Μαυρογιαλούρος, Φερέκης και Καλοχαιρέτας: Οι βουλευτές του Ελληνικού Κινηματογράφου που έγραψαν την δική τους ιστορία

Oι πελατειακές σχέσεις των ελλήνων πολιτικών με τους ψηφοφόρους τους δεν είναι φαινόμενο των χρόνων της κρίσης, ούτε καν φαινόμενο της μεταπολίτευσης, όπως ίσως να πιστεύουν μερικοί. Πρόκειται για μια διαχρονική κατάσταση που ταλαιπωρεί το ελληνικό κράτος από την ίδρυσή του.

Φυσικά δεν πρόκειται για ελληνικό φαινόμενο – αφού και σε άλλες χώρες παρατηρείται -, ωστόσο μόνο στη χώρα μας έλαβε τόση έκταση και διέβρωσε κάθε ικμάδα υγιούς σκέψης του Έλληνα πολίτη.

Και πέραν πάσης αμφιβολίας, αποτέλεσε έναν μεγάλο κρίκο στην αλυσίδα των παθογενειών που οδήγησαν την χώρα στην χρεοκοπία των τελευταίων χρόνων. Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Σας λέει κάτι το επώνυμο «Φερέκης»; Μήπως το «Καλοχαιρέτας»; Εάν όχι, σίγουρα πάντως το επώνυμο «Μαυρογιαλούρος» δεν θα το ακούτε για πρώτη φορά, ακόμα και εάν δεν είστε φαν του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.

Και τα τρία αυτά επώνυμα αφορούν επώνυμα… βουλευτών του ελληνικού κοινοβουλίου, όπως αποτυπώθηκαν στην κινηματογραφική οθόνη των ελληνικών ταινιών της δεκαετίας του 50’ και του 60’.

Ο βουλευτής Φερέκης και η υπόθεση «Πατατιά»!

Το μεν πρώτο αφορά στον βουλευτή Θεόφιλο Φερέκη, ρόλο που ενσάρκωσε ο Παντελής Ζερβός στην ταινία «Ζητείται Ψεύτης» του 1961, παραγωγής Finos Film, στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Ντίνος Ηλιόπουλος, στο ρόλο του Ψευτοθόδωρου, του ιδιαίτερου γραμματέως του βουλευτή Φερέκη, που είχε ταλέντο στα ψέματα και στο να γεμίζει ψεύτικες υποσχέσεις τους ψηφοφόρους του τελευταίου.

Η ταινία ήταν βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Δημήτρη Ψαθά και παράλληλα η πρώτη που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Δαλιανίδης στη μακρόχρονη συνεργασία του με την Finos Film. Σύμφωνα με την υπόθεση, ο Θεόδωρος Πάρλας ή Ψευτοθόδωρος, δηλώνει επαγγελματίας… ψεύτης και έρχεται από το χωριό του στην Αθήνα για δουλειά.

Μια τυχαία συμπλοκή στο λεωφορείο και μια γροθιά που θα δώσει σε έναν επιβάτη θα του ανοίξουν διάπλατα τον δρόμο για μια λαμπρή καριέρα ως ιδιαιτέρου του βουλευτή Θεόφιλου Φερέκη.

Η καριέρα αυτή όμως στηρίζεται στα ασύστολα και κραυγαλέα ψέματα, τα οποία σκαρφίζεται προκειμένου να δικαιολογεί τις απραγματοποίητες και εν τέλει ανεδαφικές υποσχέσεις του βουλευτή προς τους ψηφοφόρους του.

Φυσικά, στο τέλος τα ψέματα γίνονται τόσο πολλά, που δυσκολεύουν πλέον την διάκρισή τους από την αλήθεια και όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, το τέλος δεν είναι καλό.

Ακολουθήστε μας στο Facebook.
Ακολουθήστε μας στο Facebook.

Το δυνατό σημείο της ταινίας είναι το εξαιρετικό καστ, το οποίο εκτός από τους Ηλιόπουλο-Ζερβό, αποτελούσαν οι Άννα Κυριακού, Μάρθα Καραγιάννη, Θανάσης Βέγγος, Περικλής Χριστοφορίδης, Πόπη Λάζου, Άγγελος Μαυρόπουλος κ.α.

Η ταινία έκοψε 69.451 εισιτήρια κατά την πρώτη της προβολή στους κινηματογράφους της Αθήνας και του Πειραιά, κατατασσόμενη στην 6η θέση ανάμεσα στις 58 ταινίες της περιόδου 1960–61.

Στα αξιοσημείωτα της ταινίας ήταν το γεγονός ότι αποτέλεσε συμπαραγωγή της Finos Film και του Κλέαρχου Κονιτσιώτη, «αντίπαλον δέος» του Φίνου, ανταγωνιστή, αλλά πάντα καλού του φίλου (άλλες εποχές, άλλα ήθη…).

Η ταινία «Ζητείται ψεύτης» αποτελεί μια από τις πλέον ευχάριστες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, από την άλλη όμως, μέσα από τις υπερβολές των καταστάσεων, προκαλεί μελαγχολία και θλίψη όταν κανείς σκέφτεται ότι από τότε πέρασαν 55 χρόνια και τίποτα δεν άλλαξε στα ήθη και τις νοοτροπίες του Έλληνα, ο οποίος πάντα θέλει το ρουσφετάκι του από τον βουλευτή που ψηφίζει.

Ακόμα και σήμερα, στα χρόνια της χρεοκοπίας…

«Ετελείωσε!»

Ένας ακόμα βουλευτής του ελληνικού κινηματογράφου ήταν ο βουλευτής Καλοχαιρέτας, «εμπνευστής» της θρυλικής πλέον ατάκας «Ετελείωσε!», την οποία ο ίδιος χρησιμοποιούσε σε κάθε ευκαιρία που ήθελε να πείσει τους ψηφοφόρους του ότι το ρουσφετάκι που του ζητούσαν θα υλοποιούνταν.

Ο ρόλος του βουλευτή Καλοχαιρέτα εμφανίστηκε στην ελληνική ταινία «Στουρνάρα 288», η οποία γυρίστηκε το 1959, αποτελώντας διασκευή του θεατρικού έργου «Φτώχεια και αριστοκρατία» των Μίμη Τραϊφόρου και Δ. Βασιλειάδη.

Η ταινία ήταν σπονδυλωτή και αποτέλεσε μια από τις χαρακτηριστικότερες ηθογραφίες της εποχής.

Μέσα από την αφήγηση-ματιά ενός ενοίκου (Ντίνος Ηλιόπουλος) μιας πολυκατοικίας στην οδό Στουρνάρα 288, βλέπουμε τις καθημερινές ιστορίες των ανθρώπων που κατοικούν στη μεγαλούπολη, τα προβλήματά τους, τις κωμικές καταστάσεις, τα ευτράπελα και τους έρωτές τους.

Μια σειρά από μικρές ιστορίες, με πρωταγωνιστές μεγάλα ονόματα του ελληνικού κινηματογράφου πλαισιώνουν την κεντρική ιστορία της ανιψιάς (Βούλα Χαριλάου) του θυρωρού (Ορέστης Μακρής), που είναι ερωτευμένη με τον κακομαθημένο γιο (Νίκος Καζής) του ιδιοκτήτη της πολυκατοικίας (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος). Στην ταινία πρωταγωνιστούν ακόμα η Σμαρούλα Γιούλη, η Σοφία Βέμπο (σε μια εξαιρετικά σπάνια, όσο και μοναδική ερμηνεία της σε ελληνική ταινία), η Μαίρη Χρονοπούλου, η Ντίνα Τριάντη, η Μαρίκα Κρεββατά, η Μπεάτα Ασημακοπούλου, ο Δημήτρης Καλλιβωκάς και πολλοί άλλοι.

Το σενάριο και η σκηνοθεσία ήταν του Ντίνου Δημόπουλου, ενώ παραγωγοί ήταν οι Κλέαρχος Κονιτσιώτης, Ιορδανόγλου Βεν, Βέμπος Γ.

Η ταινία χαρακτηρίστηκε από τους κριτικούς ως «μια πικρή και νοσταλγική ματιά στις αλλοτριωμένες αθηναϊκές γειτονιές».

Συγκρατήστε και μια ακόμα εξαιρετικά εύστοχη κριτική: «Η ταινία, μας αφορά ως θεατές παρά το γεγονός ότι πολλές από τις αξίες που υπερασπίζεται είναι σαφώς αναχρονιστικές.

Ωστόσο η ειλικρινής και απαλλαγμένη από προκαταλήψεις και επικριτική διάθεση, αφηγηματική προσέγγιση, την κάνει συμπαθή ιδιαιτέρως σε ανθρώπους που είναι νοσταλγοί, από θέση, μίας εποχής – όποιας εποχής – που δεν μύριζε καυσαέριο».

Τον βουλετή Καλοχαιρέτα υποδύθηκε ο παλιός κωμικός ηθοποιός Απόστολος Αυδής. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αβδελόπουλος και ήταν γεννημένος στην Πάτρα το 1903.

Είχε σπουδάσει για λίγο Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και αμέσως μετά γράφτηκε στη Σχολή Δοκίμων.

Όμως, τα εγκατέλειψε όλα και βγήκε στο θέατρο το 1929, φοιτώντας στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Μάλιστα ήταν πατέρας, της εξίσου καλής ηθοποιού Ντίας Αβδή.

Ο χαρισματικός Πατρινός καλλιτέχνης, πέθανε σχετικά νέος, το 1960 στην Αθήνα, δηλαδή μόλις έναν χρόνο μετά την προβολή της ταινίας «Στουρνάρα 288». Μπορεί οι κριτικοί της εποχής να χαρακτήριζαν τις αξίες που υπεράσπιζε η ταινία ως αναχρονιστικές, ωστόσο αυτό δεν αφορούσε στο διαχρονικό ρουσφέτι που ζητούσαν οι ψηφοφόροι του Καλοχαιρέτα από τον ίδιο.

Ο τελευταίος είχε κουραστεί από τα διαρκή αιτήματα των ψηφοφόρων του, ωστόσο δεν έλεγε σε κανέναν όχι. Από την άλλη, δεν ασχολιώνταν ουσιαστικά με αυτά, με αποτέλεσμα τα ψέματα που στο τέλος συσσωρεύονταν, να του κάνουν κακό.

Και μπορεί ο Αυδής ως Καλοχαιρέτας να έβγαζε πολύ γέλιο, ωστόσο κατά βάθος, στον συνειδητοποιημένο θεατή, ο ρόλος αυτός προκαλεί θλίψη και απογοήτευση. Ενίοτε και θυμό…

 

«Θα σας…εξαφανίσομεν!»

Ωστόσο σίγουρα, ο πλέον δημοφιλής κινηματοτογραφικός βουλευτής ήταν ο Μαυρογιαλούρος, τον οποίο ενσάρκωσε με τον δικό του μοναδικό τρόπο ο αξέχαστος Λάμπρος Κωνσταντάρας.

Η επιτυχία της ερμηνείας του ήταν τόσο μεγάλη, που η λέξη Μαυρογιαλούρος χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα όταν θέλει κάποιος να αναφερθεί στις ανακολουθίες των πολιτικών. Μάλιστα έχει ακουστεί ως χαρακτηρισμός ακόμα και μέσα στην ελληνική Βουλή, εν μέσω συνεδριάσεων, στο πλαίσιο αντεγκλήσεων των βουλευτών μεταξύ τους!

Ο Μαυρογιαλούρος εμφανίστηκε ως ρόλος σε μια από τις δημοφιλέστερες ελληνικές κωμωδίες του παλιού, ασπρόμαυρου κινηματογράφου, η οποία προβάλλεται πολύ συχνά από τα κανάλια, ιδίως όταν πλησιάζουμε σε εκλογές.

Ο λόγος για την ταινία με τίτλο «Υπάρχει και φιλότιμο», η οποία γυρίστηκε το 1965 από την Finos Film και την Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης, σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου.

Η ερμηνεία του Κωνσταντάρα ανέδειξε τον 52 ετών τότε ηθοποιό, σε έναν από τους σπουδαιότερους κωμικούς της γενιάς του.

Το σενάριο της ταινίας βασίστηκε στο θεατρικό έργο με τίτλο «Ανώμαλη προσγείωση», κωμωδία που έγραψαν ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος.

Η υπόθεση ήταν η εξής: Ο Ανδρέας Μαυρογιαλούρος (Λάμπρος Κωνσταντάρας) είναι υπουργός αρμόδιος επί των δημοσίων έργων.

Με αφορμή την πρόσφατη ανέγερση του νέου μαιευτηρίου στην εκλογική του περιφέρεια, στην θρυλική πλέον Πλατανιά, έχει προγραμματίσει να ταξιδεύσει ως εκεί για μια ομιλία.

Στο ταξίδι αυτό που πραγματοποιείται οδικώς, τον συνοδεύει η κόρη του Αλίκη (Νίκη Λινάρδου), καθώς και ο οδηγός του (Γιώργος Γρηγορίου).

Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, η Αλίκη επιμένει να οδηγήσει εκείνη το αυτοκίνητο, παρόλο που μόλις έχει πάρει το δίπλωμα και δεν είναι καθόλου έμπειρη οδηγός.

Συνέπεια τούτου, οδηγώντας το αυτοκίνητο το ρίχνει σε ένα δένδρο, κοντά στο χωριό Άγρυλος, ενώ τραυματίζονται και οι τρεις τους ελαφρά.

Αμέσως οι χωρικοί σπεύδουν να περιποιηθούν τους τραυματίες, χωρίς να γνωρίζουν την ταυτότητα των ανθρώπων που έχουν απέναντί τους.

Δύο νεαροί χωρικοί, ο Πανάγος (Χάρης Παναγιώτου) και ο Σωτήρης (Χρήστος Δοξαράς) συζητούν με τον υπουργό σχετικά με τις ελλείψεις του χωριού σε υποδομές και υπηρεσίες.

Ετσι, ο υπουργός πληροφορείται για την ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού, για τη διαφθορά που επικρατεί (σας θυμίζει κάτι;), αλλά και για την αντιπάθεια των κατοίκων προς το πρόσωπό του.

Το μεγάλο σοκ ωστόσο το παθαίνει όταν μαθαίνει ότι ο στενός του συνεργάτης Θεόδωρος Γκρούεζας (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος) έχει καταχραστεί δημόσιο χρήμα μέσα από διεφθαρμένες συναλλαγές.

Μετά από όλα αυτά, αποφασίζει να παραιτηθεί από τη θέση του υπουργού, αφού πρώτα επιπλήξει σε έντονο ύφος τους συνεργάτες του.

Κοντά εξήντα χρόνια μετά, μας απασχολούν τα ίδια πράγματα και οι ίδιες καταστάσεις.

Κι αυτό μόνο θλίψη μπορεί να προκαλεί, για μία χώρα που εξακολουθεί να ζει με τις ίδιες θλιβερές νοοτροπίες και να τις «τρέφει στον κόρφο της».

Μαζί με τους παραπάνω ηθοποιούς, στην ταινία πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Ανδρέας Ντούζος, Γιώργος Γαβριηλίδης, Μέλπω Ζαρόκωστα, Μίτση Κωνσταντάρα, Τάκης Χριστοφορίδης, Νικήτας Πλατής κ.α.

Το θεατρικό είχε γραφτεί στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, το 1950, και έκανε πρεμιέρα από το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν με τους τότε πρωταγωνιστές του, Βασίλη Διαμαντόπουλο και Δημήτρη Χατζημάρκο.

Ωστόσο το 1950 το πολιτικό κλίμα ήταν ήδη επιβαρυμένο από τα τεράστια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της χώρας και ένα έργο που τα θύμιζε στους Έλληνες, δεν μπορούσε να περιμένει μεγάλη επιτυχία, έστω κι αν το στήριζαν σπουδαίοι ηθοποιοί, όπως ήταν ο Βασίλης Διαμαντόπουλος.

Το 1965 όμως οι συνθήκες είχαν ωριμάσει ώστε το έργο αυτό να γίνει ευκολότερα αποδεκτό από τους Έλληνες.

΄Εστω κι αν οι πολιτικές συνθήκες ήταν και πάλι άσχημες. Εκείνη τη χρονιά ο Σακελλάριος αποφάσισε να στηρίξει περαιτέρω το έργο αυτό, το πήρε στα χέρια του, το εμπλούτισε με νέα στοιχεία και το έδωσε στον Λάμπρο Κωνσταντάρα.

Ο τελευταίος το ανέβασε με τον θίασό του στο θέατρο, για δύο συνεχόμενες θεατρικές σεζόν, μία στο Θέατρο Βεργή και μια στο Θέατρο Άλφα, προκαλώντας πάταγο με την ερμηνεία του και το ρεαλισμό των καταστάσεων που αποτύπωνε.

Έτσι, η συνέχεια ήταν αναμενόμενη: το έργο έγινε κινηματογραφική ταινία, με τους ίδιους ηθοποιούς και σημείωσε και πάλι επιτυχία.

Αναδημοσίευση άρθρου απο το:

gazzetta.gr


Σχόλια

Ο ellinikoskinimatografos.gr σέβεται όλες τις απόψεις, με χιούμορ και όχι με ύβρεις. Γι αυτό σας παρακαλούμε να μην αναρτάτε σχόλια που είναι υβριστικά ή άσχετα με το περιεχόμενο του άρθρου.