το κορίτσι. Στην ταινία ‘Στρατιώτες δίχως στολή’, δυστυχώς η Ξένια Καλογεροπούλου πεθαίνει για να βοηθήσει τους πατριώτες στο αντιστασιακό τους έργο.
Στην πραγματική ζωή, πάλι, ο Μιχάλης Νικολινάκος, αν και δεν μίλησε σχεδόν ποτέ για την δική του περιπέτεια τη μέρα του μπλόκου, εκτός από μια συνέντευξή του στην τοπική εφημερίδα ‘Νίκη’ της Νίκαιας, το 1982, έζησε κάτι πολύ πιο συγκλονιστικό. Βλέπετε, ένα από τα πρόσωπα εκείνα που του έτριβαν τα χέρια όταν βγήκε ξυλιασμένος από το πηγάδι, ήταν η κατοπινή σύντροφος, σύζυγος και μητέρα του παιδιού του. Καταπληκτικό, σωστά; -«Σαν ταινία», θα έλεγε κανείς.

Σημείωση Β

Για την ταινία ‘Στρατιώτες δίχως στολή’, θα έλεγε κανείς, ότι δεν πρόκειται για ταινία με ιδιαίτερα χαρίσματα. Είναι τυπική του είδους. Οποιος ενδιαφέρεται πραγματικά για το ζήτημα ‘Κατοχή και Αντίσταση στον ελληνικό κινηματογράφο’, θα πρέπει να διαβάσει το βιβλίο του γνώστη Γιώργου Ανδρίτσου με τον ίδιο τίτλο ‘Κατοχή και Αντίσταση στον ελληνικό κινηματογράφο 1945-1966, εκδόσεις Αιγόκερως, 2004. Πρόκειται για βιβλίο πολυεργαλείο-ελβετικός σουγιάς, όταν κάποιος θέλει, εκτός από το να παρακολουθήσει μια ταινία για ψυχαγωγικούς λόγους, να εμβαθύνει και να καταλάβει καλύτερα τι ακριβώς δείχνει η οθόνη. Να φανταστείτε, το αντίτυπο που είχαμε να περιφέρεται στο γραφείο, (καθώς ποτέ δεν το βάλαμε στο ράφι επάνω της βιβλιοθήκης, διότι όλο και μας χρειάζονταν κάποια στιγμή για να ανατρέξουμε να βρούμε πληροφορίες για την ταινία που έδειχνε εκείνη την στιγμή η τηλεόραση), μας το έκαναν … κατάσχεση τα αγαπημένα μας πρόσωπα της νεότερης γενιάς μας, αφού με αυτό το βιβλίο τους δημιουργήθηκε το ενδιαφέρον για την Ιστορίας της Κατοχής και της Αντίστασης, με τη βοήθεια, ασφαλώς, της κινηματογραφικής ψυχαγωγίας πάντοτε, κι έτσι αναγκαστήκαμε να αγοράσουμε και δεύτερο αντίτυπο!

Στο βιβλίο αυτό, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα σημείωση για την ταινία που συζητάμε. Ο συγγραφέας μιλάει για ένα «φευγαλέο πλάνο» στο οποίο η κάμερα δείχνει τα συνθήματα στον τοίχο απέναντι από την γερμανική κομαντατούρ. Λέει για δύο συνθήματα, ‘Ζήτω η Ελευθερία‘ και ‘Θάνατος στους Ούννους‘, με την υπογραφή ‘ΕΔΕΣ‘. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, κατά τον συγγραφέα, καθώς είναι η μοναδική φορά που ανταρτική οργάνωση, έστω και αντιΕΑΜική ονοματίζεται ρητώς σε ταινία του ελληνικού κινηματογραφικού, πριν το 1967, εννοείται. Ο Γιώργος Ανδρίτσος υποστηρίζει ότι η αναφορά στον ΕΔΕΣ στα πλαίσια της εποχής εκείνης, αγκαλιάζει όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις, μαζί και το ΕΑΜ.
Πρόκειται για σημαντική πτυχή, αναμφισβήτητα. Δεν μπορούμε να θυμηθούμε άλλη παρόμοια αναφορά σε αντιστασιακή οργάνωση, με τ’ όνομά της, πριν το 1967. Μόνο που υπάρχει μια διαφορά (ή δύο) επάνω στην παρατήρηση αυτή. Αρχικά, όπως μπορούμε να δούμε στο ενσταντανέ από την ταινία, στο 17.22, βλέπουμε όντως τα δύο συνθήματα, όμως το δεύτερο έχει τη δική του υπογραφή, αυτό το ‘ΙΤ‘, που μάλλον σημαίνει ‘Ιερά Ταξιαρχία‘, δηλαδή η οργάνωση του Στρατηγού Αλέξανδρου Παπάγου.

 

Δεν μπορούμε να φανταστούμε που οφείλεται αυτή η σημαντική -πιστεύουμε- παράλειψη. Ισως η εξήγηση να είναι εκείνο το «φευγαλέα» του συγγραφέα, καθώς ο θεατής μπορεί να δει ότι τα συνθήματα φαίνονται στην κάμερα για 15-20 δευτερόλεπτα συνολικά, σε δύο διαφορετικά πλάνα, ένα που ξεκινάει στο 15.54 κι ένα δεύτερο που ξεκινάει στο 17.22.
Να υπήρχε, άραγε, κόπια της ταινίας στην οποία η πρώτη σκηνή, εκεί που φαίνεται καθαρά το ‘ΕΑΜ’, να είχε κοπεί από το μοντάζ; Και αυτήν την κόπια να είδε ο συγγραφέας, εστιάζοντας μόνο στο ‘ΕΔΕΣ’ που διακρίνεται; Ποιος ξέρει -εμείς θα ρωτήσουμε κι αν μάθουμε τίποτα, θα το γράψουμε στα σχόλια.

Σημείωση Γ

Ξαναγυρίζουμε στην αφήγηση του Μιχάλη Νικολινάκου, την ημέρα του μπλόκου. Οταν νύχτωσε για τα καλά, ο Μιχάλης έπρεπε να ψάξει για άλλο κατάλυμα για να περάσει τη νύχτα. Προχωρώντας, έφτασε στην οδό Κυδωνιών (σημερινή Πέτρου Ράλλη) και έστριψε στην οδό Κονδύλη (σημερινή 7ης Μαρτίου). Εκεί υπήρχε ο κινηματογράφος ‘Αλφα’, που σήμερα είναι σούπερ-μάρκετ.

Ο Μιχάλης βρισκόταν σε δίλημμα, αν θα έπρεπε να πάει στο φιλικό σπίτι που είχε στο νου του, καθώς εκείνη τη νύχτα, όλα τα σπίτια θρηνούσαν τους νεκρούς του μπλόκου, και δεν ήθελε να τους φορτώσει με παραπάνω έννοιες. Βαδίζοντας με τις σκέψεις αυτές, η ματιά του έπεσε στο πίσω μέρος του κινηματογράφου.

Εκεί υπήρχαν διάφορα ανταλλακτικά, χαλασμένα αυτοκίνητα και εξοπλισμός του κινηματογράφου, μηχανές προβολής και άλλα τέτοια μηχανήματα. Αρχισε να τα περιεργάζεται, ώσπου πήρε την απόφαση να περάσει εκεί τη νύχτα. Ανέβηκε σε ένα χαλασμένο φορτηγό χωρίς λάστιχα, κι εκεί, επάνω στο μπράτσο του, τον πήρε ο ύπνος, ενώ από παντού γύρω ακουγόταν θρήνοι για τα αδικοχαμένα παλικάρια.

Σχεδόν δύο μήνες αργότερα, στις 12 Οκτωβρίου του 1944, οι Γερμανοί έφευγαν. Γνωρίζουμε όλοι για την μάχη της Ηλεκτρικής, όταν ο ΕΛΑΣ απώθησε τους Ναζί που ήθελαν να ανατινάξουν τον σταθμό. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Δημήτρη Λιάτσου στο βιβλίο του για το μπλόκο, ο Μιχάλης ήταν εκεί παρών. Μαζί με έναν Αρμένιο αγωνιστή, τον Πωλ Φαρατζιάν, που αργότερα θα τον βρούμε οπερατέρ (τεχνικό, φωτιστή ή κάτι παρόμοιο) σε ταινίες του Γρηγόρη Γρηγορίου, οι δυο Κοκκινιώτες κινηματογράφησαν τη μάχη.

Η ταινία, σύμφωνα με την εφημερίδα ‘Η Κοκκινιά μας’, 14/10/1945, παίχτηκε τον επόμενο χρόνο σε κινηματογράφους της απελευθερωμένης Αθήνας, αλλά δυστυχώς, με το ανώμαλο καθεστώς που ακολούθησε, καταστράφηκε και δεν σώθηκε καμία κόπια. Λέτε η μηχανή με την οποία έγινε η λήψη της, να ήταν από εκείνα τα χαλασμένα μηχανήματα στην πίσω αυλή του σινεμά ‘Αλφα’;

Αναδημοσίευση άρθρου απο το xyzcontagion.wordpress.com

Επεξεργασία ηθοποιών


Επεξεργασία παρασκηνίου

Σχόλια
Loading...