Αλέκος Λειβαδίτης και Ελένη Προκοπίου σε μεγάλα κέφια στην ταινία, Ο εμίρης κι ο κακομοίρης

Θεωρείται μία από τις σημαντικότερες κινηματογραφικές στιγμές της Ελένης Προκοπίου στον ελληνικό κινηματογράφο, έστω κι αν η ταινια «Ο εμίρης κι ο κακομοίρης» δεν διεκδικεί δάφνες ποιότητας.

Στείλε μας το δικό σου άρθρο!!!

Για την Προκοπίου ήταν μια ταινία-σταθμός, η οποία ανάδειξε το ταλέντο της τόσο στην υποκριτική, όσο και στο χορό.

Άλλωστε η ίδια ως χορεύτρια ξεκίνησε, για να καθιερωθεί αργότερα και ως μια σημαντική πρωταγωνίστρια τη χρυσή εποχή του ελληνικού σινεμά.

Σίγουρα η ίδια μπορούσε να κάνει μεγαλύτερη καριέρα, αφού οι δυνατότητές της ήταν πολύ μεγάλες.

Στάθηκε ωστόσο άτυχη, με την έννοια ότι μαζί με τη δική της χρυσή εποχή, ζούσαν τις δικές τους δόξες πολλοί ακόμα ηθοποιοί-μύθοι, όπως οι Λάσκαρη, Καραγιάννη, Καρέζη, Ρουσσέα, Λιάσκου και πολλές ακόμα.

Σε κάθε περίπτωση, η ερμηνεία της Προκοπίου στην ταινία «Ο εμίρης κι ο κακομοίρης», δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη, έστω κι αν δίπλα της είχε σπουδαίους ακόμα ηθοποιούς, όπως τον Μίμη Φωτόπουλο, την Άννα Καλουτά, τον Γιώργο Πάντζα, τον Βαγγέλη Σειληνό, τον Γιάννη Γκιωνάκη, τον Σταύρο Παράβα, τον Κούλη Στολίγκα, τον Αλέκο Λειβαδίτη, τον Περικλή Χριστοφορίδη, τον Βασίλη Μαυρομμάτη, τον Νάσο Κεδράκα και τον Γιώργο Κάππη.

Η ταινία γυρίστηκε το 1964 από την Καραγιάννης-Καρατζόπουλος, σε σενάριο Γιώργου Λαζαρίδη και σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου.

Στηρίζονταν στο ομώνυμο θεατρικό έργο των Ασημάκη Γιαλαμά και Κώστα Πρετεντέρη.

Η υπόθεση ήταν η εξής:

Ο εμίρης Αβδουραχμάν ο Α’ του Κεϊμπούτ-Καμπίρ (Μίμης Φωτόπουλος) φτάνει ινκόγκνιτο στην Ελλάδα για διακοπές, αλλά και για να συναντήσει τον γιο του, πρίγκιπα Αμπντουλάχ (Βαγγέλης Σειληνός), που σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο και ταυτόχρονα συνεργάζεται με το Επαναστατικό Κίνημα της πατρίδας του για την ανατροπή… του πατέρα του. Στο ξενοδοχείο Μον Παρνές, όπου θα καταλύσει ο εμίρης, η ελληνική εταιρεία Άρπα Κόλλα Φιλμ γυρίζει μια ταινία, κι ένας κομπάρσος, ο Ανδρέας (Γιώργος Πάντζας), που υποδύεται έναν πλωτάρχη, γνωρίζεται με την κατά το ήμισυ Ελληνίδα κόρη του εμίρη, την Γκιουλινάρ (Ελένη Προκοπίου), η οποία τον εκλαμβάνει ως αξιωματικό του ναυτικού, σταλμένο από την κυβέρνηση για να τη συνοδεύσει.

Αλληλοερωτεύονται, βέβαια, αλλά η συνωνυμία του ψευτοπλωτάρχη μ’ έναν υποπλοίαρχο, τον οδηγεί στη φυλακή.

Τρεις μήνες αργότερα, μετά την αποφυλάκισή του, ο φίλος του Φίφης (Σταύρος Παράβας) οδηγεί τον Ανδρέα στο καμπαρέ Κεϊμπούτ-Καμίρ, που έχει ανοίξει στην Ελλάδα ο εμίρης Αβδουραχμάν, μετά την επικράτηση του Επαναστατικού Κινήματος στη χώρα του και την απώλεια της εξουσίας.

Ο Ανδρέας ομολογεί την αλήθεια στην Γκιουλινάρ, η οποία τον αγαπά πραγματικά και αδιαφορεί για το ότι είναι ένας φτωχός κομπάρσος. Το αποτέλεσμα είναι στο τέλος να παντρευτούν και όλα καλά.

Το Μον Παρνές ζει τον μύθο του 

Παρά το γεγονός ότι στην ταινία συμμετέχει πλειάδα σπουδαίων ηθοποιών, η αλήθεια είναι ότι «Ο εμίρης κι ο κακομοίρης» δεν ξεφεύγει από την μετριότητα.

Για να αποδειχθεί άλλη μια φορά ότι για μια επιτυχημένη ταινία δεν αρκούν οι καλοί ηθοποιοί και ο έμπειρος σκηνοθέτης.

Χρειάζονται και άλλα, όπως ένα δυνατό σενάριο, το οποίο στην ταινία αυτή εμφανίζεται αποδυναμωμένο, έστω κι αν αυτό στηρίχθηκε σε ένα επιτυχημένο θεατρικό έργο που υπογράφουν δύο σπουδαίοι συγγραφείς, όπως ήταν ο Γιαλαμάς και ο Πρετεντέρης.

Το πλαδαρό σενάριο οδηγεί με τη σειρά του σε μια άνευρη σκηνοθεσία, την οποία σώζουν κάποιες υποκριτικές εξάρσεις του Πάντζα, του Στολίγκα και του Λειβαδίτη.

Ο τελευταίος αποτελεί κατά τη γνώμη μας τον πρώτο λόγο για να δει κανείς την ταινία ξανά και ξανά, απολαμβάνοντας έναν σπουδαίο θεατρικό ηθοποιό, που το ταλέντο του στην κωμωδία ήταν το ίδιο σπουδαίο όσο ήταν και στο δράμα.

Πρόκειται για έναν ηθοποιό που δυστυχώς δεν άφησε μεγάλη παρακαταθήκη στον ελληνικό κινηματογράφο και είναι ένας από τους λόγους που σήμερα δεν μπορούν εύκολα οι νεότερες γενιές να αντιληφθούν το μέγεθος του υποκριτικού ταλέντου του. Από την άλλη, οι δύο μεγάλες απογοητεύσεις της ταινίας είναι οι παρουσίες του Μίμη Φωτόπουλου και της Άννας Καλουτά.

Οι δύο αυτοί ηθοποιοί σε καμία στιγμή του έργου δεν δικαιολογούν το «βαρύ» τους όνομα, και κάπου εδώ υπεισέρχεται αναμφίβολα και η ευθύνη του σκηνοθέτη Ορέστη Λάσκου, ο οποίος δεν καταφέρνει να τους αναδείξει, για λόγους που μάλλον δεν είμαστε ειδικοί να κρίνουμε.

Τέλος, ο Γιώργος Πάντζας περνάει τον μέσο όρο, κινείται ευχάριστα στην πλοκή του έργου, αλλά και αυτός δεν φτάνει στα υψηλά επίπεδα που μας είχε συνηθίσει.

Η μουσική της ταινίας ήταν του Κώστα Κλάββα, μπουζούκι παίζει ο Γιώργος Ζαμπέτας, ενώ στο τραγούδι ακούγεται ο «μαγικός» Γιάννης Βογιατζής να ερμηνεύει την μεγάλη επιτυχία της εποχής «Γκιουλινάρ».

Πρόκειται για ένα υπέροχο τραγούδι, που αποπνέει μύθους Ανατολής και ταξιδεύει τον νου και την ψυχή, βοηθώντας τον θεατή να δει με άλλο μάτι την όλη ταινία.

Μεγάλο μέρος της ταινίας γυρίστηκε στο Μον Παρνές της Πάρνηθας, το οποίο εκείνη την εποχή «ζούσε το μύθο του».

Υπέροχα τα εξωτερικά τοπία της Πάρνηθας, αλλά ακόμα και το εσωτερικό του Μον Παρνές προκαλεί ευχάριστες αναμνήσεις σε όσους το έζησαν.

Στην τελευταία σκηνή δε του έργου, στο κέντρο, εμφανίζονται για κάποια δευτερόλεπτα ο Ντίνος Ηλιόπουλος με τον Ζαννίνο, ως θαμώνες. Εν κατακλείδι, «ο Εμίρης κι ο κακομοίρης» δεν είναι κακή ταινία.

Απλά, τα σημαντικά ονόματα ηθοποιών που συμμετέχουν σε αυτή δημιουργούν μεγάλες προσδοκίες, οι οποίες δεν επιβεβαιώνονται.

Αναδημοσίευση άρθρου απο το gazzetta.gr

Επεξεργασία ηθοποιών


Επεξεργασία παρασκηνίου

Σχόλια
Loading...