Βασίλης Αυλωνίτης: Αφιέρωμα σ’ έναν μεγάλο ηθοποιό αλλά και σ΄έναν υπέροχο άνθρωπο…

Στείλε μας το δικό σου άρθρο!!!

Βασίλης Αυλωνίτης

 

Το επάγγελµα του τεχνίτη δερµάτινων ειδών, έβγαλε κατά σύµπτωση δυο μεγάλους κωμικούς. Τον Βασίλη Αυλωνίτη και τον Θανάση Βέγγο….

Τσάντες, πορτοφόλια, βαλίτσες, έφτιαχναν κι οι δυο, πριν τους ανακαλύψουν οι «ειδικοί» και τους ανοίξουν το δρόµο για µια καλλιτεχνική καριέρα, όπως την άξιζαν.

Στα προπολεμικά Πετράλωνα, τη λαϊκή γειτονιά που τη χωρίζει στα δυο (στα πάνω και στα κάτω) η γραµμή του ηλεκτρικού, γεννήθηκε και µεγαλωσει ο Βασίλης Αυλωνίτης.

Η οικογένεια του ήταν φτωχή και ο µικρός Βασιλάκης έπρεπε, να µάθει κάποια τέχνη για να συμβάλει στο τσουκάλι του σπιτιού.

Περιθώρια για να διαλέξει κάποιο επάγγελµα δεν υπήρχαν κι όταν βρέθηκε κάποιο εργαστήριο δερµάτινων ειδών που ζητούσε ένα παιδί, 0 Βασιλάκης έσπευσε να πιάσει τη θέση.

Όµως, κοντά στα Πετράλωνα είναι το Θησείο και το Θησείο ήταν πειρασµός για τους νέους που είχαν καλλιτεχνικές βλέψεις.

Στην όµορφη αυτή γειτονιά, πριν γίνουν οι ανασκαφές στην πλατεία, υπήρχαν θεατράκια που µάζευαν πολύ κόσμο.

Πού τον έχανες, πού τον έβρισκες τον Βασίλη, έξω από τα θέατρα, προσπαθώντας να μάθει απ’ έξω τα λόγια που έλεγαν και τραγουδούσαν οι ηθοποιοί.

Κι όλ’ αυτά, γιατί ονειρευόταν πως κάποια µέρα θ’ ανέβαινε κι αυτός στη σκηνή.

Ήταν µεγάλο το µεράκι του για το θέατρο και λίγο-πολύ το ήξεραν οι φίλοι του Πετραλωνίτες, που κάθε τόσο δέχονταν προσκλήσεις του για παραστάσεις µέσα… στις αυλές των σπιτιών.

Οι φίλοι αυτοί είχαν συνειδητοποιήσει πως το µέλλον του Αυλωνίτη δεν βρισκόταν πια στις τσάντες και στα πορτοφόλια αλλά στη φωτισµένη σκηνή του Θεάτρου.

Και τον βοηθούσαν µε τον τρόπο τους, δίνοντάς του κουράγιο να κάνει το πρώτο βήµα.

Ο Αυλωνίτης στο θέατρο.

Και κείνη την εποχή αφθονούσαν τα «ψώνια» που νόµιζαν πως είχαν γεννηθεί μεγάλοι ηθοποιοί.

Αυτή, λοιπόν, ήταν η πρώτη και µεγάλη δυσκολία για ένα ταλέντο.

Να πείσει τον θεατρώνη πως δεν είναι «ψώνιο» και να του παράχωρήσει µια ακρόαση, ένα τεστ, µια «οντισιόν», όπως το λένε τώρα.

Και ο Βασίλης Αυλωνίτης τα κατάφερε να γίνει δεκτός σε ακρόαση.

Και τι δεν έκανε ο καηµένος.

Έπαιξε ένα ολόκληρο νούμερο όπως το είχε µάθει ακούγοντας το έξω από τη µάντρα του θεάτρου, χωρίς όμως να το έχει δει ποτέ, τραγούδησε, έκανε τον Σαρλώ, που ήταν προσωπική του επιτυχία και τελικά τον προσλάβανε δοκιµαστικά και µε μια αστεία αµοιβή.

Ο Βασίλης Αυλωνίτης ντε µπουτάρισε σ’  ένα καλοκαιρινό θεατράκι του Θησείου, το «Γκρέκα», σε µια σατιρική και επίκαιρη Επιθεώρηση, µε το νούµερο «Εσπεράντο», όπου µ’ έναν σπαρταριστό τρόπο μετέφερε την ελληνική γλώσσα, στη γλώσσα της πιάτσας και της µαγκιάς.

Η επιτυχία του ήταν τόσο µεγάλη σ’ αυτό το νούµερο που το κοινό τον υποχρέωνε κάθε φορά να επαναλαµβάνει και µια και δυο φορές το ρεφραίν, ξεσπώντας σε επευφηµίες και ατέλειωτα χειροκροτήµατα.

Πολύ σύντοµα έγινε γνωστό τ’ όνοµά του στο κοινό της Αθήνας, αλλά και στους θεατρώνες, που πάντα έψαχναν για νέους ταλαντούχους ηθοποιούς του µουσικού θεάτρου.

Μετά το θέατρο «Γκρέκα», ο Αυλωνίτης μπήκε στο θίασο του Μακέδου στο ονοµαστό τότε «Μοντιάλ» στην Πανεπιστηµίου, για να συνεχίσει µε άλλους θιάσους στην επαρχία και στην Αθήνα.

Παντού γνώρισε θριάµβους και τ’ όνοµά του ήταν µια εγγύηση για µια πετυχηµένη παράσταση.

Το κοινό τον λάτρευε, τον ένιωθε πολύ κοντά του, δικό του.

Η απλότητα, η αµεσότητα, το πηγαίο του χιούµορ, το λαϊκό αλλά ποτέ χυδαίο αστείο, τα χιουµοριστικά του ευρήµατα, το κέφι του, η ζωντάνια του, οι αµίµητοι αυτοσχεδιασµοί του, συνάρπαζαν τους θεατές του που κυριολεκτικά τον αποθέωναν.

΄Εφτανε να προφέρει τις φράσεις, «Φάτε, φάτε», ή εκείνο το «Βρε πού πάμε», «Βρε πού πάµε», για να γίνει χαλασµόςμέσα σε µια κατάμεστη σάλο που παραληρούσε από ενθουσιασµό.

Παραλίγο νεκρός!!!

Το καλοκαίρι του 1931 ο Βασίλης Αυλωνίτης έπαιζε στην Επιθεώρηση του Κίμωνα Καπετανάκη, «Κατεργάρα», στο θέατρο «Περοκέ».

Και σε ένα νούµερό του, την «Κοσµογονία», υπήρχαν και οι ακόλουθοι στίχοι:

Απ΄ τ’ αχερά βγήκαν οι ψύλλοι

απ’ τον ! Προμποναά βγήκε η κοίλη

απ’ το αίµα μας βγήκε το πάχος του κορέου

από τη σταθερότητα ο Παπανδρέου.

Από τις φώκιες βγήκαν οι πεθερές

κι από τη φασολάδα η απάντησή μας στον Μεντερές…

Από τους συμβολαιογράφους βγήκαν αι διαθήκαι

κι απ ‘τον Λευτέρη Βενιζέλο. ε, ρε γιος που βγήκε…

Το νούµερο αυτό του Αυλωνίτη και τα στιχάκια-καρφιά για τους Βενιζελικούς που βρίσκονταν στην εξουσία και στη χειρότερη κόντρα µε τους Βασιλικούς, -εποχή, βλέπετε, του µεγάλου διχασµού- εξόργισε τους πρώτους και ζήτησαν να αποσυρθεί αµέσως «το αισχρό, αντιβενιζελικό νούµερο».

Ο θεατρώνης όµως όπως και ο συγγραφέας, αγνόησαν τις απειλές τους και συνέχισαν να παίζουν την «Κοσµογονία» τους και ο Αυλωνίτης να θριαµβεύει.

Ώσπου ένα μοιραίο βράδυ οι θιγόµενοι εξαπέλυσαν µερικούς κουµπουροφόρους στην πλατεία του «Περοκέ» κι όταν ο Αυλωνίτης άρχισε το νούμερο του, άρχισαν βροχή και οι πυροβολισµοί προς το µέρος της σκηνής.

Στόχος τους ήταν ο Αυλωνίτης, που πρόλαβε όµως να πέσει κάτω και να συρθεί πίσω από την κουίντα και να σωθεί.

Δεν σώθηκε όμως ο µηχανικός της σκηνής Μωραϊτης που στεκόταν όρθιος πίσω από το ριντό όπου τον βρήκαν οι σφαίρες των φανατικών και τον άφησαν στον τόπο.

Ήταν η εποχή του πολιτικού φανατισµού που τόσα δεινά επέφερε στον τόπο μας.

Ούτε η θεατρική σάτιρα είχε άλλοθι εκείνα τα ζοφερά χρόνια.

Ο Βασίλης Αυλωνίτης άργησε να ξεπεράσει το σοκ, αλλά δεν φοβήθηκε ποτέ να κάνει αντιπολίτευση µε τα νούµερά του σε όλων των αποχρώσεων τις κυβερνήσεις, στην πολύχρονη καριέρα του.

Και πάντα χαρίζοντας το γέλιο µε το μοναδικό χιούµορ του και στους µεν και στους δε.

Κι εκείνοι, και οι µεν και οι δεν, του χάριζαν το θερµό χειροκρότηµα τους, εκφράζοντας την αγάπη τους και το θαυµασµό τους.

Ο Αυλωνίτης ανήκε σε όλους τους ανθρώπους.

Στα προσωπικά του σχέδια ήταν και η δηµιουργία µιας οικογένειας.

Αυτή θα ήταν η τελευταία του «κατάκτηση», όπως έλεγε…

Στις παραµονές του Δευτέρου Παγκοσµίου Πολέμου, σε µια τουρνέ του στη Θεσσαλονίκη, γνώρισε και παντρεύτηκε τη γυναίκα του Γιόγιο, που δεν είχε καμιά σχέση µε το θέατρο.

Ο γάµος τους έγινε με κουμπάρσυς τους συγγραφείς Ασηµακόπουλο – Σπυρόπουλο – Παπαδούκα.

Με τη γέννηση των δύο παιδιών τους, του Γιάννη και της Ελένης, η οικογενειακή ευτυχία ολοκληρώθηκε.

Και η επαγγελµατική επιτυχία του Αυλωνίτη συνεχίστηκε µε ακόµα πιο έντονο ρυθµό.

Είδωλο και του κινηµατογράφου.

Ο Βασίλης Αυλωνίτης ευτύχησε να ζήσει όχι µόνο σε µια εποχή που ανθούσε το µουσικό θέατρο αλλά και στη χρυσή εποχή του ελληνικού  µεταπολεµικού κινηµατογράφου.

Κανείς δεν μπορεί να πει µε βεβαιότητα σε πόσες ταινίες έχει παίξει µικρούς και μεγάλους ρόλους ο µεγάλος µας κωµικός.

Όµως, ένα είναι βέβαιο.

Όση επιτυχία γνώριζε πάνω στη σκηνή, την ίδια και μεγαλύτερη σηµείωνε με τις ταινίες του.

Σε πολλές απ’ αυτές, κάθε πρεμιέρα σήµαινε και ατέλειωτες ουρές έξω από τα ταµεία.

Ο Αυλωνίτης ήταν σταρ.

Το όνομά του το βρίσκουµε σε πολλές ταινίες της σαιζόν ’53-‘ 54, όπως στην «Ωραία των Αθηνών», στη «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», «Γλέντι λεφτά κι αγάπη» κ.ά.

Η «Λατέρνα» ήταν από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, όπως και του Φωτόπουλου που έκανε το «συνεταίρο» του.

Η πρώτη προβολή της έγινε στις 12 Δεκέµβρη 1955 και έκοψε 126.530 εισιτήρια σε 4 κινηµατογράφους (ΕΛΛΗ, ΠΑΝΘΕΟΝ, ΣΤΑΡ, ΙΝΤΕΑΛ).

Με την ταινία αυτή έκανεκαι την πρώτη κινηµατογραφική της εµφάνιση η Τζένη Καρέζη…

Ακολουθούν «Το αμαξάκι» µε τον Ορέστη Μακρή, η « Καφετζού» µε τη Γεωργία Βασιλειάδου, η «Λατέρνα. φτώχεια και γαρίφαλο», που ήταν η συνέχεια

της πρώτης «Λατέρνας», «Της νύχτας τα καμώµατα», «Κατά λάθος μπαµπάς», «Μπάρµπα-Γιάννης κανατάς», «Ο λεφτάς», «’Εχει θείο το κορίτσι»,

«Το εισπρακτοράκι»,«Μακριά από τον κόσµο», «Ο θησαυρός του µακαρίτη», «Η κυρία Δήµαρχος», «Η Χιονάτη και τα 7 γεροντοπαλίκαρα»,

όπου ο Αυλωνίτης έκανε τον «καλόκαρδο», «Το αγρίμι», «Τα παιδιά μας οι κέρβεροι», «Άλλος για το εκατοµµύριο», «Ένας βλάκας µε πατέντα»,

«Η σοφερίνα», «’Ενα έξυπνο κορόιδο», «Διπλοπενιές», «Τα δίχτυα της ντροπής» και πολλές άλλες, που οι περισσότερες παίχτηκαν ή θα παιχτούν

από την τηλεόραση, ανεβάζοντας µε το ιδιότυπο λαϊκό χιούµορ τους την θεαματικότητα της µικρής οθόνης.

Ο Μίμης Φωτόπουλος θυµάται…

Από τους πολύ στενούς φίλους και συνεργάτες του αξέχαστου κωµικού ήταν και ο Μίμης Φωτόπουλος, που µοιράστηκε μαζί του αµέτρητες επιτυχίες, τόσο
στην Επιθεώρηση όσο και στον κινηµατογράφο.

Η επιθυµία µας να µας µιλήσει για τον Βασίλη Αυλωνίτη ήταν µια οδυνηρή, θα λέγαµε, αναδροµή του ηθοποιού σε παλιές αξέχαστες στιγµές της καριέρας τους. Στιγμές που ξαναγυρίζουν τώρα και τον µελαγχολούν.

-Τι να σας πω για τον µεγάλο, τον αναντικατάστατο, τον µοναδικό Αυλωνίτη.

Συχνά τον θυµάµαι και συγκινούµαι. Δακρύζω καµιά φορά….

Είχαµε παίξει πολλές φορές µαζί. Ήταν ένας εξαίσιος άνθρωπος, γινόσουν αµέσως φίλος µαζί του.

Όταν «γυρίζαμε» τις δυο «Λατέρνες» (πρόκειται για τις δύο µεγάλες κινηµατογραφικές επιτυχίες του Αλέκου Σακελλάριου, «Λατέρνα,
φτώχεια και φιλότιμο» και «Λατέρνα, φτώχεια και γαρίφαλο»), ζήσαµε πολύ µαζί.

Θυµάµαι και µερικά ωραία από τα γυρίσµατα αυτών των ταινιών, που τις αγαπήσαµε κι εμείς πολύ.

Σύµφωνα µε το σενάριο, τη λατέρνα έπρεπε να την κουβαλάω εγώ στην πλάτη µου και πανάθεμά την ζύγιζε εκατό οκάδες.

Τα γυρίσµατα γίνονταν στον παλιό εθνικό δρόµο, στη Κάζα, καλοκαίρι και κάθε σκηνή τη γυρίζαµε πολλές φορές, πλάνο, πλάνο.

Και µέχρι ν’ αλλάξει ο φωτισµός, η µηχανή κ.λπ. για να γυριστεί το επόµενο πλάνο, περνούσαν πέντε-δέκα λεπτά.

Ε, δεν µπορούσα να είµαι ζαλωµένος συνέχεια τη λατέρνα.

Και ο καηµένος ο Βασίλης, µόλις κάναµε διακοπή, αμέσως να μου πάρει τη λατέρνα, να µε ξεκουράσει.

Αλλά είχαµε βρει κι άλλο κόλπο. Όταν σταµαταγε για λίγο το γύρισµα, ξαπλάραµε στην άσφαλτο.

Άλλωστε τα ρούχα που φοράγαµε ήταν τα χάλια τους.

«Μη σηκωθείς αν δεν ακούσεις «µοτέρ»» του έλεγα. Γιατί οι σκηνοθέτες λένε πολλές φορές «πάμε» και δεν πάµεούτεσε μισή ώρα…

«Σηµειώστε ότι για ν’ αρχίσει το γύρισµα στις 6 το πρωί, ξεκινάγαµε από τα µεσάνυχτα, μετά το θέατρο.
Κοιµόµαστε λίγες ώρες έναν ώπνο της συμφοράς και το πρωί στο πόδι, σα νεοσύλλεκτοι.

Έπρεπε, να δουλέψουµε τις πρωινές ώρες γιατί, κατακαλόκαιρο καθώς ήταν, ο ήλιος γινόταν ανιιπόφορος και η λατέρνα πιο βαριά.

Τα σηµάδια στην πλάτη µου από τα λουριά της τα είχα µήνες στους ώµους µου.

Και είχαµε αφαιρέσει και τον κύλινδρο που ζύγιζε κι εγώ δεν ξέρω πόσο.

Κι όλ’ αυτά, ύστερα από δυο θεατρικές παραστάσεις και χωρίς Δευτεριάτικο ρεπό.

 

Τι άνθρωπος ήταν ο Αυλωνίτης;

-‘Ηταν απλός και κεφάτος πάντα άνθρωπος, όπως οι ρόλοι του.

Εκείνο πουδεν µπόρεσα ποτέ να εξηγήσω είναι, το πώς έπαιζε στον κινηµατογράφο, χωρίς προηγουµένως να έχει παίξει ποτέ σε πρόζα.

Ήταν µόνο ένας εξαίσιος νουµερίστας της Επιθεώρησης. Αργότερα έπαιξε σε Θεατρική κωμωδία.

Και ο Πάντζας για τον Αυλωνίτη…

Ο Γιώργος Πάντζας ανήκει στη νέα γενιά των κωµικών µας αλλά είχε τη σπάνια τύχη να παίξει στα πρώτα του βήµατα

με πολλά από τα ιερά τέρατα τουπαλιού κινηµατογράφου. Και φυσικά µε τον Βασίλη Αυλωνίτη.

-Ο Αυλωνίτης ήταν ο µεγαλύτερος κωµικός µας άσχετα αν δεν ενδιαφερόταν πολύ για το επάγγελμά του!

Ήταν φοβερός -το ξαναλέω- κωµικός και ανάλογα με το ταλέντο του η δόξα που γνώρισε ήταν πολύ λίγη.

Θα μπορούσε να είχε φτάσει πολύ πιο ψηλά.

Τον ενδιέφερε να ζει χωρίς άγχος. ΄Ισως το ‘χε φιλοσοφήσει ο άνθρωπος.

Η αγάπη του κόσμου τον γέµιζε, δεν «πούλαγε» τέχνη.

Μόλις έβγαινε στη σκηνή, ο κόσµος τον χειροκροτούσε επί πέντε λεπτά χωρίς να τον αφήνει να πει λέξη.

Μόνο µε τις « µούτες» του Αυλωνίτη το κοινό μπορούσε να γελάει ασταµάτητα.

Αλλά κι εµείς οι συνάδελφοί του, είχαµε πρόβληµα όταν παίζαµε µαζί του.

Ήταν αδύνατο να συγκρατήσουµε τα γέλια.

Θυµάµαι σ’ ένα γύρισµα της «Σοφερίνας» µε τη Βουγιουκλάκη, σε μια σκηνή δικαστηρίου έµπαινε ο Αυλωνίτης κάνοντας τις αμίμητες εκείνες

γκριµάτσες του και το συνεργείο, οι ηθοποιοί, όλοι µας, κλαίγαµε ασταµάτητα από τα γέλια.

Μέχρι τις 5 το απόγευµα δεν είχαμε γυρίσει ούτε ένα πλάνο.

-Τι άνθρωπος ήταν ο Αυλωνίτης;

-Απλός άνθρωπος, καθόλου βεντέτα. Δεν ταλαιπωρούσε τους γύρω του, γλυκός άνθρωπος, υπέροχος θα έλεγα.

Δε θυµάµαι στις 4-5 ταινίες που γυρίσαµε µαζί ν’ άκουσα κάτι άσχηµο από τα χείλη του.

«Θα µπορούσε να είχε φτάσει ακόµα πιο ψηλά».

Μα πού; Είχε κερδίσει όλη την αγάπη του λαού κι αυτή ήταν η δικαίωση του, το πάθος του και η ολοκλήρωσή του.

Κι άφησε μια κληρονομιά γέλιου τόσο πολύτιµη στα αγέλαστα, κατσούφικα χρόνια µας.

 

Και δραµατικός ηθοποιός…

Ο Βασίλης Αυλωνίτης συχνά θα ξαφνιάσει το κοινό του σε ρόλους δραµατικούς, που αποκαλύπτουν την άγνωστη, την αθέατη πλευρά του πολύπλευρου
ταλέντου του.

Ο μεγάλος αυτός ηθοποιός, µε τη χρυσή κωµική φλέβα, θα εντυπωσιάσει τους θαυµαστές του παίζοντας και σε ταινίες κοινωνικές και
νοσταλγικές, όπως «Ο µπάρµπα-Γιάννης κανατάς», «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο» κ.ά. προκαλώντας τη συγκίνηση και το δάκρυ,

αποκαλύπτοντας και ένα πηγαίο δραµατικό ταλέντο, όπου σπάνια οι συγγραφείς και οι σεναριογράφοι του έδιναν την ευκαιρία να το εκφράσει.

Το τέλος…

Ο Βασίλης Αυλωνίτης έπασχε από χρόνια βρογχίτιδα.

Στις 24 Φεβρουαρίου 1970, ύστερα από µια κρίση, χρειάστηκε να νοσηλευθεί στο νοσοκοµείο.

Η κατάστασή του όμως χειροτέρεψε, εξελίχθηκε σε πνευµονικό οίδηµα και βρογχοπνευµονία.

Στις 10 Μαρτίου, ο κοσµαγάπητος Βασίλης, έστειλε µια θλιβερή είδηση στους αναρίθμητους φίλους του: είχε χάσει τη μάχη….

Ο μεγάλος µας κωµικός «έφυγε» ενώ στους κινηµατογράφους παιζόταν με τεράστια επιτυχία η ταινία του «Η αριστοκράτισσα κι ο αλήτης».

 

Το κείμενο και οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο του Νότη Κύτταρη, «ΟΙ ΑΞΕΧΑΣΤΟΙ ΚΩΜΙΚΟΙ ΜΑΣ».

Επεξεργασία ηθοποιών


Επεξεργασία παρασκηνίου

 

Σχόλια
Loading...