Διαβάστε μια σπάνια συνέντευξη του Θανάση Βέγγου της δεκαετίας του ’70

Ο Θανάσης Βέγγος δεν έδινε συνεντεύξεις. Δεν τα πήγαινε καλά με τη δημοσιότητα, όμως δεν ήταν έτσι πάντα.

Έγινε έτσι όταν σύμφωνα με τον… μύθο που είχε δημιουργήσει γύρω από το συγκεκριμένο θέμα και το όνομά του έδωσε μία συνέντευξη η οποία όμως αλλάχθηκε αρκετά.

Έτσι, από τότε, όπως γνώριζαν όλοι οι δικοί του άνθρωποι, είχε υποσχεθεί στον εαυτό του ότι δεν θα ξαναδώσει συνέντευξη, υπόσχεση που τελικά κράτησε μέχρι και την τελευταία στιγμή της ζωής του. Πριν πάρει αυτή την απόφαση, όμως, ο Θανάσης Βέγγος έδινε συνεντεύξεις.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 είχε μιλήσει στον συντάκτη του περιοδικού Σύγχρονος Κινηματογράφος Τάκη Παπαγιαννίδη (γνωστός σκηνοθέτης επίσης), με την κουβέντα να καταγράφεται και να δημοσιεύεται στο τεύχος 13 του περιοδικού (Μάρτιος-Απρίλιος-Μάιος του 1971). Διαβάστε τη συνέντευξη αυτούσια όπως ακολουθεί παρακάτω…

– Επειδή είσαι από τους λίγους ανθρώπους σ’ αυτόν τον τόπο, που εμφανίστηκε στο σινεμά χωρίς να ‘χει καμιά σχέση μ’ αυτό και δημιούργησε ένα χαρακτήρα, θα ‘θελα να μου μιλήσεις για το ξεκίνημά σου.

– Θ.Β.: Ο Κούνδουρος. Ο Νίκος Κούνδουρος. Αν δεν συναντιόμαστε στο Στρατό, δεν θα υπήρχε στο πανί ούτε Θανάσης, ούτε Βέγγος. Δούλευα σ’ ένα πατάρι τα δέρματα. Στο Στρατό μαζευτήκαμε μια ομάδα για να σκαρώσουμε μια παράσταση. Ο Κούνδουρος ήταν σκηνογράφος. Μια μέρα μου λέει: «Θανάση, όταν απολυθούμε θα παίξεις σε μια ταινία που θα φτιάξω». Γύρισα στο πατάρι κι ούτε που το θυμόμουνα. Έτσι, όταν ήρθε να με βρει, δεν είχα καμιά διάθεση πια κι αρνήθηκα.
Η επιμονή του όμως ήταν τέτοια, που στο τέλος με κατάφερε. Γυρίστηκε η «Μαγική Πόλη» και βρέθηκα μέσα σ’ ένα καινούργιο κόσμο, που ταυτόχρονα αποτελούσε και μια λύση για το οικονομικό μου πρόβλημα. Έπαιζα τρίτους ρόλους και δούλευα σαν φροντιστής για ένα κομμάτι ψωμί. Αυτή είναι η αρχή. Χειρότερες μέρες δε θυμάμαι στη ζωή μου. Γυρίστηκε και ο «Δράκος».
Μέσα σε δυο χρόνια έπαιξα 22 μικρούς ρόλους που μ’ είχαν τσακίσει. Ήθελα να κάνω κάτι άλλο, οπωσδήποτε κάτι πιο σημαντικό. Είχα κάποια επιτυχία και μου δώσαν ρόλους πρωταγωνιστή. Πνιγόμουνα εκεί μέσα, καταλάβαινα πως δεν ήμουν εγώ, αλλά κάποιος ηθοποιός Βέγγος που τον μεταχειριζόντουσαν όπως ήθελαν. Σε τέτοιο σημείο φτάσανε τα πράγματα, και σκέφτηκα να κάνω μια δική μου εταιρία παραγωγής, όπου οι ταινίες θα γινόντουσαν όπως πάνω-κάτω ήθελα.
Με βοήθησαν πολύ δύο σκηνοθέτες που κατάλαβαν και πίστεψαν σ’ αυτά που σκεφτόμουνα. Ο Πάνος Γλυκοφρύδης και ο Ερρίκος Θαλασσινός. Ταινίες σαν τον «Παπατρέχα» ή το «Μην Είδατε τον Παναή» δεν θα ‘βγαιναν χωρίς αυτούς. Και μέχρις ένα σημείο ήμουνα ήσυχος. Είχα δυο ανθρώπους που μπορούσαν να με καταλάβουν και να προωθήσουν τις σκέψεις μου πάνω στο φτιάξιμο μιας ταινίας.
Μια μέρα ο Γλυκοφρύδης μου είπε πως ήταν αδύνατο να συνεχίσει μαζί μου, γιατί δεν πίστευε πως οι ταινίες αυτές ανταποκρίνονταν στις απόψεις που είχε για το σινεμά. Η επιτυχία τού «Με τη λάμψη στα μάτια» σιγούρεψε τη στάση του. Λίγο κατόπιν οι δουλειές του Θαλασσινού δεν του αφήναν περιθώρια ν’ ασχοληθεί μαζί μου.
Τότε βρέθηκα σε δύσκολη θέση. Δεν είχα εμπιστοσύνη σε άλλο άνθρωπο και το χειρότερο, πίστευα πως δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος που να με καταλαβαίνει. Έτσι πέρασα στη σκηνοθεσία. Πάλεψα όσο μπόρεσα, το αποτέλεσμα το ξέρεις: 4.000.000 δραχμές χρέος, αυτή ήταν η αμοιβή μου. Τρεις κλητήρες κάθε πρωί έξω απ’ την πόρτα μου κι από ολόκληρη την εταιρία έμεινε μονάχα ένα τηλέφωνο. Σ’ αυτήν την τραγική κατάσταση, ο Φίνος ήταν μια λύση. Του εκχώρησα όλες μου τις ταινίες. Τώρα του χρωστάω γύρω στα 2.000.000 και γυρίζω ταινίες για λογαριασμό του έναντι του χρέους.
Όμως υπάρχει κι ο Κατσουρίδης. Μετά τον «Δρα Ζιβέγγο» πείστηκα ότι είναι ο καινούργιος μου άνθρωπος. Αφέθηκα σ’ αυτόν και αισθάνομαι μια σιγουριά. Φτιάχνουμε συμπαραγωγές και παρά τις επιμέρους διαφωνίες μας του μένω πιστός και θα του μένω για όσες ταινίες θελήσει. Ώσπου να βαρεθεί.

Ακολουθήστε μας στο Facebook.
Ακολουθήστε μας στο Facebook.

-Το πέρασμά σου στη σκηνοθεσία σού δίνει κι ένα πρόσθετο δικαίωμα. Μπορείς να μιλήσεις γι’ αυτήν την παρουσία σου;

-Θ.Β.: Θα σου πω κάτι. Ο Κούνδουρος στη «Μαγική Πόλη», όταν πήγε να στήσει τη μηχανή έφαγε καρπαζιά με το κουτάλι. Δεν είχε ιδέα τι του γινόταν. Στο τρίτο γύρισμα ήτανε ξεφτέρι. Δασκάλευε και τους δασκάλους του. Αυτό σημαίνει πως περισσότερο μετράει αν έχεις κάτι μέσα σου για να πεις. Τα υπόλοιπα μαθαίνονται.
Λοιπόν, εγώ, ο Θανάσης Βέγγος, είμαι ενστικτώδης άνθρωπος. Ίσως μέσα μου να μην υπάρχει τίποτε άλλο. Μπαίνω στο πλατώ και διαβάζω τη σκηνή που έχω να γυρίσω. Δεν μπορώ να σκεφτώ. Λέω: η μηχανή εδώ. Αν με ρωτήσεις γιατί εδώ κι όχι εκεί, δεν ξέρω ν’ απαντήσω. Αλλά είμαι σίγουρος ότι η μηχανή θα σταθεί εδώ. Αφού τελειώσει η λήψη, δε θα γυρίσω να κοιτάξω πίσω. Η μηχανή στήθηκε εδώ, πάει και τελείωσε. Αν δω τη σκηνή στην οθόνη, ίσως να μη μ’ αρέσει. Την επόμενη φορά η μηχανή θα στηθεί σ’ άλλο μέρος. Εκεί που θα ‘μαι σίγουρος, χωρίς να ξέρω γιατί ότι πρέπει να στηθεί.
Μετά, δε μπορώ να χωνέψω τις ιστορίες του Θανάση, γραμμένες σ’ ένα χαρτί από έναν άνθρωπο που δεν έχει σχέση με το γύρισμα. Τελευταία με τον Κατσουρίδη το βάλαμε σε κάποιον δρόμο. Το σενάριο χτενίζεται από τρία χέρια μέχρι ν’ αρχίσουμε το γύρισμα. Στο τέλος το πετάμε στα σκουπίδια κι αυτοσχεδιάζουμε. Πίστεψέ με, τα πράγματα βγαίνουν μόνα τους. Τα τελευταία 300 μέτρα της «Ιουλιέττας» είναι γυρισμένα χωρίς σενάριο. Όλη η απαγωγή, το ανέβασμα στα κεραμίδια και ό,τι ακολουθάει, ήρθαν μόνα τους, σαν φυσικό επακόλουθο της τρέλας των δύο εραστών. Ξοδέψαμε 22.000 μέτρα νεγκατίφ για την ταινία, αλλά κάναμε αυτό που νομίζαμε σωστό.
Δε στο κρύβω, ότι οι καλύτερες στιγμές μου στο σινεμά γυρίστηκαν χωρίς σενάριο. Η αρχή του «Δρα Ζιβέγγου», το ξύρισμα με το πλαίυ μπάκ του Κουρέα της Σεβίλλης στο «Ασύλληπτο Κορόιδο», η σκηνή με το γραμμόφωνο στην Περαία στο «Επιχείρηση Γης Μαδιάμ», είναι γυρισμένες με μια μηχανή στο χέρι. Αυτή η μηχανή πρέπει να’ ναι τρελή σαν τον Θανάση. Πέφτω στη θάλασσα, ανεβαίνω στους στύλους, κρεμιέμαι απ’ τα κεραμίδια, ότι έχει σημασία είναι ο Θανάσης. Αυτή είναι η απεικόνιση

– όχι η προσφορά, δεν πιστεύω πως υπάρχει κάτι τέτοιο – ενός ανθρώπου που εκφράζει τις ανησυχίες μου. Στο ξαναλέω. Δουλεύω με το ένστιχτο, δεν έχω κανένα ταλέντο.

– κι ο Θανάσης;

Θ.Β.: Μόνο αυτή τη φάτσα, που, κοίταξέ την καλά και διάβασε. Εδώ είν’ αποτυπωμένη όλ’ η μιζέρια, όλ’ η δυστυχία, όλος ο πόνος του ασήμαντου Έλληνα. Κάποιο βράδυ με πλησιάζει εξ’ απ’ το σινεμά ένας γέρος. «Καλέ μου άνθρωπε», μου λέει, «είμαι συνταξιούχος και βλέπω με τη γυναίκα μου τις ταινίες σου. Σ’ ευχαριστώ. Μόλις βγαίνω απ’ το σινεμά έχω ξαλαφρώσει για τρεις μέρες». Αυτό το καλέ μου άνθρωπε έγινε σήμα κατατεθέν του Θανάση.
Έτσι, αγαπητέ, φτιάχτηκε σιγά-σιγά ο Θανάσης. Παρατηρώντας τους ανθρώπους μέσα στο χώρο που κινούνται. Στις λαϊκές αγορές, στις γειτονιές, στα σινεμά κ.λπ. Είναι ψέμα να ισχυριστώ πως δεν απευθύνομαι σ’ αυτούς.
Μόνο που τελευταία μου κάνουν νερά. Ενώ οι ταινίες μου δουλεύουν στα κεντρικά σινεμά και στην τελευταία προβολή, αντίθετα χάνουν στη συνοικία. Ενώ κερδίζω τους διανοούμενους που αρχίζουν να ασχολούνται μαζί μου – κι είναι αυτό κάτι σαν τιμή για μένα που προκάλεσα την προσοχή των ειδικευμένων κριτικών – αντίθετα η περιμετρική ζώνη αντιδράει στο καινούργιο μου πρόσωπο. Όμως θα συνεχίσω, γιατί πιστεύω σ’ αυτό που κάνω. Και με το ίδιο πνεύμα θα προσπαθήσω να τους τραβήξω πάλι με το μέρος μου. Δε σταματώ, γιατί βλέπω τη δουλειά μου να καλυτερεύει κάθε τόσο. Είναι κέρδος και του κοινού.

-Μίλα μου για τους υπόλοιπους συνεργάτες.

-Θ.Β.: Είμαι δύσκολος στις σχέσεις μου. Σου είπα για το Γλυκοφρύδη και το Θαλασσινό. Το ίδιο τώρα με τον Κατσουρίδη. Δεν είμαι κοινωνικός τύπος. Ούτε μπορώ να ζω όπως η Λάσκαρη με δυο δημοσιογράφους στο κατόπι. Είναι η πρώτη συνέντευξη που δίνω, ας πούμε, γύρω από τη δουλειά μου κι αυτό φανερώνει πως δεν μπορώ να συνεννοηθώ εύκολα με τους ανθρώπους αν δε μου εμπνέουν εμπιστοσύνη.
Κατά τα άλλα, προσπαθώ να τελειώνω τις δουλειές μου πριν με πάρουν είδηση. Σου δίνουν το σενάριο και μόλις ακούσουν πως θα το κοιτάξει κάποιος ειδικός, να το διασκευάσει για το σινεμά, φριάζουν, ωρύονται, σου λένε «αυτός ο άσχετος θα πιάσει το σενάριό μου»; Καταλαβαίνεις, με τέτοια νοοτροπία δε μπορείς να κάνεις εύκολα ό,τι θέλεις. Οι ιδέες όμως πάντα είναι δικές μου, μέσα απ’ τον ελληνικό χώρο. Κανένας μέχρι τώρα δεν μ’ έχει πει Κύριε Βέγγο. Για όλους είμαι ο Θανάσης.

-Σωστά. Βλέποντας όμως μια ταινία σου ξεχωρίζεις αμέσως τη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στον Θανάση και τα υπόλοιπα πρόσωπα της ιστορίας. Ενώ ο Θανάσης καταφέρνει να είναι κινηματογραφικός η υπόσταση των υπολοίπων δημιουργείται και παραμένει στο επίπεδο της πρόζας.

-Θ.Β.: Έχεις δίκιο. Τα σενάρια δεν με εξυπηρετούν εντελώς – αυτό σου το’ πα. Η μηχανή στο χέρι και στο δρόμο: όλα λύνονται εκεί. Στο σενάριο είναι δοσμένη η αφορμή. Το πώς θα γυριστεί και το τι θα ειπωθεί πρέπει να βγαίνει επιτόπου, εκεί στο γύρισμα.
Στην αρχή του «Ζιβέγγου» ο Κατσουρίδης με κυνηγούσε με τη μηχανή στο χέρι μέχρι που έπεσα στη θάλασσα. Μόνο που δεν μπορεί να γίνεται πάντα έτσι. Συμπιέζουμε το χρόνο. Κάποτε βρέθηκα σ’ απελπιστική θέση. Πηγαίνω στο Λαζαρίδη. «Θέλω ένα σενάριο» του λέω, «πάνω κάτω έτσι». Το γύρισμα έπρεπε να τελειώσει σε είκοσι μέρες. Καταλαβαίνεις ότι σ’ αυτές τις περιπτώσεις δε μπορείς να δουλέψεις παραπάνω από μια δυο σκηνές, γιατί δε σε παίρνει ο χρόνος. Όλα τ’ άλλα πρόσωπα στέκουν. Αν δε μιλήσουν δεν υπάρχουν.

-Κι ο Θανάσης κάπου-κάπου δεν προσέχεται όσο θα ‘πρεπε. Μερικές φορές, ενώ ο δρόμος οδηγεί στην κοινωνική σάτιρα, οι βλέψεις του σεναρίου σταματούν στη φάρσα. Χάνεται έτσι η ευκαιρία να αποχτήσει μεγαλύτερο βάρος το έργο. Θυμάμαι τη σκηνή με το Μηλιάδη στο «Βέγγος για Όλες τις Δουλειές», όταν βρίσκεσαι κάτω απ’ το τραπέζι και ανακαλύπτεις την απάτη. Τα λόγια του Μηλιάδη, ενώ θαυμάσια μπορούν να χρησιμεύσουν σαν αφετηρία για μια κοινωνική κριτική, παραμένουν στα κατατοπιστικά στοιχεία που εξωτερικά μόνο βοηθούν το μύθο.

-Θ.Β.: Έχεις δίκιο. Έτσι πρέπει να’ ναι όπως τα λες. Όμως δεν ξέρω. Δεν υπάρχει σου λέω χρόνος, κι ίσως, ταινία με ταινία, φτάσουμε μέχρι εκεί. Σίγουρα θα φτάσουμε. Βλέπεις, συνέχεια καλυτερεύει η δουλειά μας και μπαίνει σε κάποιον δρόμο.

-Πολλές φορές σε συνάντησα μέσα σε σινεμά όπου παιζόταν ταινία τέχνης. Αυτό μου έκανε εντύπωση.

-Θ.Β.: Ναι, αλήθεια, βλέπω πολύ σινεμά. Έξη με εφτά ταινίες τη βδομάδα. Δε γίνεται αλλιώς, εκεί μέσα καταλαβαίνεις καλύτερα τα πράγματα. Παίζω στο θέατρο επειδή έχω ανάγκη από λεφτά. Τίποτα δε με συγκινεί εκεί και δεν έχω σκοπό να συνεχίσω. Λοιπόν, κι ο Κούνδουρος έβλεπε πολύ σινεμά. Αυτό έχει αξία. Ξέρω πως είμαι πρωτόγονος, όσον αφορά τη νοοτροπία μου στο σινεμά, κι άλλη λύση από το ίδιο το σινεμά δεν υπάρχει για να βελτιωθώ. Τελευταία είδα το «Ψηλά τα Χέρια Χίτλερ» του Μανθούλη. Δεν μ’ άρεσε πια ο Βέγγος εκεί μέσα. Τώρα θα έπαιζα διαφορετικά το ρόλο. Αυτό είναι κέρδος, δεν νομίζεις;

-Και βέβαια. Πες μου τώρα, ο χαρακτήρας «Θανάσης» τι προσφέρει σε μια κοινωνία σαν τη δική μας;

-Θ.Β.: Τι προσφέρει; Τι να σου πω. Δεν ξέρω.»

Αναδημοσίευση άρθρου απο το:

toblogtonkirion

 

Σχόλια

Ο ellinikoskinimatografos.gr σέβεται όλες τις απόψεις, με χιούμορ και όχι με ύβρεις. Γι αυτό σας παρακαλούμε να μην αναρτάτε σχόλια που είναι υβριστικά ή άσχετα με το περιεχόμενο του άρθρου.