Η έκπληξη από τον νεαρό Νίκο Γαλανό και τον Βασίλη Τσιβιλίκα στην ταινία, «Η Ρένα είναι οφσαίντ»

Η Ρένα είναι οφσάιντ

Η σπουδαία πορεία του ποδοσφαιρικού Παναθηναϊκού το 1970, η οποία ολοκληρώθηκε όταν η ελληνική ομάδα έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, στο Γουέμπλεϊ, όπου έχασε από τον Άγιαξ, προκάλεσε εκείνη την εποχή το έντονο ενδιαφέρον των Ελλήνων για το ποδόσφαιρο. Ήταν τα δύσκολα χρόνια της χούντας, όταν οι Έλληνες αναζητούσαν απεγνωσμένα κάτι θετικό που να τους δώσει ενδιαφέρον, να τους ψυχαγωγήσει, αλλά ταυτόχρονα να τους βοηθήσει να αντιμετωπίσουν την δύσκολη καθημερινότητα. Η επιτυχία του Παναθηναϊκού ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να συμβεί αυτό, ακόμα και για τους φιλάθλους των άλλων ελληνικών ομάδων. Στα χρόνια που ακολούθησαν το 1970, το ποδόσφαιρο βίωσε ίσως την πλέον χρυσή εποχή του, τουλάχιστον όσον αφορά στο ενδιαφέρον των φιλάθλων, οι οποίοι γέμιζαν κάθε Κυριακή τα γήπεδα. Το 1972 λοιπόν, ο Φίνος αποφασίζει να γυρίσει μια ταινία που να βασίζεται στο ποδόσφαιρο, η οποία όμως παράλληλα θα στηλίτευε και ένα μείζον ζήτημα που απασχολούσε εκείνη την περίοδο το άθλημα: την τάση των ελληνικών ομάδων να αποκτούν ξένους παίκτες, παραγκωνίζοντας τους Έλληνες και αλλοιώνοντας τον ελληνικό χαρακτήρα τους. Ας μην ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή το ποδόσφαιρο μόλις είναι γίνει επαγγελματικό και οι διεθνείς επιρροές είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους. Ο Φίνος λοιπόν ζήτησε από τον Αλέκο Σακελλάριο ένα σενάριο στο πλαίσιο των παραπάνω, κάτι που ο «κυρ Αλέκος» δεν άργησε να υλοποιήσει. Μάλιστα, η ταινία αυτή ήταν η τελευταία που γύρισε ο Σακελλάριος με την Finos Film και για το λόγο αυτό έχει την δική της ιστορική αξία. Στην ταινία πρωταγωνιστούσαν η Ρένα Βλαχοπούλου (επίσης στην τελευταία της συνεργασία με τον Φίνο), ο Νίκος Γαλανός – που υποδύεται τον διάσημο ελληνοαργεντινό ποδοσφαιριστή Χούλιο Μπάλμας-, ο Δημήτρης Νικολαϊδης, ο Βασίλης Τσιβιλίκας και η Ελίζα Βόζεμπεργκ, πρώην βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και γνωστή ποινικολόγος, 16 χρονών τότε. Ουσιαστικά επρόκειτο για μια μουσική κωμωδία, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και προφητική, αφού σατιρίζει την μανία των ελληνικών ποδοσφαιρικών ομάδων της εποχής να φέρνουν ξένους ποδοσφαιριστές, με αμφίβολα πιστοποιητικά ελληνικής ιθαγένειας. Η υπόθεση της ταινίας ήταν η εξής: Μια μοδίστρα, η Ρένα, αδυνατώντας να παραδώσει ένα φόρεμα λόγω των αυστηρών μέτρων ασφαλείας του ξενοδοχείου στο οποίο διαμένει ο διάσημος ποδοσφαιριστής Χούλιο Μπάλμας, εξοργίζεται και χαστουκίζει τον Χούλιο. Οι μάρτυρες πιστεύουν πως πρόκειται για την μητέρα του και σύντομα οι διάφοροι ποδοσφαιρικοί παράγοντες την εκλιπαρούν να πείσει τον Χούλιο να υπογράψει στην ομάδα τους. Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο όταν ο Χούλιο ερωτεύεται την κόρη της Ρένας και η ίδια τσακώνεται με τον άντρα της αρνούμενη να δώσει την κόρη της σε ποδοσφαιριστή. Στην ταινία πρωταγωνιστούν ακόμα οι Δημήτρης Νικολαϊδης, Βασίλης Τσιβιλίκας, Άρης Μαλιαγρός, Σωτήρης Τζεβελέκος, Νίκος Δενδρινός, Περικλής Χριστοφορίδης, Αθηνόδωρος Προύσαλης, Γιώργος Ζαϊφίδης, Γρηγόρης Μασσαλάς, Γιάννης Κανδύλας, Μάνια Κολιανδρή, Λουίζα Μπατίστα, Βάσω Βενιέρη, Μπάμπης Ανθόπουλος, Γιώργος Γρηγορίου, Κώστας Τσιάνος, Γιάννης Σαββαϊδης, Νίκος Κικίλιας, Μίνως Μωράκης, Γιώργος Κωνσταντής, Χάρης Σοϊδης, Κυριάκος Δανίκας, Κώστας Σαββαϊδης, Στέφανος Ζηκούδης, Γιώργος Κάφκας, Σαμάνθα Κέπα, Σιτρόν Λιάκουρα, Κώστας Ρήγας, Αντώνης Ζώρζας, Τάκης Γεωργέλης, Κίμων Αποστολόπουλος, Νίκος Πετρόπουλος, Χρήστος Κυριακόπουλος.

Η χημεία Βλαχοπούλου-Γαλανού και η δροσερή Ελίζα Βόζεμπεργκ

Όσον αφορά στις ερμηνείες, η Ρένα Βλαχοπούλου κρατάει ψηλά το επίπεδο, είναι για άλλη μια φορά μοναδική, με εξαιρετικό χιούμορ, κυνική πολλές φορές, νευρώδης όπως πάντα, αλλά πάνω από όλα αυθεντική. Σίγουρα η ταινία αυτή συγκαταλέγεται στις πολύ καλές της. Ωστόσο, η έκπληξη έρχεται από δύο άλλους ηθοποιούς. Πρώτα από όλα, από τον συμπρωταγωνιστή της, τον νεαρό τότε Νίκο Γαλανό, ο οποίος ξεπερνά τον εαυτό του, αποδίδει εξαιρετικά ρεαλιστικά τον ρόλο του διάσημου ποδοσφαιριστή, ενώ αποδεικνύει ότι έχει και μια εξαιρετική χημεία με την Βλαχοπούλου. Φοβεροί οι μεταξύ τους διάλογοι, εύστοχο χιούμορ, ενώ μεγάλο ρόλο έχει και η γλώσσα του σώματος των δύο ηθοποιών.

Πραγματικά, οι δύο τους θα μπορούσαν να κάνουν πολύ περισσότερα μαζί στον κινηματογράφο, ωστόσο το timing της συνεργασίας τους δεν ήταν τέτοιο που να επέτρεπε αυτή να έχει και συνέχεια, τουλάχιστον στον κινηματογράφο. Ξεχωριστή όμως ήταν και η ερμηνεία του Βασίλη Τσιβιλίκα, στο ρόλο του….τεχνοκράτη μάνατζερ του Χούλιο Μπάλμας, ο οποίος προσπαθεί πολλές φορές να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, προκαλώντας απίθανες καταστάσεις και πολύ γέλιο. Ακόμα και η παρουσία της μικρής – τότε- Ελίζας Βόζεμπεργκ, μπορεί να μην διεκδικεί δάφνες υποκριτικής, είναι όμως «δροσερή» και ευχάριστη. Εκείνο βέβαια που χαλάει κάπως το όλο αποτέλεσμα είναι οι σεναριακές υπερβολές και αφέλειες, όπως π.χ. οι πράσινοι, κόκκινοι και κίτρινοι παράγοντες των ομόχρωμων ομάδων που σε κάθε του εμφάνιση προκαλούν μάλλον μειδιάματα. Ωστόσο ακόμα κι αυτή η εξέλιξη γίνεται σκόπιμα, με την υπερβολή να αποτελεί δομικό στοιχείο του σεναρίου. Υπερβολή που ενσωματώνεται ωστόσο μάλλον αρμονικά στο όλο αποτέλεσμα. Η μουσική ήταν του Γιώργου Κατσαρού, οι χορογραφίες του Γιάννη Φλερύ, ενώ στην ταινία τραγουδούν οι αδελφοί Κατσάμπα και οι αδελφές Μπρόγιερ. Στους τίτλους της ταινίας εκείνης, ο ηθοποιός Γιώργος Γρηγορίου αναφέρεται λανθασμένα ως Γρηγόρης Γρηγορίου, λάθος που δεν διορθώθηκε ποτέ.

Αλησμόνητη η σκηνή όπου στις εξέδρες του γηπέδου του Παναθηναϊκού, ο Αλέκος Σακελλάριος που εμφανίζεται ως φίλαθλος, ξηλώνει από την αγωνία του για την έκβαση του ματς, όλο του το πουλόβερ! Όπως ανέφερε πολλά χρόνια αργότερα ο ίδιος σε συνέντευξή του, η σκηνή αυτή ήταν η καλύτερη της «καριέρας» του ως ηθοποιού, η οποία είχε αρχίσει το 1948, όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά μπροστά από τον φακό, σε ρόλο κομπάρσου φυσικά, στην ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται». Στη ταινία εμφανίζονται ακόμα πλάνα από το παλιό Στάδιο Καραϊσκάκη, αλλά και του γηπέδου του Παναθηναϊκού, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Aπό τις κορυφαίες σκηνές του έργου είναι η στιγμή που η Βλαχοπούλου ως μοδίστρα πηγαίνει στο γήπεδο για να δώσει τις στολές των ποδοσφαιριστών της ελληνικής ομάδας, αλλά όταν μπαίνει στα αποδυτήρια δεν μπορεί να συννενοηθεί με κανέναν από τους παίκτες της, αφού όλοι είναι…ξένοι! 

Αντίθετα, στο διάδρομο των αποδυτηρίων βρίσκει έναν παίκτη της ξένης, αντίπαλης ομάδας, ο οποίος είναι…Έλληνας! Το αποτέλεσμα είναι αργότερα στο ματς, όταν ο Έλληνας αυτός βάζει γκολ, η Ρένα το πανηγυρίζει έξαλλα, προκαλώντας…πανικό δίπλα της, αφού ο παίκτης αυτός ανήκε στην αντίπαλη ομάδα της ελληνικής. Το αποτέλεσμα είναι…μύλος, που όμως αποτύπωνε με εξαιρετικά εύστοχο τρόπο το πρόβλημα της εποχής. Πρόβλημα βέβαια που πλέον σήμερα αποτελεί συνήθη τακτική και μάλιστα απόλυτα νόμιμη. Μια πιο ψύχραιμη ανάγνωση των εμπορικών προδιαγραφών της ταινίας φανερώνει το εξής «παράδοξο»: Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 23 Οκτωβρίου της χρονιάς εκείνης και έκοψε 165.128 εισιτήρια στην πρώτη της προβολή στην Αθήνα. Ήρθε στην 5η θέση ανάμεσα σε 64 ταινίες εκείνη την κινηματογραφική σεζόν. Ποιο ήταν το παράδοξο; Ότι αν και τα εισιτήρια που αυτή έκοψε είναι λίγα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, ωστόσο η ταινία «Η Ρένα είναι οφσάιντ» βρέθηκε πολύ ψηλά από πλευράς εισπράξεων τη σεζόν 1972-1973, στην 5η θέση. Υπήρχε όμως και η εξήγηση: Ο ελληνικός κινηματογράφος από εκείνη την περίοδο είχε ήδη μπει σε τροχιά κρίσης, η επέλαση της τηλεόρασης είχε αρχίσει και τα εισιτήρια στους κινηματογράφους άρχισαν να μειώνονται αισθητά από σεζόν σε σεζόν. Οπότε μια ταινία με μέτριο αριθμό εισιτηρίων, μπορούσε να «σκαρφαλώσει» ψηλά στην κατάταξη των εισπράξεων.

Σχόλια
Loading...