Η επανεμφάνιση της Μπέτυ Λιβανού και ο «άλλος» Νίκος Κούρκουλος στην ταινία, Ένα γελαστό απόγευμα

Το 1977 η Finos Film γύρισε την τελευταία της ταινία, με τίτλο «Ο κυρ-Γιώργης εκπαιδεύεται», στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος. Η ταινία αυτή σηματοδότησε το τέλος της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, που ξεκίνησε από το τέλος της δεκαετίας του 1940.

Στείλε μας το δικό σου άρθρο!!!

Τα χρόνια που ακολούθησαν και μέχρι και το 2000, ο ελληνικός κινηματογράφος βίωσε μεγάλη απαξίωση, τουλάχιστον σε σχέση με την εικόνα που είχε «χτίσει» τα προηγούμενα χρόνια. Ωστόσο, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970 γυρίστηκαν κάποιες ακόμα ποιοτικές ταινίες, ίσως λόγω και της «κεκτημένης ταχύτητας» των προηγούμενων ετών.

Μια από αυτές τις ταινίες ήταν και εκείνη με τον τίτλο «Ένα γελαστό απόγευμα», η οποία γυρίστηκε το 1979, από την Γκρέκα Φίλμ του Μιχάλη Λεφάκη, μια εταιρεία που προσπάθησε να πάρει τη θέση της Finos Film τα χρόνια που ακολούθησαν, αλλά ήταν φανερό πως αυτό δεν μπορούσε να συμβεί, για πολλούς λόγους. Ωστόσο, η προσπάθεια άφησε ως παρακαταθήκη κάποιες σημαντικές ταινίες, που για τα δεδομένα και τις συνθήκες της εποχής στην οποία γυρίστηκαν, ήταν πολύ καλές.

Το σενάριο της ταινίας «Ένα γελαστό απόγευμα» ήταν του Ανδρέα Θωμόπουλου, σε σενάριο του ίδιου και του Φρέντυ Γερμανού, ο οποίος εμφανίζεται για πρώτη φορά ως σεναριογράφος σε ταινία του ελληνικού κινηματογράφου. Πρωταγωνιστές ήταν ο Νίκος Κούρκουλος και η Μπέτυ Λιβανού, ένα κινηματογραφικό ζευγάρι απόλυτα αρμονικό, με εξαιρετικές ερμηνείες, οι οποίες μάλιστα αποτυπώνουν άλλες πτυχές της υποκριτικής ικανότητας των δύο σπουδαίων αυτών ηθοποιών, τις οποίες  μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν αναδείξει.

Η αμηχανία του τέλους της Finos Film

Ο Νίκος Κούρκουλος, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι η εποχή της Finos Film και του Νίκου Φώσκολου έχει περάσει, προσπαθεί να αποτυπώσει έναν ακόμα ιδιαίτερο χαρακτήρα, το ρόλο του Δημήτρη Βενιέρη, ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με τους ρόλους που είχε  ερμηνεύσει τα προηγούμενα χρόνια. Δεν πρόκειται για κάποιον «ήρωα» της κοινωνίας, αλλά για έναν άνθρωπο της διπλανής πόρτας, με πολλές σκοτεινές πλευρές, κρυμμένες ευαισθησίες, αλλά και πολλά παιδικά τραύματα.  Από την πλευρά της, η Μπέτυ Λιβανού προσπαθεί να αναδείξει έναν ακόμα ιδιαίτερο ρόλο, διαφορετικό από τα μέχρι εκείνη τη στιγμή διαπιστευτήριά της, μακριά από την ασφάλεια του Φίνου. Στο ξεκίνημα της ταινίας είναι εμφανής η αμηχανία της, ωστόσο στην εξέλιξη του έργου, ισορροπεί όλα τα νέα δεδομένα με εξαιρετικό τρόπο. Ως γενική παρατήρηση ωστόσο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα 3-4 χρόνια που ακολούθησαν το τέλος των παραγωγών της Finos Film ήταν αμήχανα για όλους τους ανθρώπους του ελληνικού κινηματογράφου, ηθοποιούς, σκηνοθέτες και τεχνικούς, που προσπαθούσαν να αντιληφθούν τα νέα δεδομένα. Μια προσπάθεια που μάλλον έμεινε απλά προσπάθεια….

Η επανεμφάνιση της Μπέτυ Λιβανού 

Η ταινία συνέπεσε χρονικά με μια άλλη σημαντική ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου, τον «Ασυμβίβαστο», στην οποία πρωταγωνιστούσαν οι Παύλος Σιδηρόπουλος, Μπέτυ Λιβανού, Σταύρος Ξενίδης, Κώστας Βρεττός και Βέρα Κρούσκα. Και ίσως αυτός να είναι ένας λόγος που οι δύο ταινίες έχουν αρκετά κοινά στοιχεία, όπως το ότι παρουσιάζουν και οι δύο μια βαθιά μουντή και απαισιόδοξη ατμόσφαιρα στην κοινωνία (πολλές οι σκηνές από διαδηλώσεις στο «Γελαστό απόγευμα»), πολλαπλά αδιέξοδα, αλλά και έναν πρωταγωνιστή ο οποίος προσπαθεί να αλλάξει τα πράγματα, ωστόσο στο τέλος συνθλίβεται από το σύστημα και το κοινωνικό κατεστημένο. Πέρα των παραπάνω στοιχείων, οι δύο ταινίες έχουν και κάτι ακόμα κοινό, τη συμμετοχή της Μπέτυς Λιβανού, η οποία με τις δύο αυτές ταινίες επανεμφανίστηκε στα δρώμενα του ελληνικού κινηματογράφου, μετά από αρκετά χρόνια.

O Τσάγκας, ο Μόσιος και οι άλλοι….

Η υπόθεση της ταινίας «Ένα γελαστό απόγευμα» ήταν η εξής: Ο Δημήτρης Βενιέρης (Νίκος Κούρκουλος) είναι ανερχόμενος πολιτικός, όμως εκβιάζεται από τους πολιτικούς του αντιπάλους για τις πράξεις του πατέρα του ως καταδότη και συνεργάτη των Γερμανών κατά την διάρκεια της Κατοχής. Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος ή αλλιώς ο «Κουτσός του Μεταξουργείου», προσφέρει μία ακόμα σπουδαία ερμηνεία (δείχνει να μην επηρεάζεται διόλου από το τέλος εποχής του Φίνου), στον ρόλο του εκβιαστή και πρώην βασανιστή της χούντας που μετά την παύση της δικτατορίας βρήκε καταφύγιο σε παρακρατικά παραμάγαζα. Η ταινία έχει έντονα στοιχεία νοσταλγίας αφού το μεγαλύτερο μέρος της έχει γυριστεί στους χώρους του παλαιού αεροδρομίου του Ελληνικού, σε στέκια και γωνίες που σε όλους μας έχουν πολλά να θυμήσουν.  Πολλά είναι και τα εξωτερικά γυρίσματα, στο δρόμο της παραλιακής από Πειραιά προς Ελληνικό, όπου με ενδιαφέρον βλέπει κανείς την δόμηση της περιοχής εκείνη την εποχή. Η ταινία εξελίσσεται με διαρκή flash back στο κοντινό, αλλά και στο μακρινό παρελθόν, προσπαθώντας να συνδέσει πρόσωπα και γεγονότα. Κάτι που δεν κουράζει, αφού μάλλον είναι απαραίτητο για τον θεατή, ώστε να μην χάσει την επαφή του με τα γεγονότα, δεδομένου του μάλλον χαλαρού σεναρίου. Πέρα από τους δύο πρωταγωνιστές, η ταινία έχει ένα καστ κορυφαίων ηθοποιών, άλλων καταξιωμένων και άλλων ανερχόμενων. Εξαιρετικός στον ρόλο του διοικητή του αεροδρομίου ο Χρήστος Τσάγκας, σοβαρός, μετρημένος, αρχοντικός στην ερμηνεία του, ενώ «περάσματα» από την ταινία που δεν μπορούν να μείνουν απαρατήρητα κάνουν ηθοποιοί όπως οι Χρυσούλα Διαβάτη, Βασίλης Ανδρεόπουλος, Ελένη Φιλίνη (εκθαμβωτική…), Ορφέας Ζάχος (έξοχος στο ρόλο του μπάρμαν Μπιλ), Γιώργος Οικονόμου (στον ενδιαφέροντα ρόλο του συνεργάτη-χαφιέ των Γερμανών στην κατοχή), Βασίλης Κολοβός, Λάζος Τερζάς.

Ιδιαίτερη μνεία ωστόσο θα πρέπει να γίνει στον Μιχάλη Μόσιο, στην τρίτη του κινηματογραφική εμφάνιση (είχαν προηγηθεί οι ταινίες «Αν ήμουν πλούσιος» του 1972 και η «Η μεγάλη απόφαση» του 1977), ο οποίος υποδύεται έναν εκ των τρομοκρατών. Κι αυτό διότι η ερμηνεία του, χωρίς να είναι καθηλωτική, ανέδειξε μια ενδιαφέρουσα δυναμική και υποκριτική ικανότητα, στοιχεία που ο ίδιος μάλλον δεν τα έλαβε υπόψη στην καριέρα του, δεδομένων των κάκιστων επιλογών που έκανε τα χρόνια που ακολούθησαν. Κι όμως η ερμηνεία του στην ταινία αυτή, έδειξε ότι ο Μιχάλης Μόσιος είχε μεγάλες δυνατότητες για να αφήσει σημαντικές ερμηνείες στον ελληνικό κινηματογράφο και είναι κρίμα που σήμερα οι σινεφίλ τον θυμούνται απλά και μόνο στο ρόλο του Ταμτάκου, ενός γραφικού «γύφτου». Η εξαιρετική μουσική της ταινίας είναι του Γιώργου Χατζηνάσιου, ενώ στα συν της ταινίας η καταπληκτική ερμηνεία του «Ξέρω δεν θα ‘ρθεις», από την υπέροχη Δήμητρα Γαλάνη, σε στίχους του σκηνοθέτη Ανδρέα Θωμόπουλου. Η ταινία «Ένα γελαστό απόγευμα» προβλήθηκε τη σεζόν 1979-1980, έκοψε 136.170 εισιτήρια και ήρθε στην 4η θέση από πλευράς εισπράξεων ανάμεσα στις –μόλις – 26 ταινίες της σεζόν εκείνης. Κάνοντας και λίγο black χιούμορ, θα μπορούσε να πεις κανείς ότι η ταινία αυτή ήταν μια αναλαμπή θανάτου του ελληνικού κινηματογράφου, η οποία διήρκεσε κοντά 20 χρόνια…

πηγή

Επεξεργασία ηθοποιών


Επεξεργασία παρασκηνίου

Σχόλια
Loading...