Γεωργία Βασιλειάδου: Από τις χορωδίες στο «πάνθεον» του Ελληνικού Κινηματογράφου

Στείλε μας το δικό σου άρθρο!!!

Λείπει πολλά χρόνια από κοντά µας «η Κοτοπούλη της Επιθεώρησης», αν µπορουσε να συγκρίνει κανείς το µέγεθος της αξέχαστης καράτερίστας, της Γεωργίας Βασιλειάδου και κατά κόσµον Γεωργίας Αθανασίου.

Το λατρεµένο πρόσωπο της ελληνικής κωµωδίας, κόρη στρατιωτικού, γεννήθηκε το 1897 και «έφυγε» το 1980, χωρίς να πάψει ποτέ να χαρίζει το γέλιο, χάρη στις διαχρονικές και πάντα δηµοφιλείς κινηµατογραφικές επιτυχίες της.

Ακόµα και σήµερα λατρεύεται από κάθε ηλικία, φύλο και μόρφωση.

Η Βασιλειάδου είχε την τύχη να την απαθανατίσει η 7η Τέχνη και να µην έχει την τύχη άλλων µεγάλων συναδέλφων της που ενώ µεσουράνησαν στο παλκοσένικο, ξεχάστηκαν επειδή δεν εμφανίστηκαν ποτέ στο πανί: Κοτοπούλη, Αργυρόπουλος, Κοκκίνης, Μαυρέας, Μπραάντη κ.ά. (Ελάχιστες οι εµφανίσεις της Παξινού και της Κυβέλης).

Δεν υπάρχει Θεατρικό είδος που να µη το διακόνησε μ’ επιτυχία η Γεωργία Βασιλειάδου.

Από το Λυρικό Θέατρο από όπου ντεµπουτάρησε και την Επιθεώρηση, έως την πρόζα, τον κινηµατογράφο και την τηλεόραση, έδωσε δείγµατα µεγάλης γκάµας θεατρίνας.

Η Βασιλειάδου πέρασε στην ελληνική νοοτροπία σαν ένας πολύ αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας της µεταπολεµικής εποχής.

Δημιούργησε έναν απλό λαϊκό γυναικείο τύπο, την «Κυρά Καλλιόπη» της γειτονιάς, που σχολιάζει και καυτηριάζει κάθε στραβό και ανάποδο.

Μέσα από το κουτσοµπολιό ή το αθώο σχόλιο πηγάζει µια καυστική σάτιρα για όλους και για όλα.

Οι «κακίες» της αγαπούν τον μεταπολεμικό Έλληνα που πρωταρχική του ανάγκη είναι να τα βολέψει, να επιζήσει, να διασωθεί.

Όµως τα µέσα που θα µεταχειριστεί η µεγάλη αυτή ηθοποιός δεν είναι ποτέ ευτελή.

Τίποτα χυδαίο δεν θ’ ακουστεί από το στόμα της και καμιά γκριµάτσα δεν θα την βοηθήσει για να βγάλει γέλιο.

Ακόμα και στην κωµωδία υπάρχει το εσωτερικό παίξιμο για τους µεγάλους ηθοποιούς όπως ήταν η Γεωργία Βασιλειάδου.

Το ξεκίνηµα…

Κάτι που δεν είναι τόσο γνωστό στο μεγάλο κοινό, έχει σχέση µε το καλλιτεχνικό ξεκίνημα της Βασιλειάδου.

Έχοντας µια σπάνια κοντράλντα φωνή, την καλλιέργησε με σκοπό ν’ αφοσιωθεί στο µελόδραµα που λάτρευε από παιδί.

Ήταν τότε µόλις 10 ετών όταν φοιτούσε στο Ωδείο, στη Γεννάδιο Φωνητική Σχολή.

Όμως το Λυρικό µας θέατρο βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα, δεν είχε ιδρυθεί η Λυρική Σκηνή και όσες απόπειρες γίνονταν για το ανέβασμα κάποιας καλής παράστασης κατέληγαν σε αποτυχία.

Και η Γεωργία, που είχε για στόχο της µόνο την επιτυχία, στράφηκε σε άλλους θεατρικούς χώρους.

Για ένα µεγάλο διάστηµα ήταν µέλος σε διάφορες χορωδίες.

Αρχικά, το 1923, στη χορωδία του θεάτρου «Ολύμπια» με το έργο «Ερνάνης», αλλά κι αυτή η δραστηριότητα της δεν εκπλήρωνε τις µεγάλες φιλοδοξίες της για μια πετυχημένη αλλά ατομική καριέρα.

΄Ετσι, στράφηκε στο θέατρο πρόζας και μάλιστα έχοντας το προνόμιο να παίζει στο θίασο της µεγάλης Μαρίκας Κοτοπούλη!

Ήταν το έτος 1925.

Στην αρχή, η Κοτοπούλη της έδινε µικρούς αλλά χαρακτηριστικούς ρόλους, που η νέαρή, τότε, ηθοποιός τους έβγαζε πέρα βάζοντας μια δική της, εντελώς προσωπική σφραγίδα.

Η Κοτοπούλη είχε διαβλέψει το ταλέντο της και κάποια στιγµή θα της πει:

«Είσαι ένα διαμάντι κρυµµένο στα κάρβουνα. Εγώ θα σε βγάλω από κει µέσα»…

Η µεγάλη δασκάλα της βλέποντας το πηγαίο ταλέντο της, στεκόταν πλάι της σα μάνα να τη συμβουλεύει, να τη διδάσκει να τη βοηθάει ν’ αποκτήσει πλήρη θεατρική νοοτροπία και αφοσίωση στην ιερή τέχνη του θεάτρου.

Η Βασιλειάδου έµεινε για έξι χρόνια στο θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, για να πει αργότερα ότι είχε µαθητεύσει στη µεγαλύτερη σχολή θεάτρου του κόσµου, πλάι σε µια ιέρεια της υποκριτικής.

Μετά το θίασο της Κοτοπούλη, στο οµώνυµο θέατρο της Ομόνοιας, η Γεωργία Βασιλειάδου, µε πολύ γνωστό πια όνοµα στα θεατρικά δρώµενα, έπαιξε µε το θίασο της Κυβέλης, του Βεάκη και σε άλλους θιάσους, πάντοτε πρόζας.

Κάποια στιγµή, οι θεατρικές ειδήσεις θα αναφέρουν τη µεγάλη απόφαση της ηθοποιού ν’ αλλάξει εντελώς θεατρική ρότα και να µεταπηδήσει από την πρόζα στη μουσική σκηνή!

΄Ετσι, το «σοβαρό» θέατρο χάνει οριστικά και αμετάκλητα τη Γεωργία Βασιλειάδου και το ελαφρό µουσικό θέατρο θα ανακαλύψει τη μεγάλη του πρωταγωνίστρια, την αξεπέραστη κωμική καρατερίστα, που για δεκαετίες θα χαρίζει το γέλιο και τη χαρά στους θεατές-θαυμαστές της…

Βρήκαν φλέβα χρυσού…

Πώς όμως την ανακάλυψε; Να τι λέει ο Αλέκος Σακελλάριος στο βιβλίο του «Λες και ήταν χθες»:

«Κάποτε, στα 1938, ετοιµάζαµε στο θέατρο «Ιντεάλ» µια µουσική κωµωδία.

Ο θίασος είχε ήδη συµπληρωθεί. Πρωταγωνιστής ήταν ο Πέτρος Κυριακός και πρωταγωνίστριες η Άννα και η Μαρία Καλουτά.

Θα έπαιζε για πρώτη φορά ένα ρόλο η Ρένα Ντορ, που ως τότε ήταν µια άσημη χορευτριούλα.

Στο θίασο ήταν ακόµα ο Νίκος Μηλιάδης, που ήταν και ο θιασάρχης, ο Γιώργος Γαβριηλίδης, ο Κώστας Δούκας κι ένα σωρό ακόµα ηθοποιοί του μουσικού θέάτρου.

Μας έλειπε όµως μια καρατερίστα. Θέλαµε µια λαϊκή γυναίκα που θα έπαιζε το ρόλο μιας κουτσομπόλας .

Του έτρωγα τ’ αυτιά κάθε μέρα του θεατρικού μας επιχειρηµατία, του Σαµαρτζή:

-Τι θα γίνει µε την καρατερίστα, κυρ-Φώτη;

-Τι Θες να γίνει, δηλαδή;

-Ποια θα τον παίξει, τελικά, αυτόν το ρόλο;

-Τι να σου πω εγώ; Βρέστε εκεί πέρα µια και φέρτε τη να της υπογράψω συμβόλαιο.

-Και πού να την ε βρω;

-Δεν κάνεις καµιά βόλτα από το «Στέµµα»;

«Στέµµα» ήταν το καφενείο των ηθοποιών, στην Οµόνοια, πασίγνωστο στέκι τους, κάτι σαν εντευκτήριο.

Εκεί σύχναζαν όλοι οι ηθοποιοί και κυρίως όσοι έψαχναν για δουλειά, επειδή µέσα στο καφενείο τους αναζητούσαν οι θιασάρχες κυρίως των μπουλουκιών.

Πήγα, λοιπόν, στο «Στέµμα» κι άρχισα να παρατηρώ τις διάφορες µαραµένες κυρίες που έπιναν το καφεδάκι τους.

Την εποχή εκείνη οι γυναίκες δεν πηγαίνανε σε καφενεία. Μοναδική εξαίρεση, το «Στέµµα». Και ήταν βέβαιο, ότι όσες γυναίκες καθόντουσαν στο «Στέμµα», ήταν θεατρίνες.

Σε µια στιγµή είδα κάποια, που ήταν ακριβώς όπως είχα φανταστεί εκείνη που θα έπρεπε να παίξει το ρόλο της κουτσοµπόλας.

Ήταν, όµως, ηθοποιός; Για να είναι, βέβαια, στο «Στέµµα», ηθοποιός πρέπει να ήτανε. Ρώτησα, λοιπόν, κάποιον για να βεβαιωθώ:
-Αυτή η κυρία εκεί είναι ηθοποιός;
-Ποιά;
-Αυτή µε το γκρίζο φουστάνι.
-Ναι. Ηθοποιός είναι. Τη λένε Γεωργία. Γεωργία Βασιλειάδου.
-Και πού παίζει τώρα;
-Τώρα δε νοµίζω ότι παίζει πουθενά. Παλιά έπαιζε με την Κοτοπούλη. Τώρα ή έχει πάρει σύνταξη ή πρόκειται να πάρει.

Κάπως έτσι άρχισε η δεύτερη και µεγάλη καριέρα της µοναδικής Γεωργίας Βασιλειάδου.

Με το ρόλο της κυρα- Καλλιόπης που έπαιξε στη µουσική κωµωδία που είχαμε γράψει µε τον Δ.Κ. Ευαγγελίδη µε µουσική του Γιαννίδη -τη λέγαµε «Τα κορίτσια της παντρειάς»- έγινε από τη μια μέρα στην άλλη μια µεγάλη πρωταγωνίστρια του µουσικού µας θεάτρου».

Τι ήταν αυτό που την έσπρωξε να βγει στο ελαφρό µουσικό θέατρο και µάλιστα στην Επιθεώρηση και πολλές φορές στο Βαριετέ δεν είναι γνωστό.

Ωστόσο, μια από τις αιτίες έπρεπε να είναι το ότι την εποχή εκείνη ο αριθμός των θιάσων πρόζας είχε μειωθεί πολύ.

Έφτασε στο σημείο να λειτουργεί μόνο ένα θέατρο πρόζας ενώ η Επιθεώρηση ανθούσε, πρωταγωνιστούσε στα θεατρικά δρώμενα.

Πάντως η τύχη και στην καινούργια καλλιτεχνική της ρότα την ευνόησε να παίξει σ’ έναν µεγάλο θίασο, µε πετυχη µένους συγγραφείς σε ρόλους που ανέδειξαν το ταλέντο της ως καρατερίστα.

Αργότερα η Βασιλειάδου γνωρίζει τη σκηνή του «Μοντιάλ», πλάι στα μεγαθήρια τότε της Επιθεώρησης. Κυριάκος Μαυρέας, Μίμης Κοκκίνης, Ορέστης Μακρής, Πέτρος Κυριακός, Αδελφές Καλουτά, Ζαζά Μπριλάντη.

Εκεί αγαπήθηκε από το µεγάλο κοινό, εκεί καταχειροκροτήθηκε.

Ήταν τόσο µεγάλη η επιτυχία της που προκάλεσε το φθόνο ενός από τους φτασμένους τότε πρωταγωνιστές που γεμάτος οργή της είπε:

-Άκου, κυρά µου, αν εξακολουθήσεις να κάνεις να γελάει µαζί σου ο κόσµος, θα φροντίσω ν’ απολυθείς. Έχω παιδιά και δεν θα τ’ αφήσω να πεινάσουν.

Όλοι σχεδόν οι ρόλοι της Βασιλειάδου, στις αµέτρητες Επιθεωρήσεις που πήρε µέρος, ήταν πολύ πετυχημένοι.

Ιδιαίτερη όµως επιτυχία είχε στους ρόλους της γυναικούλας της γειτονιάς που διαστρέφοντας την ελληνική γλώσσα µε παραποιηµένες καθαρευουσιάνικες προσθήκες, ξετρέλαινε κυριολεκτικά το κοινό.

Κάτι δηλαδή, που εκμεταλλεύτηκε και ο κινηµατογράφος.

Η τελευταία θεατρική εµφάνιση της Γεωργίας Βασιλειάδου ήταν το 1966 στο θέατρο «Χατζηχρήστου» στο έργο «Άλλος για υπουργείο».

Η αλησμόνητη ηθοποιός είχε συµπληρώσει 43 χρόνια θριαµβευτικής θεατρικής καριέρας.

Το «πανί» την απογείωσε…

Όπως ήταν φυσικό, δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη από τον κινηµατογράφο.

‘Ενα τόσο μεγάλο κωµικό ταλέντο ήταν αυτό που χρειαζόταν η ελληνική κωµωδία. Και οι παραγωγοί κυριολεκτικά την πολιορκούσαν.

Ανάμεσα στην πρώτη κινηµατογραφική της εµφάνιση, που έγινε το 1930 στην ταινία του Π. Κυριακόπουλου «Το όνειρο του γλύπτη» και στην τελευταία της, που έγινε το 1977 στην ταινία του Σπύρου Ζιάγκου «’Ενα-ενα τέσσερα», έπαιξε σε 30 ακόµα ταινίες.

Αναφέρουµε µερικούς τίτλους: «Παπούτσι από τον τόπο σου» (1946), «Οι Γερµανοί ξανάρχονται» (1948), «Τα 4 σκαλοπάτια» ( 1950), «Μια νύχτα στον παράδεισο» (1951), «Ο γρουσούζης», «Το στραβόξυλο» (1952), «Χαρούµενο ξεκίνημα» (1954), «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» (1955).

Τα επόµενα χρόνια γυρίζει κατά σειρά τις ταινίες: «Η Καφετζού», «Το αµαξάκι», «Η θεία απ’ το Σικάγο», «Η κυρά µας η µαµή», «Ο θησαυρός του μακαρίτη», «Η κυρία Δήµαρχος», «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα κι ο κοντός», «Οι γαμπροί της Ευτυχίας» κ.ά.

Η Βασιλειάδου δηµιούργησε ρόλους σπαρταριστούς, εκφράζοντας το λαϊκό τύπο της μεταπολεµικής γυναίκας της γειτονιάς, που σχολιάζει τους πάντες και τα πάντα µε χιούμορ και σαρκασμό.

Καμία καρατερίστα της σκηνής δεν «πέρασε» τόσο πετυχη μένα στον κινηματογράφο.

Αρκούσε μία και µόνη ατάκα της, να γίνει το σλόγκαν για τους επόμενους µήνες ή χρόνια.

Κάποιες παραποιημένες λέξεις, ειπωμένες με το δικό της ανεπανάληπτο τρόπο, κυριολεκτικά ξετρέλαιναν το κοινό.

Τι λέει η κόρη της…

Θέλοντας να πλησιάσουμε πιο κοντά την αξέχαστη καλλιτέχνιδα, συναντήσαμε, σε παλιότερο ρεπορτάζ, τη μοναχοκόρη της, την κυρία Φωτεινή Αποστολίδη, που συγκινηµένη µας είχε µιλήσει για τη µητέρα της, την ανεπανάληπτη Γεωργία Βασιλειάδου:

-Η µητέρα µου, µας είχε πει, ήταν κυριολεκτικά ερωτευµένη με το επάγγελµά της.

Το λάτρευε. Αλλά παρά τις ατελείωτες καλλιτεχνικές της υποχρεώσεις, έκανε το παν να βρίσκεται όσο το δυνατό περισσότερο κοντά µου. Ήταν µια πολύ στοργική μητέρα…

-Τι άνθρωπος ήταν;

-Ήταν πολύ κλειστός τύπος, πολύ σοβαρός άνθρωπος, πολύ θρήσκα και φιλάνθρωπος.

Βοηθούσε όσους είχαν ανάγκη. Έκανε πολλά καλά. Ακόµα βρίσκω ευχαριστήρια γράµµατα από άγνωστους που είχε βοηθήσει.

-Με τι διασκέδαζε;

Με τίποτα. Σπάνια έβγαινε από το σπίτι, κάθε της έξοδος σήμαινε ή θέατρο ή κινηµατογραφικό πλατό. Αγαπούσε πολύ τους συναδέλφους της, αλλά δεν είχε ιδιαίτερες φιλίες. Μόνο με τη Σοφία Βέµπο και την Καίτη Μπελίντα είχε στενή φιλία που την επισκέπτονταν στο σπίτι µας.

-Οι ταινίες της µητέρας σας παίζονται κάθε µέρα στην τηλεόραση µε τεράστια ακροαµατικότητα. Τις βλέπετε εσείς;

Μα φυσικά. Και Θεωρώ ευτυχή τον εαυτό µου που έχω αυτό το «προνόµιο» να βλέπω «ζωντανό» έναν τόσο δικό μου άνθρωπο, ενώ άλλοι δεν έχουν τη δυνατότητα αυτή.Μπορεί να µε κάνει ακόµα και να γελάσω σε κάποια στιγµή… Τότε ξεχνάω ότι έχει χαθεί και βλέπω την κωμικό Γεωργία Βασιλειάδου.

-Εσείς, που µεγαλώσατε πλάι σε µια τόσο δηµοφιλή και πετυχηµένη µητέρα ηθοποιό, πως δεν ακολουθήσατε την καριέρα της;

-Δεν είχα ταλέντο. Αλλά και στην αντίθετη περίπτωση, δεν θα με άφηνε να γίνω ηθοποιός. Το θεωρούσε πολύ σκληρό αυτό το επάγγελμα και δεν ήθελε να τραβήξω κι εγώ τα δικά της βάσανα.

Ακόµα και επίδοξους ηθοποιούς, τους αποθάρρυνε. Μόνο αν έβλεπε κάποιο πολύ µεγάλο ταλέντο το βοηθούσε να προχωρήσει.

Το περίεργο είναι ότι ενώ δεν σκεπτόταν να με κάνει ηθοποιό, είχε µια απέραντη εµπιστοσύνη στη γνώμη µου. Όταν έπαιζε µια καινούρια Επιθεώρηση, οτιδήποτε καινούριο και της έλεγαν «είσαι σπουδαία, είσαι χάρμα, µπράβο», εκείνη τους απαντούσε:

«Αν δεν έρθει η κόρη μου να με δει και να µου πει εκείνη τη γνώμη της, δεν πιστεύω κανέναν σας». 

Φαίνεται πως η γιαγιά Βασιλειάδου συµβούλευσε και τις δύο εγγονές της, µακριά απ’ το θέατρο», γιατί καμιά τους δεν το ακολούθησε, μολονότι διέθεταν ταλέντο.

Όλα αυτά βέβαια, είναι παρελθόν, είναι ιστορία, ένα παλιό παραµύθι για µια γιαγιά που έκανε τον κόσµο να γελάει ακόμα και σε δύσκολες μέρες.

Και δεν άφησε να φανεί ούτε ένα δάκρυ της. Κι ας δάκρυσε πολλές φορές παίζοντας στην κωμωδία αυτού του σκληρού κόσµου.

Ένας µαθητής της θυµάται…

Ένας από τους πολλούς μαθητές της,που έπαιξε πλάι της πολλές φορές και την ακολούθησε στις πολυήμερες θεατρικές περιοδείες της, είναι και ο ηθοποιός Ντίνος Ξένος, που µας λέει:

-Από την αξέχαστη Γεωργία Βασιλειάδου έχω πολλές και συγκινητικές αναμνήσεις. Θυµάµαι, σε κάποιο ταξίδι µας στην Κρήτη, η παράσταση δεν πήγε καλά. Όσα, όμως, χρήµατα έπιασε το ταµείο, ελάχιστα απ’ ό,τι θυμάμαι, τα μοίρασε σε μας τους µικρούς για να πάμε στο εστιατόριο και εκείνη δεν κράτησε δεκάρα….

Πολλές φορές έπαιζε µε πυρετό για να µη µαταιώθεί η παράσταση και χάσουν το μεροκάµατο οι συνάδελφοί της.
Η ανθρωπιά της και το καλλιτεχνικό της ήθος δεν υπάρχουν σήµερα».

Η σπουδαία κωμικός άφησε την τελευταία της πνοή στις 12 Φεβρουαρίου 1980 στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» της Αθήνας. Στη διάρκεια της βραχυχρόνιας νοσηλείας της, εκτός από τη χρόνια βρογχίτιδα από την οποία έπασχε, οι γιατροί διέγνωσαν καρδιακή ανεπάρκεια και κακοήθη εξεργασία του παγκρέατος.

«ΒΕΝΤΕΤΑ» 20 Απριλίου 1983

Το κείμενο και οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο του Νότη Κύτταρη, «ΟΙ ΑΞΕΧΑΣΤΟΙ ΚΩΜΙΚΟΙ ΜΑΣ».

Επεξεργασία ηθοποιών


Επεξεργασία παρασκηνίου

Σχόλια
Loading...