Βασίλης Αργυρόπουλος: Ο «γενάρχης» της Ελληνικής κωμωδίας

Βασίλης Αργυρόπουλος

 

Αν ο Βασίλης Λογοθετίδης διεκδικεί επάξια τον τίτλο τον πρύτανη της κωμωδίας, ο Βασίλης Αργυρόπουλος καταχωρήθηκε ως ο γενάρχης της.

Ο τρίτος Βασίλης της Ελληνικής κωμωδίας θεωρείται ο δημοφιλἑστατος και σήμερα, παρα την πολύχρονη απουσία του, Βασίλης Αυλωνίτης.

Και ο Λογοθετίδης και ο Αυλωνίτης κέρδισαν την «αιωνιότητα» αφού είχαν την τύχη να απαθανατισθοὐν απο την 7η Τέχνη.
Οι ταινίες τους παίζονται και ξαναπαίζονται και το ταλέντο τους γίνεται γνωστό από γενιά σε γενιά.

Ο άτυχος της τριανδρίας ήταν ο Βασίλης Αργυρόπουλος, ένας µεγάλος θεατρίνος, που πολλά προσέφερε στο Ελληνικό θέατρο και ιδιαίτερα στη θεατρική κωμωδία.

Ατύχησε όµως µε τον κινηµατογράφο. Τον απωθούσε η ιδέα να παίζει στο «πανί» χωρίς να νιώθει άµεσα τη ζεστασιά του κοινού και το χειροκρότημα του.

Λάτρευε το θέατρο. Την αµεσότητά του, την ανάσα του κοινού.΄Ισως και να μη νοιαζόταν για την υστεροφηµία του.

Έτσι, το µοναδικό κινηµατογραφικό του «δείγµα» είναι η ταινία «Το στραβόξυλο», µία κωµωδία βασισμένη στο οµώνυμο θεατρικό του Δηµήτρη Ψαθά.

Η ταινία-µνηµείο, που βλέπουµε κατά καιρούς από την τηλεόραση, περιέσωσε το µοναδικό παίξιµο, αλλά και τη φυσιογνωµία του µεγάλου αλλά ξεχασµένου θεατράνθρωπου.

Φυσικά, ο Αργυρόπουλος, που τόσο πειστικά υποδύθηκε τον χαρακτήρα του «στραβόξυλου», κάθε άλλο παρά ήταν τέτοιος χαρακτήρας.

Ήταν καλόκαρδος, χιουµορίστας, προικισµένος µε πολλά ταλέντα ακόµα, όπως του ζωγράφου και του ποιητή.

Για το τεράστιο µέγεθος του ταλέντου του Βασίλη Αργυρόπουλου ελάχιστα έχουν γραφτεί µολονότι ο δάσκαλος της κωµωδίας δηµιούργησε σχολή και
έδειξε το δρόµο στους επίγονους. Ακόµα και σήµερα, τα έργα του ρεπερτορίου του παίζονται με επιτυχία στα Αθηναϊκά θέατρα έστω και µε αλλαγμένους τίτλους….

Ο γενάρχης της Ελληνικής κωμωδίας, Βασίλης Αργυρόπουλος.

 

Από τα 16 στο σανίδι.

Ο Βασίλης Αργυρόπουλος, ο Μπάστερ Κίτον της Ελλάδας, όπως τον αποκαλούσαν, γεννήθηκε το 1894 στον Πόρο.

Από το νησί του έφυγε πολύ µικρός για να µείνει σ’ ένα θείο του στην Αθήνα.

Ο Θείος αυτός, αδελφός της µητέρας του, ήταν ο ηθοποιός του Βασιλικού Θεάτρου, Αθανάσιος Περίδης.

Το θεατρικό περιβάλλον όπου ζούσε ο νεαρός Βασίλης δεν µπορούσε να µην τον επηρεάσει.

Μετά τις πρώτες παραστάσεις που παρακολούθησε, ένιωσε µια ακατανίκητη έλξη για την σκηνή.

Και η πρόσβαση σ’ αυτή ήταν εύκολη, µ’ έναν θείο φτασμένο ηθοποιό που ήθελε να βοηθήσει τον ανιψιό του.
Ο Αργυρόπουλος ήταν µόλις 15 ετών όταν ο θείος του τον παρουσίασε στη Μαρίκα Κοτοπούλη προκειµένου να του πει τη γνώµη της για το πιθανό ταλέντο του.

Μετά την «οντισιόν», που θα λέγαμε σήµερα, η μεγάλη θεατρίνα τον πήρε στο Θίασο της!

Είχε «μυριστεί»  το πηγαίο ταλέντο του νεαρού και δίστασε να του δώσει ένα µικρό ρόλο.

Πολλά χρόνια αργότερα ο Βασίλης Αργυρόπουλος αναφερόταν στο μικρό ρόλο του υπηρέτη που πρωτόπαιξε και πως δεν θα
ξεχνούσε ποτέ το καρδιοχτύπι του πάνω στη σκηνή…

Με ανάλογης «σπουδαιότητας» ρόλους ξεκίνησαν οι µεγάλοι µας θεατρίνοι. Άρχιζαν από το αλφα, αφού το θέατρο ήταν το σχολείο τους.

Το μεγαλύτερο όµως θεατρικό σχολείο ήταν ο Θίασος της Κοτοπούλη. Και όσοι είχαν το προνόμιο να ξεκινήσουν κοντά της, η επιτυχία τους ήταν εξασφαλισμένη.Έστω και µε σκληρή δουλειά.

Ο Αργυρόπουλος δεν ξεκίνησε με ρόλους κωµικούς. Για την «Ορέστεια», που έπαιξαν τον ίδιο χρόνο στην Κωνσταντινούπολη, η Κοτοπούλη του δίδαξε
το δραματικό ρόλο του Φρουρού. Και τον είχε αναγκάσει να τον επαναλάβει στις πρόβες τόσες πολλές φορές, που στο τέλος ο νεαρός… φρουρός έβαλε από την υπερένταση τα κλάµατα…

Μια άλλη νεανική του ανάµνηση, όχι από τις καλύτερες, ήταν η αποτυχία του στο δραµατικό ρόλο του Γκέρλα, στον «Αγαπητικό της βοσκοπούλας». Η Κοτοπούλη, βλέποντάς τον από τα παρασκήνια µε τη φουστανέλα, που δεν του ταίριαζε καθόλου, είχε ξεκαρδισθεί στα γέλια. Και ο νεαρός φουστανελοφόρος, παρακαλούσε να πέσει µέσα στο υποβολείο, να εξαφανισθεί.

Άγνωστος και με ασήµαντους ρόλους, χωρίς προοπτική για µεγάλη εξέλιξη, πέρασε τα πρώτα θεατρικά του χρόνια ο Αργυρόπουλος. Και για να δικαιολογεί τον πενιχρό µισθό του, έκανε κι άλλες δουλειές στο θίασο. Όπως τον «αντιγραφέα». Αντέγραφε τους ρόλους που χρειάζονταν οι ηθοποιοί για τις πρόβες, ελλείψει φωτοτυπίας.

Σε πολλούς όµως ηθοποιούς ανοίγει η τύχη όταν χρειάζεται κάποτε να αντικαταστήσουν έναν συνάδελφό τους που υποδύεται πρωταγωνιστικό ρόλο. Και η τύχη για τον νεαρό Αργυρόπουλο χαµογέλασε…. όταν αρρώστησε ένας από τους πρωταγωνιστές του θιάσου, ο δηµοφιλέστατος Τηλέµαχος Λεπενιώτης.

Ο επίδοξος πρωταγωνιστής κατάλαβε πως ήταν η ευκαιρία της ζωής του. Και έπεσε µε τα µούτρα στη δουλειά. Έµαθε »νεράκι» το ρόλο και τον έπαιξε µε τόση επιτυχία, ώστε συνέχισε κι όταν ο Λεπενιώτης δεν ήταν πια άρρωστος….

Ο Βασίλης Αργυρόπουλος σε σκίτσο της Έλλης Σολομωνίδου-Μπαλάνου.

Έρωτες και αιχμαλωσία…

Η συνεργασία του όµως με το θίασο της Κοτοπούλη θα διακοπεί ξαφνικά όταν «τα φτιάχνει» µε µια νεαρή θεατρίνα του θιάσου, τη Ζηνοβία Παρασκευόπούλου. Η Κοτοπούλη απεχθανόταν τις ερωτοτροπίες στο θίασό της, τους έδιωξε και τους δύο!

Το ζευγάρι ζήτησε θεατρική στέγη στο θίασο της Κυβέλης και ο Αργυρόπουλος διακρίνεται παίζοντας έναν σημαντικό ρόλο στο «Ζευγάρωµα» του Ξενόπουλου. Με άλλα λόγια, κάθε εµπόδιο για καλό…

Εκείνη την εποχή (1914) ξέσπασε ο Α’ Παγκόσµιος Πόλεµος. Ο Αργυρόπουλος στρατεύεται, πολεμάει, πιάνεται αιχµάλωτος από τους Γερµανούς και
κλείνεται στο στρατόπεδο αιχµαλώτων του Γκέρλιτς. Αλλά και τη δύσκολη αυτή περίοδο της ζωής του θα την εκµεταλλευτεί όπως µπορεί.

Με τη βοήθεια µιας νεαρής Γερµανίδας φίλης του, της Μίσσυ, θα µάθει τέλεια τα Γερµανικά, που θα του χρησιμεύσουν να µεταφράζει γερµανικές κωμωδίες για το ρεπερτόριό του. Στη διάρκεια της αιχµαλωσίας του, µάζεψε τόσα πολλά θεατρικά έργα που μπορούσε να τα παίξει για πολλές σεζόν, όταν τελείωνε ο πόλεµος και όταν θα ξαναανέβαινε στο σανίδι.

Όταν τελειώνει ο πόλεµος και η αιχµαλωσία του, επιστρέφει στην Ελλάδα, περνώντας από τη Βαυαρία με τα πόδια! Και παρόλη την κούραση, κουβαλάει µια βαλίτσα θεατρικά έργα.

Η θεατρική Αθήνα δέχεται αδιάφορα την επιστροφή του Αργυρόπουλου.Ίσως και να µην τον θυµάται κιόλας.

Τον θυµάται όµως και πολύ καλά η Μαρίκα Κοτοπούλη και τον ξαναπαίρνει στο θίασο της.

Το έχει όµως η μοίρα του.

Στον θίασο ο Αργυρόπουλος θα γνωρίσει για µια ακόμα φορά τον έρωτα, αλλά όχι και την απόλυση… θα συναντήσει τον µεγάλο έρωτα της ζωής του.

Τη νεαρή ηθοποιό Γιώτα Λάσκαρη, κόρη του επίσης ηθοποιού Δηµήτρη Λάσκαρη, που ήταν και ο διαχειριστής του θιάσου της Κοτοπούλη.

Το ειδύλλιο πήρε τη µορφή… µυστικού γάµου όταν ο θίασος περιόδευε στη Λαµία. Κάτω όμως από απίστευτες κωµικοτραγικές συνθήκες.

Δύο φορές ο Ησαΐας…

Τις λεπτομέρειες του επεισοδιακού αυτού γάμου, που µάλιστα έγινε. . . δύο φορές, µε τους ίδιους. .. πρωταγωνιστές, τις χρωστάµε στην ίδια τη Γιώτα Λάσκαρη, σε µια από τις τελευταίες αφηγήσεις της:

«Ο Βασίλης µε φλέρταρε και µου ‘λεγε, µεταξύ σοβαρού και αστείου, πως ήθελε να µε παντρευτεί. Εγώ δεν τον έπαιρνα στα σοβαρά, είχε πολύ χιούµορ.

Στους περιπάτους µας µε πήγαινε συνήθως στο… νεκροταφείο.

Μια µέρα, στη Λαµία, εκεί που βαδίζαµε ανάµεσα στα µνήματα, µε οδήγησε σ’ ένα απομακρυσµένο, µικρό και άθλιο οίκηµα, με ντεκόρ σκόνες και αράχνες. Ντεκόρ µακάβριο. Εκεί, µου εξοµολογήθηκε την απόφασή του να µε παντρευτεί!

Ο Βασίλης Αργυρόπουλος με τη σύζυγό του, Γιώτα Λάσκαρη.

Πριν συνέλθω από τα γέλια που μου προκάλεσε το «αστείο» του, βλέπω µπροστά µου έναν παπά, δύο…. µάρτυρες, γνωστούς µου, ένας συνάδελφο -όλοι τους, φαίνεται, εχέµυθοι- και το Μυστήριο άρχισε.

Ήταν Καθαρά Δευτέρα του 1921.

Γιατί αυτή η µυστικότητα;

Ο φόβος του ότι θα αρνιόταν αυτό το γάµο ο πατέρας µου και ότι θα έχανε κι εµένα και τη δουλειά του. Είχε, βλέπετε, κακή πείρα.

Έγινε το Μυστήριο κανονικά και όσες µέρες μείναµε στη Λαµία για παραστάσεις, κανείς δεν ήξερε τίποτα.

Ούτε φυσικά ο πατέρας µου, αφού δεν τολμούσαµε να του πούµε το μεγάλο μυστικό µας. Όταν γυρίσαµε στην ΑΘήνα, έπρεπε κανονικά να χωρίσουµε.

Πώς θα ‘µασταν κάτω από την ίδια στέγη;

Τότε σκέφτηκα µια πονηρή λύση. Παρακάλεσα τους γονείς μου να φιλοξενήσουμε για ένα διάστημα τον «καημένο» τον Αργυρόπουλο, που ήταν… άστεγος.

Λίγα λουλούδια στην προτομή του Βασίλη Αργυρόπουλου από την γυναίκα του και την κόρη του Μαρίχεν.

Στην αρχή είχαν αντιρρήσεις, αλλά τελικά τους έπεισα. Και ύστερα από µέρες βρήκαµε την κατάλληλη στιγµή και τους ξεφουρνίσαμε το µεγάλο µυστικό µας.

Για κάµποση ώρα οι γονείς µου είχαν χάσει τη µιλιά τους. Δεν µπορούσαν να το χωνέψουν ότι εµείς οι δύο ήµασταν πανρεμένοι και μάλιστα από την Λαμία.

Στην πραγματικότητα,ὀμως δεν ήμασταν.

Το μάθαμε αρκετό καιρό αργότερα, όταν χρειάστηκε να βγάλουµε διαβατήρια για µια περιοδεία στην Αίγυπτο.

Η επίσηµη εκκλησία θεώρησε το γάμο µας άκυρο επειδή είχε γίνει Καθαρά Δευτέρα, που απαγορεύεται η τέλεση Μυστηρίου.

΄Ετσι. λοιπόν, αναγκασθήκαµε να ξαναπαντρευτούµε.

Αυτή τη φορά µε νόµο κανονικό µε νυφικό και καλεσµένους.

Ο δεύτερος γάµος μας έγινε στον Άγιο Κωνσταντίνο της Οµόνοιας. Λες και στον πρώτο µας κάναµε πρόβα.

 

Μια ζωή µαζί…..

Ο Βασίλης Αργυρόπουλος και η Γιώτα Λάσκαρη ήταν ένα ταιριασµένο ζευγάρι που πορεύτηκε αχώριστο στη ζωή και στην Τέχνη.

Ο ένας συµπλήρωνε τον άλλον.

Η Γιώτα, δυναμική και αποφασιστική, έπαιρνε τολµηρές αποφάσεις, όπως ήταν αυτή να σχηµατίσουν έναν δικό τους θίασο και ν’ αποκτήσουν τη δική τους θεατρική στέγη. Το Θέατρο Αργυροπούλου…

Ήταν το 1924 όταν ιδρύουν το θίασο «Ελληνική κωµωδία» που στεγάζεται αρχικά στο τότε θέατρο Κεντρικόν…» !

Εναρκτήριο έργο τους «»Η επίταξις», όπου εκτός από το θεατρικό ζευγάρι παίζουν η Μαρίκα Μαντινειού, η Νίτσα Βιτσώρη (Τσανανέα),η Άννα Βίκου, ο Νώντας Χέλµης κ.α.

Τριάντα χρόνια λειτούργησε 0 θίασος του Βασίλη Αργυρόπουλου.

Γενιές θεατρόφιλων χειροκρότησαν τις αµέτρητες επιτυχίες του και πολλοί Έλληνες Θεατρικοί συγραφείς βρήκαν στοργή και στέγη για τα έργα τους και καθιερώθηκαν. 

Οι πιο γνωστοί του τότε θεατρικοί συγγραφείς ήταν ο Τ. Μωραΐτης, ο Θ. Συνοδινός, ο Δ. Μπόγρης, ο Μ. Λιάφιλης και οι νεώτεροι και σχεδόν άγνωστοι Γ. Ρούσσος, Π. Καγιάς, Δ.Ψαθάς, Δ. Ευαγγελίδης, Π. Παπαδούκας.

Το «θέατρον Αργυροπούλου» στέγασε και το θίασο της Σοφίας Βέμπο το 1952.

«Κύριε Βασίλη, κρέµασα το «κεφάλι» σας στον πλάτανο…»

Ο θίασος Αργυροπούλου περιόδευε συχνά στην επαρχία.

Και όπως γίνεται και σήµερα, ένας προποµπός διαφηµιστής προηγείται του θιάσου για να διαφηµίσει το θίασο και το έργο.

Το 1935 ο κορυφαίος κωµικός επρόκειτο να δώσει παραστάσεις στην Τρίπολη.

Ο προποµπός του θιάσου, ο Πόπης, πήρε το σχετικό υλικό φωτογραφίες, προγράµµατα και ένα πανό που είχε ζωγραφισµένο το πορτρέτο του Αργυρόπουλου και πήγε στην πόλη για τα σχετικά.
Και να τι έγραψε ο Πόπης στο θιασάρχη του για τις ενέργειες του εκεί:

«Κύριε Βασίλη, όλα εν τάξει. Αμποναμέντο (προείσπραξη) πολύ καλό. Φέιγ βολάν μοιράζονται κάθε µέρα, μονόφυλλα εκολλήθησαν. Όσο για το κεφάλι σας
(εννοούσε το πανό), το κρέμασα στον πλάτανο της πλατείας. Χθες το βράδυ το είδαν και το καµάρωναν όλοι οι Τριπολιτσιώτες, γιατί µαζεύτηκαν στην πλα-
τεία να ιδούν και άλλα δύο κεφάλια επικηρυγμένων ληστών, που είχαν κρεµάσει στον ίδιο πλάτανο…».

Για πολλά χρόνια, ο πνευµατώδης και χαριτολόγος κωµικός αφηγόταν µε το ιδιότυπο χιούµορ του το περιστατικό µε το…. κρεµασµένο κεφάλι του στον
ιστορικό πλάτανο της Τρίπολης. Και όπως θυµόταν, η πρωτότυπη εκείνη «διαφήµιση» είχε πιάσει τόπο, αφού εξαντλήθηκαν τα εισιτήρια και ο θίασος  επἐστρεψε αξιοπρεπώς εις τας Αθήνας».

Διεθνές ρεπερτόριο…

Ο Βασίλης Αργυρόπουλος θα µπορούσε να κάνει εµπορική θεατρική καριέρα ανεβάζοντας ελληνικές κωµωδίες που τις έπαιζε στα δάχτυλά του και να έχει εξασφαλισµένη την εισπρακτική επιτυχία του.

Άλλωστε, υπήρχαν ταλαντούχοι κωµωδιογράφοι που έγραφαν στα δικά του µέτρα σπαρταριστές φαρσοκωµωδίες που ενθουσίαζαν το κοινό και το…. ταµείο.

Ωστόσο, οι καλλιτεχνικοί στόχοι του δεν περιορίζονταν στις εύκολες λύσεις.

Η Θεατρική του κουλτούρα του ενέπνεε περαιτέρω καλλιτεχνικές κατακτήσεις και ανέβαζε τον πήχη των αναµετρήσεων ακόµα και στον εαυτό του.

Γελοιογραφικό σκίτσο του Βασίλη Αργυρόπουλου.

Έτσι, θα αναζητήσει διεξόδους στους µεγάλους κλασικούς ρόλους του ξένου ρεπερτορίου.

Όπως. π.χ. στον «Φιλάργυρο» και τον «Ταρτούφο», ερµηνεύοντας μ’ ένα µοναδικό στυλ τον Μολιέρο.

Δεν Θα διστάσει, ακόμα, να στραφεί και σε δραµατικούς ρόλους, όπως συνέβη µε τον «Εχθρό του Λαού» του Ίψεν, που ήταν µια εκπληκτική παράσταση, αποκαλύπτοντας τη µεγάλη ερµηνευτική γκάμα του ηθοποιού.

Η επιτυχία δεν ήταν πάντα µε το μέρος του πολύπλευρου καλλιτέχνη.

Το 1944 ο Αργυρόπουλος εγκαταλείπει τις ποιοτικές προσπάθειες που ξεκίνησε µε τον Κωστή Μπαστιά και ανεβάζει τη Γερµανική κωµωδία «Βάστα φρένο», την οποία ο Άλκης Θρύλος (Ελένη Ουράνη) χαρακτηρίζει στην κριτική του «ανόητη, χοντρή και χυδαία φάρσα» και εξαπολύει µύδρους κατά του Αργυρόπουλου, του θιάσου του και της σπατάλης του ταλέντου του.

Και ο κριτικός δικαιώθηκε.

Σε λιγότερο από δεκαπέντε µέρες, ο θιασάρχης προχωρεί σε καινούρια πρεµιέρα.

Ανεβάζει την ελληνική κωµωδία «Το γεροντοπαλίκαρο» του Βασ. Ιµπροχώρη, για ν’ ακολουθήσουν τα «Σκίτσα εποχής», έξι εύθυµα µονόπρακτα του Δηµήτρη Ψαθά.

Για µια περίπου δεκαετία ακόµα, ο Βασίλης Αργυρόπουλος θα συνεχίσει τη θεατρική του δραστηριότητα.

Στο διάστηµα αυτό σήκωσε και κατέβασε πολλές πετυχηµένες αυλαίες.

Η µεγάλη όµως και τελευταία αυλαία θα πέσει για τον πρωταγωνιστή στις 29 Απριλίου 1953.

Η αυλαία της τόσο έντονης ζωής του έκλεισε οριστικά εκείνη την ανοιξιάτικη µέρα.

Η Γιώτα Λάσκαρη συνέχισε για τρία ακόµα χρόνια µε το θίασό τους, την «Ελληνική Κωµωδία».

Τα υπόλοιπα χρόνια της τα πέρασε µε τις αναµνήσεις µιας γεµάτης ζωής που είχε ζήσει πλάι στον αγαπηµένο της Βασίλη.

Η Γιώτα Λάσκαρη «συνάντησε» τον παρτενέρ της στις 4 Μαΐου 1981.

Το κείμενο και οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο του Νότη Κύτταρη, «ΟΙ ΑΞΕΧΑΣΤΟΙ ΚΩΜΙΚΟΙ ΜΑΣ».

 

Ακολουθήστε μας!!!

             

 

 

Σχόλια

Ο ellinikoskinimatografos.gr σέβεται όλες τις απόψεις, με χιούμορ και όχι με ύβρεις. Γι αυτό σας παρακαλούμε να μην αναρτάτε σχόλια που είναι υβριστικά ή άσχετα με το περιεχόμενο του άρθρου.