Η εξορία του Μίμη Φωτόπουλου, ο Θόδωρος με το δίκαννο και το φαγητό που έπεσε

Αν αναζητούσε κάποιος μια από τις πλέον χαρακτηριστικές ελληνικές ταινίες ηθογραφίας, ταινίες δηλαδή που αποτύπωναν εύγλωττα τα ήθη, τα έθιμα και τις αξίες της μεταπολεμικής Ελλάδας, σίγουρα θα έπρεπε να σταθεί στην ταινία «Ο Θόδωρος και το δίκαννο», του 1962, στην οποία πρωταγωνιστούσαν ο Μίμης Φωτόπουλος και η Σμαρούλα Γιούλη.

Ο πρώτος, ως ο αυστηρός πατέρας –που όμως πέφτει ο ίδιος θύμα των απόψεών του – και η δεύτερη ως κόρη του, που βιώνει τους περιορισμούς και τα στερεότυπα της εποχής, που κυρίως αφορούσαν στο ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία.

Η ταινία ήταν παραγωγής Finos Film και αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου θεατρικού έργου των Τσιφόρου-Βασιλειάδη, με το οποίο εγκαινιάστηκε το θέατρο Αμιράλ απο το θίασο Μίμη Φωτόπουλου – Σμαρούλας Γιούλη. Δύο πολύ ενδιαφέροντα tips αφορούν αυτή την ταινία.

Πρώτα από όλα ήταν η τελευταία ταινία που γύρισαν ο Μίμης Φωτόπουλος και η Σμαρούλα Γιούλη στην Finos Film. Και κατά δεύτερον – και πιο σημαντικό – ήταν το γεγονός ότι ο Μίμης Φωτόπουλος ήταν ο πρώτος Έλληνας ηθοποιός με τον οποίο ο Φίνος υπέγραψε συμβόλαιο αποκλειστικότητας στις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Ήταν μια κίνηση που σαφέστατα άλλαξε τα δεδομένα στον καλλιτεχνικό χώρο, μέχρι και σήμερα. Όσον αφορά στην υπόθεση, αυτή αφορά στην παρακολούθηση της ζωής μιας τυπικής ελληνικής οικογένειας της δεκαετίας του 60. Ο Θόδωρος είναι πατέρας παλαιών αρχών και δεν αφήνει τη κόρη του Χριστίνα να πηγαίνει σε πάρτυ και να διασκεδάζει.

Επιπλέον, θέλει να επιλέξει ο ίδιος τον άντρα που θα παντρευτεί, απειλώντας συνέχεια ότι θα αρπάξει το δίκαννο και θα αρχίσει να πυροβολεί. Σίγουρος για τις πεποιθήσεις του, επιλέγει τον Μιχάλη, ο οποίος είναι ο ανηψιός του αφεντικού της εταιρείας που εργάζεται ο Θόδωρος σαν λογιστής.

Ακολουθήστε μας στο Facebook.
Ακολουθήστε μας στο Facebook.

Ο Μιχάλης, όμως, αποδεικνύεται διαφορετικός από αυτό που φανταζόταν αρχικά ο Θόδωρος. Στην ταινία πρωταγωνιστούν ακόμα οι Χρήστος Τσαγανέας, Λαυρέντης Διανέλλος, Νίτσα Τσαγανέα, Κώστας Βουτσάς κ.α.

Η σκηνοθεσία ήταν του Ντίνου Δημόπουλου και το σενάριο του Νίκου Τσιφόρου.

Παρά το εξαιρετικό καστ, η ταινία δεν πήγε καλά στην πρώτη προβολή της, στις 15 Οκτωβρίου 1962, αφού έκοψε μόλις 31.317 εισιτήρια. Στο τραγούδι ακούγονται οι αδελφές Μπρόγιερ, αλλά και η Τζένη Βάνου. Η μουσική ήταν του Γεράσιμου Λαβράνου.

Η συγκεκριμένη ταινία ήταν μόλις μία απο τις πολλές σπουδαίες ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε ο Μίμης Φωτόπουλος και οι οποίες ήταν 101 τον αριθμό. Πρώτη του ταινία ήταν η «Μαντάμ Σουσού» το 1948, ενώ σε δύο από τις οποίες είχε γράψει και το σενάριο, στις ταινίες «Προπαντός ψυχραιμία» (1951) και «Μια νταντά και τέζα όλοι» (1971).

Από τις κορυφαίες ερμηνείες του θεωρούνται οι ρόλοι που υποδύθηκε στις ταινίες «Ο γρουσούζης» (1952), «Το Σωφεράκι» (1953), «Η Ωραία των Αθηνών» (1954) «Κάλπικη λίρα» (1955), «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» (1955), «Ο Πατούχας» (1972) κ.ά.

Εκτός από τη μεγάλη οθόνη, εμφανίστηκε και στη μικρή, στην τηλεοπτική σειρά «Ο θείος μας ο Μίμης», που προβλήθηκε από την ΕΡΤ2 το 1984.

Όσον αφορά στο θέατρο, η τελευταία του εμφάνιση έγινε το 1984, στην επιθεώρηση «Μια στο Καστρί και μια στο πέταλο».

Ο Μίμης Φωτόπουλος κατά τη διάρκεια της κατοχής ήταν ενεργό μέλος του ΕΑΜ, ενώ ποτέ του δεν έκρυψε τις αριστερές πεποιθήσεις του. Και ήταν αυτό ακριβώς που του στοίχισε την εξορία στην Αφρική κατά τη διάρκεια του εμφυλίου.

Η σύλληψή του ήταν πολύ χαρακτηριστική του κλίματος της εποχής εκείνης. Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς του 1945 όταν ο Φωτόπουλος επισκέφθηκε κάποια στέκια καλλιτεχνών στο Κολωνάκι αναζητώντας δουλειά. Εκεί ακριβώς συνελήφθει, αφού τον είχε προδώσει κάποιος γνωστός του.

Ο ίδιος έχει περιγράψει τη στιγμή της σύλληψης στο βιβλίο του «Το ποτάμι της ζωής μου»: «Ξαφνικά, ένα βάναυσο χέρι μου χτύπησε τον ώμο. Γυρίζω και βλέπω έναν ταξιθέτη.

Ήτανε το πασίγνωστο τομάρι του θεάτρου, ο Αποστόλης. Σε λίγο, να ‘μαι στα βάθη ενός κρατητηρίου. Βρισκόμουν βέβαια σε ένα αστυνομικό τμήμα, που στεγαζόταν σε κάποια πολυκατοικία κοντά στην οδό Αμερικής. Στην αρχή ήμουν ο μόνος ένοικος. Μα μέσα σε δύο ώρες, αυτό το μπουντρούμι είχε γεμίσει με τόσο κόσμο που δεν είχαμε αέρα να αναπνεύσουμε».

Λίγες μέρες αργότερα, οι άνθρωποι αυτοί φορτώθηκαν σε ένα καράβι και έφυγαν για την Αφρική. Λέει ξανά ο Φωτόπουλος: «Μας βάλανε στα έγκατα του καραβιού και μας κλείσανε πίσω από καγκελωτές σιδερένιες πόρτες, με σκοπούς μπροστά να μας φυλάνε.

Ότι σαλπάραμε το καταλάβαμε από το τράνταγμα της προπέλας, καθώς έσκιζε τα νερά του Σαρωνικού. Για που τραβάγαμε; Σίγουρα πάντως όχι για την Αίγινα».

Ο Φωτόπουλος παρέμεινε στην εξορία της Αφρικής μερικούς μήνες, χωρίς καμία επικοινωνία με τους δικούς του, οι οποίοι από ένα σημείο και μετά είχαν πιστέψει ότι δεν θα τον ξαναδούν ποτέ.

Ωστόσο, τον Μάρτιο του 1945 επιστρέφει σπίτι του. Η πρώτη που τον είδε να έρχεται ήταν η ξαδέλφη του, η οποία ξαφνιάστηκε τόσο πολύ, που της έπεσε το ταψί με το φαγητό από τα χέρια, στο χώμα…

Αναδημοσίευση άρθρου απο το:

gazzetta.gr


Σχόλια

Ο ellinikoskinimatografos.gr σέβεται όλες τις απόψεις, με χιούμορ και όχι με ύβρεις. Γι αυτό σας παρακαλούμε να μην αναρτάτε σχόλια που είναι υβριστικά ή άσχετα με το περιεχόμενο του άρθρου.